«Το παράδειγμα του δρ Κόρτσακ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Καραούλη: Ένα έργο που πρέπει να δουν όλοι… οι εκπαιδευτικοί. 
 
Ο Γιάνους Κόρτσακ πίστευε ότι μεταρρύθμιση του κόσμου σημαίνει μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης. Είχε μια απέχθεια στον φορμαλισμό, τη μονολιθικότητα σε ύλη και μεθόδους, στη μηχανιστική αντιμετώπιση των παιδιών από την παραδοσιακή εκπαίδευση, στην υποτίμηση του μαθητή ως όντος ηθικά και διανοητικά «κατώτερου». Στο δικό του μυαλό, επίκεντρο είναι το παιδί. Μέσα στις πιο άθλιες, τις πιο απάνθρωπες συνθήκες, ο παιδαγωγός έθετε το στοιχείο της ηθικής επιλογής, ενσταλάζοντας στα παιδιά την πίστη στην ανεκτικότητα και τη δικαιοσύνη. Ως ορφανοτρόφος, μάλιστα, ενθάρρυνε τη δημιουργία ενός «παιδικού δικαστηρίου» για την επίλυση των εσωτερικών υποθέσεων, διαφορών και παραβιάσεων. Κι εκεί τα παιδιά μπορούσαν να προσφύγουν και κατά των εκπαιδευτών τους.
 
Αντιλαμβάνεστε, ότι ακόμη και 80 χρόνια μετά, οι ιδέες του φαντάζουν εξαιρετικά πρωτοπόρες και ριζοσπαστικές. Κι αν μιλάμε για την Κύπρο, σχεδόν εξωφρενικές. Υπό αυτή την έννοια, δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει η απόφαση των «φωστήρων» του ΥΠΠΑΝ που παρακολούθησαν την παράσταση να εισηγηθούν την καταλληλότητά της για οργανωμένες παραστάσεις σχολείων μόνο για τις τέσσερις μεγαλύτερες τάξεις της μέσης εκπαίδευσης. Προσωπικά, «παρανόμησα» παίρνοντας τον 13χρονο γιο μου στην κυριακάτικη παράσταση. Βλέποντάς τον να ρουφά τα ζουμερά μηνύματά της με γουρλωμένα μάτια μπορώ να κρίνω ότι η πρόταση του ΘΟΚ είναι κατάλληλη όχι μόνο για τα «παραπονεμένα» παιδιά της 1ης και 2ας Γυμνασίου, αλλά άνετα και για τον δεύτερο κύκλο του δημοτικού.
 
Όμως δεν μου πέφτει λόγος. Οι σοφοί κατέληξαν ότι τα παιδιά κάτω των 14 ετών είναι άγουρα και επιπλέον δεν έχουν διδαχτεί την ύλη ώστε να επεξεργαστούν την πολυδιάστατη θεματική της. Κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει, φυσικά, όταν παίρνουμε παιδάκια των πρώτων τάξεων του δημοτικού ή του νηπιαγωγείου οργανωμένα στα Φυλακισμένα Μνήματα για ν’ αντικρίζουν πραγματικές αγχόνες…
Το πρόβλημα, λοιπόν, ίσως είναι ακριβώς εκεί. Ότι μιλάμε για μια παράσταση που αμφισβητεί τα θεμέλια ενός παρωχημένου και ανεύθυνου εκπαιδευτικού συστήματος, μακριά από την ανθρωπιστική, την πραγματιστική και την εμπειρική διαδικασία συνοικοδόμησης της γνώσης. Υπό αυτή την έννοια, ίσως θα έπρεπε να αποκλειστούν όλοι οι μαθητές. Ακούτε γονείς; Μην παίρνετε τα παιδιά σας την Κυριακή στην Αποθήκες του ΘΟΚ. Εκεί συμβαίνουν άγρια πράγματα. Ελλοχεύει ο κίνδυνος τα παιδιά να ψυλλιαστούν πόσο εγκλωβισμένα είναι μέσα στα ασφυκτικά όρια της στενοκεφαλιάς εκπαιδευτικών και γονέων.
 
Το «Παράδειγμα του δρ Κόρτσακ» δεν είναι ένα βιογραφικό έργο. Ο συγγραφέας Ντέιβιντ Γκρεγκ, πέρα από τα τρομερά και απάνθρωπα γεγονότα στη σκιά της αθλιότητας του Γκέτο και της επαπειλούμενης εξόντωσης, συναντά το ίδιο το πνεύμα του ήρωά του. Χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία όχι για να δομήσει την προσωπικότητά του, αλλά για να μεταδώσει τις αρχές του. Είναι ένας άνθρωπος γαντζωμένος μέχρι τέλους στη ρομαντική ελπίδα ότι οι αξίες και οι ανθρωπιστικές παιδαγωγικές ιδέες του τελικά θα δικαιωθούν. Και που ενώ έχει την ευκαιρία, αρνείται να εγκαταλείψει τα παιδιά ακριβώς επειδή θα ήταν σαν να εγκαταλείπει τις ίδιες του τις πεποιθήσεις.
Ενώ τα πάντα καταρρέουν, στην κοινότητα του ορφανοτροφείου γίνεται προσπάθεια η ρουτίνα της δημιουργικής παιδαγωγίας να συνεχιστεί όσο γίνεται ανεπηρέαστη από την απελπισία. Μέχρι που παρεισφρέει ένας κυνικός νεαρός μαχητής της επιβίωσης. Η περίπτωσή του αξιοποιείται ως ερέθισμα για την πλοκή, αλλά και τελικά ως γέφυρα των γεγονότων με τη μεταγενέστερη εξέγερση στο Γκέτο της Βαρσοβίας. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καραούλης δεν πηγαίνει κόντρα στις προθέσεις του συγγραφέα και καταφέρνει να κατευθύνει τελετουργικά το τραμπάλισμα μεταξύ ελπίδας και απελπισίας μέσα από τις σωστές δόσεις δράσης και προβληματισμού. Η ανάγνωσή του υπογραμμίζει την ανθρώπινη, αλλά και την οικουμενική διάσταση της υπόθεσης. Κυρίως συναντά τη χημεία μιας ομάδας που μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια ανταποκρίνεται στους σκοπούς της πρότασης.
 
Τα παπούτσια συμβολίζουν τα μελλοθάνατα ορφανά, με σαφή αναφορά στους σωρούς υποδημάτων που βρέθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Λειτουργικά και άρτια, τα σκηνικά και τα κοστούμια αφουγκράζονται πλήρως την τόσο ασφυκτική, αλλά και τόσο φιλελεύθερη ατμόσφαιρα, με τη μουσική και την κίνηση να δίνουν τον τόνο και τη χρήση βίντεο να συρρικνώνει τον κόσμο μέσα στο κεφάλι των ηρώων. Οι φωτισμοί συνομιλούν –σχεδόν κυριολεκτικά- με τη δράση, αφού συν τοις άλλοις αντιστοιχούν στον ναζί φαντάρο στον οποίο απευθύνεται τακτικά ο Κόρτσακ, που σε κάθε του πράξη αποπνέει σεβασμό και κατανόηση ακόμη και προς τους δυνάστες του.
Το έργο ολοκληρώνεται με μια ρητή διακήρυξη των δικαιωμάτων του παιδιού, όπως έχουν κατοχυρωθεί στη Χάρτα του ΟΗΕ με έμπνευση από το έργο του Πολωνοεβραίου παιδαγωγού. Αν λάβουμε υπόψη ότι αναφερόμαστε σ’ έναν αλύγιστο θιασώτη της παιδικής χειραφέτησης, ισότητας και αυτοδιάθεσης, που εκπαίδευε τα παιδιά «για έναν τέλειο κόσμο», θα δώσουμε κι ένα δίκιο στην απόφαση του αρμόδιου εκπαιδευτικού φορέα της ατελέστατης κοινωνίας μας. Με τα σημερινά δεδομένα, οι ιθύνοντές του πρέπει να είναι οι τελευταίοι που θα ήθελαν να τα βάλουν με την περιέργεια και την αμφισβήτηση και με τολμηρές, αντισυστημικές ιδέες που αποδομούν τη μετάδοση στείρων γνώσεων και θεωρητικών σχημάτων.
 
Τελικά, ίσως να μην πειράζει και τόσο αν δεν δουν την παράσταση όλοι οι μαθητές. Αρκεί, όμως, να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι εκπαιδευτικοί.