«Είναι αλήθεια πως θα με περιμένεις πάντα;» σε χορογραφία Μάχης Δημητριάδου Λίνταλ.

Στο «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος», ο Πρίμο Λέβι περιγράφει την πρώτη του εμπειρία στο Άουσβιτς, όπου μόλις του μάρκαραν τον πήχη με τατουάζ- νούμερο τον έκλεισαν στην παράγκα. Ωθούμενος από τη δίψα, πρόσεξε έναν παγοκρύσταλλο να κρέμεται από τη στέγη. Άνοιξε το παράθυρο να τον ξεκολλήσει και τότε εμφανίστηκε ένας σωματώδης κάπο που τον πέταξε μακριά: «’Warum?’ τον ρώτησα με τα φτωχά μου γερμανικά. ‘Hier ist kein warum’, ‘Εδώ δεν έχει γιατί’ μου απάντησε και με μια σπρωξιά μ’ έκλεισε μέσα».

Εκείνο το «γιατί;» λοιπόν, που όχι μόνο δεν είχε απάντηση μα ούτε και λόγο ύπαρξης, εξακολουθεί να στοιχειώνει την ανθρωπότητα. Κι ένα παραπάνω τις κοινωνίες που απόσεισαν οποιαδήποτε ευθύνη ή εμπλοκή, πεπεισμένες ότι ξεριζώνοντας το «πρόβλημα» και κρύβοντας τα πειστήρια κάτω από το χαλί ο χρόνος και ο οδοστρωτήρας της λήθης θα έδιναν τη λύση νομοτελειακά. Έχω την αίσθηση ότι απ’ αυτό το ρητορικό «γιατί;» πιάνει η Μάχη Δημητριάδου Λίνταλ το νήμα της τελευταίας της δουλειάς, για να το αντιπαραθέσει με το ερώτημα του έφηβου Φέλιξ Μέντελσον προς την αγαπημένη του: «Είναι αλήθεια πως θα με περιμένεις πάντα κάτω απ’ την πέργκολα της κληματαριάς;»

Ζούμε όταν ρωτάμε, ή τουλάχιστον όταν έχουμε αυτή τη δυνατότητα. Κι είμαστε άνθρωποι όταν έχουμε το δικαίωμα επιλογής. Και μέχρι να βγει η τελευταία σου ανάσα οφείλεις να βρίσκεις, ή να ανακαλύπτεις αν χρειαστεί, τρόπους για να αισθάνεσαι άνθρωπος. Στην παράσταση «Είναι αλήθεια πως θα με περιμένεις πάντα;» η χορογράφος και σκηνοθέτιδα ενώνει αυθεντικές ιστορίες αποχωρισμών με το ασυγκράτητα ρομαντικό πνεύμα του Μέντελσον, που έναν αιώνα πιο πριν βίωνε κι ο ίδιος αντισημιτικές εμπειρίες.

Δεν πρόκειται για μια παράσταση χορού. Ούτε θεάτρου. Ούτε χοροθεάτρου. Ούτε για μουσική συναυλία πρόκειται παρά το γεγονός ότι το κουαρτέτο εγχόρδων Fusionia Quartet δεσπόζει στη σκηνή με την παρουσία του. Είναι όλα αυτά και τίποτα απ’ αυτά. Είναι καταρχάς ένας φόρος τιμής στην εβραϊκή κοινότητα της γενέτειρας της Μάχης Δημητριάδου, της πάλαι ποτέ επονομαζόμενης «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων», με βάση αφηγήσεις της μητέρας της. Η αφήγηση θεμελιώνεται με τις τρυφερές όσο και αγωνιώδεις επιστολές της Σαρίνας Σαλτιέλ, προς τον γιο της Μωρίς που σπούδαζε στην Αθήνα. Τα γράμματα των Εβραίων από τα γκέτο της Θεσσαλονίκης τέμνουν εγκάρσια τον μνημονικό άξονα μιας πόλης που έκανε το παν για να ξεριζώσει την ιστορία της.

Μια ολόκληρη κοινωνία, αλλά και μια ολόκληρη χώρα, όχι μόνο γύρισαν την πλάτη αλλά έδωσαν στην πολύπαθη κοινότητα και την τελευταία κλοτσιά στον γκρεμό. Η νέα Θεσσαλονίκη οικοδομήθηκε με ταφόπλακες πάνω σε νεκροπόλεις επικυρώνοντας σιωπηρά μια ανιστόρητη λεηλασία γειτόνων και συμπολιτών. Ίσως να αποτελεί κάτι περισσότερο από αγνό αντισημιτισμό αυτή η επιβεβλημένη αμνησία, ίσως να μιλάμε για μια συνωμοσία ορμώμενη από τον φθόνο και την απληστία.

Αν δεν απατώμαι, είναι ο Πρίμο Λέβι που επίσης παρατηρούσε πως αυτός που τα έχει χάσει όλα, συχνά χάνει εύκολα και τον εαυτό του. Όπως κι ότι οι ζωντανοί είναι πιο ανυπόμονοι από τους πεθαμένους. Εδώ όμως τα πράγματα αλλάζουν. Άνθρωποι που αγωνιούν για τη φυσική τους επιβίωση, αλλά δεν αφήνουν τον φόβο να τους καταβάλει και αντιμετωπίζουν τη δοκιμασία με αξιοπρέπεια και ψυχραιμία. Δεν μιλάμε για μεταγενέστερες μνήμες που αλλοίωσε ο χρόνος, αλλά για γνήσιες μαρτυρίες της εποχής, για πρωτογενές υλικό ανάλογης σημασίας και πιστότητας με το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Καταγράφονται οι τελευταίες τους μέρες στον τόπο τους μέχρι και την ημέρα που πρόκειται να στοιβαχτούν σ’ ένα βαγόνι για το κολαστήριο.

Οι επιστολές που συγκεντρώνονται στο βιβλίο «Μη με ξεχάσετε» σε επιμέλεια Λέοντα Σαλτιέλ είναι ανατριχιαστικά ανθρώπινες φέτες καθημερινότητας. Η ανήσυχοι γονείς δεν επιβαρύνουν τα παιδιά τους με μακάβριες σκέψεις σε σχέση με την τρομερή τους μοίρα. Η υποβόσκουσα ταραχή καλύπτεται με στοργικές και καθησυχαστικές ανάσες απαντοχής. Η αφήγηση από τον Βασίλη Βασιλάκη διαθλάται συναισθηματικά στις κινήσεις των τεσσάρων χορευτριών, που ενδεδυμένες με τα κοστούμια εποχής της Έλενας Κατσούρη αντανακλούν την καταδικασμένη αισιοδοξία μιας προδιαγεγραμμένης τραγωδίας.

Το κουαρτέτο εγχόρδων του Μέντελσον είναι κάτι περισσότερο από ένα στιβαρό μουσικό υπόβαθρο και στην οικονομία της παράστασης δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί αλλιώς παρά ζωντανά. Ο πρώιμος, ορμητικός ρομαντισμός του -νεότατου όταν το έγραψε- Εβραιογερμανού συνθέτη διατρέχει το δρώμενο με υπαρξιακή σφοδρότητα. Στη σκηνή του Παλλάς απλώνονται, ίσως πιο ανάρια απ’ ότι πρέπει, ένας ηθοποιός, τέσσερις χορεύτριες και τέσσερις μουσικοί. Ακόμη και η αμηχανία που προκύπτει όταν ο ένας δημιουργός εισέρχεται στα χωράφια του άλλου αποδεικνύεται καρποφόρα, καθιστώντας ακόμη πιο ισχυρή την προσδοκώμενη γροθιά στο στομάχι.

Ελπίζω οι συνθήκες να επιτρέψουν στις Ασώματες Δυνάμεις να παρουσιάσουν την παράσταση αυτή στη Θεσσαλονίκη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξασθενεί η δυναμική κι ο σκοπός της όταν παρουσιάζεται στην Κύπρο ή όπου γης υπάρχουν οφειλήματα επί τάπητος, αλλά και υπό τον τάπητα.