Τα πράγματα που οργάνωσε στη ζωή του δεν ήρθαν όπως τα δρομολόγησε, όμως αυτά που δεν περίμενε ήρθαν και τον αγκάλιασαν. Πιστεύει ότι η ζωή έχει τα δικά της κρυφά μονοπάτια, για να σε υποδεχτεί όταν θέλει. Και σ’ αυτούς τους μαγικούς δρόμους τον οδήγησε η στιχουργική.
Έφτασε στο ραντεβού μας αναστατωμένος. Ήταν το πρωινό που έμαθε ότι ο φίλος και συνεργάτης του, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, είχε πεθάνει από καρδιά. Λίγες μέρες πριν, τον είχε φιλοξενήσει στην Κύπρο, σε ένα διήμερο εργαστήρι στιχουργικής στον Λαζανιά. «Έκανα μια συζήτηση μαζί του για την τέχνη τού να μελοποιείς τραγούδια. Ήταν γλυκύτατος, κάναμε μια πολύ ζεστή κουβέντα για μια ώρα και μετά μας τραγούδησε μαζί με μαθητές τού εργαστηρίου στιχουργικής του. Έχω σοκαριστεί με την είδηση του θανάτου του, λυπήθηκα που έφυγε τόσο ξαφνικά και άδικα. Ήταν ένας εξαιρετικός συνθέτης που άφησε μια περιουσία από τραγούδια. Το πρώτο τραγούδι που μου έγραψε ο Μαχαιρίτσας, με τίτλο «Βέρα», θα κυκλοφορούσε στον δίσκο του, τέλος του Σεπτέμβρη», μου λέει. Εκτός από τον Μαχαιρίτσα έχει κάνει πολλές άλλες συνεργασίες με τους σημαντικότερους τραγουδιστές και συνθέτες στην Ελλάδα. Αρχικά τον γνωρίσαμε μέσα από το τραγούδι «Κερύνεια», ωστόσο αυτό που του χάρισε μεγάλη φήμη και τον έκανε ευρέως γνωστό είναι τα «Διόδια».
Καθώς πίνει μερικές γουλιές καφέ, συζητάμε για την επιστροφή του από τη Νέα Υόρκη στην Κύπρο, έπειτα από 35 χρόνια. Πήγε στην πόλη του Μεγάλου Μήλου σαν φοιτητής το ’82, με στόχο να σπουδάσει και να επιστρέψει. Εκεί βρήκε δουλειά για τα προς το ζην στην ελληνοαμερικανική εφημερίδα «Πρωινή». «Η εκδότρια Φανή Χόλντεϊ μου ζήτησε να δουλέψω μόνιμα και χωρίς να το καταλάβω δεν επέστρεψα. Τον Ιούνιο του 2016 έγινε ένα αφιέρωμα στο έργο μου, στο Σκαλί της Αγλαντζιάς. Εκεί ένιωσα ότι ξαφνικά απουσιάζω πολύ από τον τόπο μου, είδα τη ζεστασιά του κόσμου που αγκάλιασε τα τραγούδια μου και συγκινήθηκα. Έτσι, αποφάσισα να κάνω ένα βήμα επιστροφής χωρίς να είμαι σίγουρος ότι υπάρχει κάτι μόνιμο στη ζωή μου. Θεωρώ ότι οι αποφάσεις που παίρνουμε, ποτέ δεν είναι μόνιμες».
– Έτσι λειτουργούσες πάντα στη ζωή σου; Ναι, ακολουθώ το ένστικτό μου και το συναίσθημά μου κυρίως. Έτσι κι αλλιώς στην Αμερική ένιωθα ότι ζούσα σε ένα προσωρινό ξενοδοχείο.
– Επιστρέφοντας, βρήκες την Κύπρο που φανταζόσουν; Η επιστροφή μου δεν είναι η ρομαντική επιστροφή που ονειρευόμουν. Είναι όμως μια επιστροφή που την ήθελα. Η Κύπρος έχασε από την ευαισθησία που νόμιζα ότι ακόμα διατηρεί, με γενναίες όμως εξαιρέσεις. Πραγματικά, στην Κύπρο έχουμε ανθρώπους που είναι ευαίσθητοι μέχρι άγιοι. Αλλά αυτός ο τόπος κουβαλά πολλές δυσκολίες, πολλά κενά. Θα μπορούσε να ήταν ο παράδεισος και να ήταν μια μεγάλη αγκαλιά για πολλούς ανθρώπους. Επίσης, η υπόθεση της κατοχής της μισής μας πατρίδας είναι ένα μεγάλο κομμάτι, που με θλίβει αφάνταστα κάθε μέρα.
– Οι ρίζες σου απ’ ό,τι ξέρω ξεκινούν από τον Λαζανιά; Σ’ αυτό το χωριό πήγα το 1963 στην πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν έγιναν οι διακοινοτικές ταραχές στη Λευκωσία. Είναι το χωριό της μητέρας μου ο Λαζανιάς. Είχα μια τεράστια αγάπη για τη γιαγιά μου και πολλά καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας τα πέρασα μαζί της. Είμαι ευγνώμων που γνώρισα αυτό το κομμάτι της Κύπρου. Ένα χωριό τόσο παραδοσιακό, μικρό μα τόσο ζεστό. Κάποια στιγμή θα ήθελα να γίνω μόνιμος κάτοικος και να έχω εκεί ένα ερημητήριο.
– Μεγάλωσες στον Άγιο Κασσιανό. Πώς ήταν εκείνα τα χρόνια; Όταν μας απομάκρυναν τα Ηνωμένα Έθνη από το Δημοτικό Σχολείο του Αγίου Κασσιανού, που το χρησιμοποιούσαν ως βάση τους, φοιτήσαμε σε διάφορα σπιτάκια που ενοικίασε το σχολείο. Θυμάμαι την περιοχή σαν ένα τοπίο γεμάτο εικόνες. Ήταν μια φτωχή γειτονιά της Λευκωσίας και κατάφερα να συνδεθώ πολύ μαζί της. Αλλάξαμε τρία σπίτια στην παιδική μου ηλικία. Κατάγομαι από πολύ φτωχή οικογένεια και η μητέρα μου έβρισκε εκεί φθηνά σπίτια. Επίσης δεν ξεχνώ τις διακοινοτικές ταραχές του ’63, στα έξι μου.
– Πώς βίωσες ως παιδί αυτή την εμπειρία; Θυμάμαι τις μάχες, τους πυροβολισμούς… Ήταν σκληρές εικόνες. Κάτι άλλο που μου έμεινε χαραγμένο στη μνήμη, είναι οι συναντήσεις μου κάποιες φορές με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Εκεί που είναι τώρα το Φτωχοκομείο, δίπλα στην Πύλη Αμμοχώστου, προσγειωνόταν το ελικόπτερο του Μακάριου. Τον περίμενε η λιμουζίνα του και τον πήγαινε στην Αρχιεπισκοπή. Όταν άκουγα ελικόπτερο έτρεχα κοντά στο μακαρονοποιείο Μιτσίδη και επειδή ο Μακάριος με γνώριζε πια φυσιογνωμικά, άνοιγε το παράθυρο του αυτοκινήτου, με χαιρετούσε και συνέχιζε.
– Η μητέρα σου τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σου; Η μητέρα μου είναι ο ήρωάς μου. Μια γυναίκα που προέρχεται από μια πολύ φτωχή οικογένεια, κατέβηκε από το χωριό, τον Λαζανιά, στα 17 της, έμαθε ραπτική, έκανε τέσσερα παιδιά. Πρόσφερε τα πάντα στα παιδιά της. Είναι απ’ αυτές τις μητέρες που τις ονομάζω ηρωίδες. Η Κύπρος έχει πάμπολλες τέτοιες ηρωίδες, οι γυναίκες της Κύπρου είναι φτιαγμένες από ένα σπάνιο υλικό. Ο πατέρας μου μας εγκατέλειψε όταν ήμουν τεσσάρων ετών. Γι’ αυτό και οι δυσκολίες της μητέρας μου με το θέμα της επιβίωσης και του μεγαλώματός μας.
– Βοηθούσες κι εσύ από μικρός την οικογένεια; Από πολύ μικρός, από τα 13 μου, εργαζόμουν τα καλοκαίρια στο ξενοδοχείο Semiramis, στις Πλάτρες και τους υπόλοιπους μήνες σε μια χαρτοπαικτική λέσχη στη Λευκωσία. Βράδια ολόκληρα και πήγαινα το πρωί με το ζόρι στο σχολείο, γιατί ξενυχτούσα.
– Με τι τραγούδια μεγάλωσες; Μικρός άκουγα μουσική από το ΡΙΚ. Αυτά τα ακούσματα με καθόρισαν όσον αφορά την προσωπική μου αισθητική. Το ΡΙΚ τότε έπαιζε ποιοτικά τραγούδια και ρουφούσα αυτές τις εκπομπές, μουσικές, λογοτεχνικές.
– Αρκετά από τα τραγούδια σου αναφέρονται στην Κερύνεια, την Πράσινη Γραμμή, τον Πενταδάχτυλο. Αυτή η αγάπη για τον τόπο σου έχει να κάνει με το ότι μεγάλωσες στην καρδιά της Λευκωσίας; Προτού φύγω από την Κύπρο στα 20 μου, θυμάμαι πως από μικρό παιδί αγαπούσα τη Λευκωσία. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά είναι ένας έρωτας αυτή η πόλη και ο τόπος μου.
– Η Αθήνα τι ρόλο έπαιξε στη μουσική σου παιδεία; Στην Αθήνα πήγα στα 20 για να σπουδάσω Πολιτικές Επιστήμες, ενώ παράλληλα δούλεψα στις ειδικές εκδόσεις του Οργανισμού Λαμπράκη. Πέρα από το πανεπιστήμιο που σπούδασα, η ίδια η πόλη, οι εμπειρίες, οι δυσκολίες, η κοινωνία, ήταν ένα επιπρόσθετο πανεπιστήμιο για μένα. Και αισθάνομαι τυχερός που, πριν την Αμερική, έκανα αυτό το πέρασμα για τέσσερα χρόνια από την Αθήνα. Εκεί εμπεδώνεις την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, μαθαίνεις ποιος είσαι. Έτσι, όταν πήγα στην Αμερική αυτά τα βιώματα με βοήθησαν να κρατήσω τις ρίζες μου.
– Μικρός έγραφες ποίηση; Ναι, το πρώτο μου ποίημα το έγραψα στα 14. Επίσης στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο έπρεπε πάντα να σηκώνομαι για να διαβάσω την έκθεσή μου, κάτι που είχε αρχίσει να γίνεται κουραστικό για μένα.
– Γιατί λες ότι ήταν κουραστικό; Δεν συνειδητοποιούσα ότι ήμουν καλός σ’ αυτό.
– Πότε ένιωσες έτοιμος ν’ ασχοληθείς με τη στιχουργική; Βασικά, οι καταβολές μου είναι η ποίηση. Εγκατέλειψα τη στιχουργική στα φοιτητικά μου χρόνια, ασχολήθηκα με την ποίηση και επέστρεψα στη στιχουργική στα 45 μου. Μετά από μια μεγάλη διαδρομή στην Αμερική, με πολλές εμπειρίες. Και νομίζω ότι ο καθένας υπηρετεί καλύτερα αυτό που αγαπά, όταν αισθανθεί ώριμος. Ομολογώ ότι ωρίμασα αργά όσον αφορά τη γραφή μου.
– Ήθελες από μικρός να γίνεις στιχουργός; Όχι, πήγα στην Αθήνα για να σπουδάσω Πολιτικές Επιστήμες και μετά στην Αμερική σπούδασα Γραφικές Τέχνες στο Pratt Institute.
– Πώς έκανες το μεγάλο βήμα να μεταναστεύσεις στην Αμερική; Είχα τάσεις φυγής πάντα και όταν ένας φίλος με προσκάλεσε να πάω, ανταποκρίθηκα. Όταν έφτασα στη Νέα Υόρκη, είχα μόνο το πρώτο ενοίκιο. Βρήκα δουλειά στην εφημερίδα «Πρωινή». Στη συνέχεια παντρεύτηκα, μετά έκανα και δική μου δουλειά. Όμως δεν είμαι καλός επιχειρηματίας, γι’ αυτό δυσκολεύτηκα πολύ με το θέμα της επιβίωσης. Ήμουν σε έναν κόσμο πολύ ρομαντικό, περισσότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε, αλλά τα κατάφερα. Ήμουν τυχερός γιατί ήρθα σε επαφή με τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Αμερικής. Ήταν μια όαση για τους Κύπριους. Θυμάμαι πως τα πρώτα 800 δολάρια για να πληρώσω τα δίδακτρά μου, μου τα πρόσφερε αυτός ο Σύνδεσμος. Και εγώ βέβαια συνέβαλα στην ίδρυση της Φιλαρμονικής του Συνδέσμου. Ήταν ένα σπίτι που με βοήθησε. Εκεί βρήκα μια δεύτερη οικογένεια για μένα.
– Πώς ξανάπιασες το νήμα της στιχουργικής; Στα πρώτα χρόνια είχα μεγάλο άγχος για την επιβίωση. Ξύπνησα ένα πρωί, στα 45 μου και λέω «μα γιατί δεν γράφω; Γιατί δεν κάνω αυτό το οποίο αγαπώ πολύ;». Άκουγα πάντα ελληνική μουσική στην Αμερική, ήθελα να παντρέψω τον λόγο μου με αυτήν και ο μόνος τρόπος ήταν να γράψω στίχους.
– Ποια ήταν η καθοριστική στιγμή που σου άνοιξε τον δρόμο; Όταν άρχισα να μπαίνω βαθιά στην υπόθεση που λέγεται στίχος, έτυχε να γνωρίσω τον Γιώργο Νταλάρα, αυτόν τον τεράστιο ερμηνευτή, όταν ήρθε στη Νέα Υόρκη για μια μεγάλη συναυλία που κάναμε για την Κύπρο. Όταν βρέθηκα στην Αθήνα είδε το έργο μου, μου είπε τη γνώμη του και με παρότρυνε να δώσω στίχους μου στον Παντελή Θαλασσινό. Ένα από τα πρώτα τραγούδια σε δικούς μου στίχους ήταν το «Κερύνεια», το 2006. Ο Θαλασσινός έκανε τη σύνθεση και το τραγούδησε ντουέτο με τον Νταλάρα. Ταυτόχρονα και άλλοι σημαντικοί άνθρωποι του ελληνικού τραγουδιού γνώρισαν τη δουλειά μου και με εμπιστεύτηκαν. Πιστεύω πως αν το έργο του κάθε δημιουργού είναι αξιοπρεπές, δεν υπάρχει λόγος να μην έχει κάποια εξέλιξη.
– Έχεις πάει στην Κερύνεια μετά την εισβολή; Πήγα προτού ανοίξουν τα οδοφράγματα, με μια ομάδα Κυπρίων του Καραβά και της Λαπήθου. Έγινε μια ειδική διευκόλυνση και πήγαμε με συνοδεία των Ηνωμένων Εθνών. Τότε τα πράγματα ήταν πολύ πιο άγρια. Είχα σοκαριστεί από εικόνες και συμπεριφορές. Στην Αμερική, στους συλλόγους της παροικίας, αισθάνεσαι ότι ο πρόσφυγας και ο μη πρόσφυγας είναι το ίδιο. Εγώ δεν είμαι πρόσφυγας, αλλά για κάποιον λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω αισθάνομαι το ίδιο συναίσθημα και την ίδια απουσία που νιώθει ένας πρόσφυγας. Νιώθω ότι όλοι είμαστε πρόσφυγες. Εκείνη η επίσκεψη ήταν ένα χαστούκι για μένα.
– Το «Κερύνεια» είναι ένα γνωστό τραγούδι, όμως πολύς κόσμος δεν γνωρίζει ποιος έγραψε τους στίχους. Σε ενοχλεί που ως στιχουργός ήσουν κάποια περίοδο στην αφάνεια; Απολαμβάνω το να βρεθώ σε μια μεγάλη συναυλία, να τραγουδά ο κόσμος ένα πολύ γνωστό τραγούδι μου, τα «Διόδια» την «Κερύνεια» ή οποιοδήποτε άλλο, να κάθομαι πίσω στις κερκίδες και να μην ξέρουν ποιος είμαι. Αυτό είναι μια ευτυχία.
– Στους στίχους σου μιλάς συχνά για έρωτα. Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σου έρωτας; Ο κάθε άνθρωπος ζει τη ζωή με τον δικό του τρόπο, με βάση τα βιώματα κυρίως της παιδικής του ηλικίας. Προφανώς, εγώ στερήθηκα ένα τεράστιο κομμάτι αγάπης, αυτό που αναλογούσε στην παιδική μου ηλικία. Τα χρόνια τα παιδικά τα βίωσα με απίστευτη στέρηση και δυσκολία. Αγάπησα τη ζωή εκ των υστέρων, με πολλή προσπάθεια και επιμονή. Ο έρωτας δεν είναι μόνο η σχέση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Είναι και ο έρωτας για τη ζωή. Μου αρέσει να μιλώ για τον έρωτα, γιατί είναι η αισιοδοξία που μας κρατά ζωντανούς για να προχωρούμε και να αισθανόμαστε ότι είμαστε εδώ.
– Ποια ήταν η στιγμή που άρχισες να αγαπάς ξανά τη ζωή; Ένας άνθρωπος που βιώνει τεράστιες δυσκολίες στην παιδική του ηλικία, ποτέ δεν αισθάνεται μεγάλη αγάπη. Υπάρχει πάντα ένα ανικανοποίητο στους ανθρώπους αυτούς. Θα ομολογήσω ότι, έστω και αν με αγάπησαν άνθρωποι, δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Βέβαια, η μεγαλύτερη αγάπη και ευτυχία μου είναι τα τρία παιδιά μου που ζουν στην Αμερική. Είναι ό,τι πιο όμορφο έχω στη ζωή μου.
– Το τραγούδι ήταν μια παρηγοριά στη ζωή σου; Είναι αυτό που γλυκαίνει και θεραπεύει την ψυχή μας. Το τραγούδι είναι τρία λεπτά που μπορεί να μας χαρίσουν ένα συναίσθημα που μας θυμίζει κάτι δικό μας για να ξεχαστούμε. Το τραγούδι είναι βάλσαμο.
– Ποιοι στιχουργοί σε έχουν αγγίξει ιδιαίτερα; Θαυμάζω πολλούς, από τους στιχουργούς τον Μάνο Ελευθερίου και από τους ποιητές τον Κωνσταντίνο Καβάφη, για την απλότητα, την αμεσότητα, τις εικόνες τους και το συναίσθημα που μας χαρίζουν.
– Αλήθεια, τους στίχους για τα δημοφιλή «Διόδια» πώς τους εμπνεύστηκες; Ποτέ δεν θυμάμαι πότε έγραψα ένα τραγούδι, θυμάμαι όμως πού βρισκόμουν. Τα «Διόδια» τα έγραψα στην οδό Steinway, έναν πολυσύχναστο δρόμο στην Αστόρια όπου είχα το γραφείο μου. Ένα απόγευμα που βγήκα στον δρόμο και περπατούσα για να πάω στο αμάξι μου, είδα ένα ξένο τοπίο, τόσο πολύ ξένο που λέω, «μα πού είμαι;». Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη γεμάτη με όλες τις φυλές του κόσμου. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ένιωσα ότι ήταν κάτι τρομακτικό αυτό που έβλεπα. Μέχρι να φτάσω στο αυτοκίνητο, διύλισα μέσα μου αυτή τη σκέψη και έφτασα σε μια δικιά μου κατανόηση, ότι «εντάξει, είμαστε όλοι ξένοι και είμαστε όλοι εδώ και ο καθένας δικαιούται να είναι όπου θέλει, να πιστεύει ό,τι θέλει». Και μόλις μπήκα στο αυτοκίνητο, πήρα χαρτί και μολύβι και έγραψα αυτόν τον στίχο, μια προσευχή που γεννά μια αισιοδοξία για όλη την ανθρωπότητα.
– Τι είναι αυτό που αγγίζει τόσο πολύ τον κόσμο στα «Διόδια»; Ήταν μια μαγική στιγμή μεταξύ στιχουργού, συνθέτη και ερμηνευτών, κάτι σπάνιο. Πέραν από τους στίχους, η μουσική που έγραψε ο Σταύρος Σιόλας έδωσε φτερά στο τραγούδι και η ερμηνεία του ιδίου και της Φωτεινής Βελεσιώτου είναι μοναδική.
– Αυτό το κομμάτι σου χάρισε τη φήμη ως στιχουργού; Ναι και πραγματικά αισθάνομαι πολύ τυχερός, γιατί αυτό το ιδιαίτερο τραγούδι μου κατάφερε να αγγίξει πολύ κόσμο στην Κύπρο, στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο.
– Απ’ ό,τι γνωρίζω, αυτό το τραγούδι αγάπησε μια καλή σου φίλη, η Πόπη Μαυρογιάννη,, που έφυγε από τη ζωή πριν από πέντε χρόνια. Ναι… και κάθε χρόνο στο μνημόσυνό της στον Αγρό, παίζουμε αυτό το τραγούδι, σαν πραγματοποίηση της δικής της επιθυμίας. Η Πόπη ήταν μια εξαιρετική φίλη. Αγάπησε τα Διόδια προτού ακόμα γίνουν επιτυχία, από ένα απλό ντέμο που της έστειλα. Πολλοί άνθρωποι μου γράφουν απίστευτες ιστορίες γι’ αυτό το τραγούδι καθημερινά, ταυτίζονται με τον στίχο και βρίσκουν ένα κομμάτι από τον δικό τους εαυτό σ’ αυτό…
– Η Νέα Υόρκη σε άλλαξε ως άνθρωπο; Όταν είσαι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και ζεις σε μια πολύ σκληρή πόλη, τότε θέλεις δεν θέλεις προχωρείς με μιαν ασπίδα στο χέρι. Προσέχεις και ονειρεύεσαι, γνωρίζοντας ότι το τοπίο γύρω σου είναι σκληρό. Είναι μια πολύ γρήγορη πόλη και ταυτόχρονα έχει όλα αυτά που ένας τουρίστας αγαπά. Άμα δεν είσαι τουρίστας…
– Ωστόσο έζησες εκεί 35 χρόνια. Ναι, ξέχασα να φύγω.
– Τι εικόνες φέρνεις στη μνήμη σου όταν σκέφτεσαι τη Νέα Υόρκη; Νιώθω ευγνώμων για το ότι μια ξένη χώρα με φιλοξένησε, μου έδωσε εργασία. Μέσα από αυτή την εργασία μπόρεσα να πληρώσω τις σπουδές μου. Νιώθω ακόμη ευγνώμων γιατί η ομογένεια ήταν το δεύτερό μου σπίτι. Όλες αυτές οι εμπειρίες ήταν πολύ σημαντικές για τη ζωή μου. Έγινα καλύτερος άνθρωπος. Στην ομογένεια υπάρχουν άνθρωποι – χρυσάφι, αγαπούν την πατρίδα τους, είναι φιλάνθρωποι και βοηθούν σε ό,τι μπορούν ανιδιοτελώς.
– Κάνεις απολογισμούς για τη ζωή σου κατά καιρούς; Έχεις μετανιώσει για πράγματα που έκανες; Κάνω απολογισμούς με έναν πολύ ρομαντικό τρόπο. Ομολογώ ότι έκανα κάποια λάθη στη ζωή μου, αλλά μέσα από αυτά τα λάθη έγινα αυτός που είμαι σήμερα. Για κάποιον λόγο, ποτέ δεν λειτούργησα συμφεροντολογικά, ούτε με ενδιέφερε η ύλη. Έτσι, μετά από τόσα χρόνια εμπειριών στην Αμερική, δεν έγινα ποτέ επιχειρηματίας και ποτέ δεν σκέφτηκα τα χρήματα. Η περιουσία μου είναι μια εκατοσταριά τραγούδια, τα τρία μου παιδιά και οι άνθρωποι που πιστεύουν σε μένα.
– Τα πράγματα ήρθαν όπως θα ήθελες στη ζωή σου; Τα πράγματα που οργάνωσα δεν ήρθαν όπως τα δρομολόγησα, όμως πράγματα που δεν οργάνωσα ήρθαν και με αγκάλιασαν. Πιστεύω ότι η ζωή έχει τα δικά της κρυφά μονοπάτια για να σε υποδεχτεί όταν θέλει και όπως αυτή θέλει!
– Ο ποιητής μπορεί να επιδράσει στη ζωή των ανθρώπων; Στην εποχή που ζούμε, οι κοινωνίες είναι αφάνταστα σκληρές. Σε μια κοινωνία που έχει μια κάποια παιδεία, οι ποιητές πιστεύω ότι καθορίζουν και διδάσκουν τους ανθρώπους, φτάνει να έχουν μάτια να δουν και να μπορούν να εισπράξουν αυτά που διαβάζουν.
– «Έτσι κι αλλιώς, η ζωή δεν ξέρεις πόσο βαθιά σε πάει, πόσο μακριά σε κουβαλά, σε ποιες άγνωστες θάλασσες σε οδηγεί», γράφεις. Το απρόβλεπτο είναι η μαγεία της ζωής; Αυτούς τους στίχους τους έγραψα για να αγκαλιάσω κάποιες προσωπικές εμπειρίες που βίωσα. Και για να μπορέσω να δικαιολογήσω ό,τι μπορώ να δικαιολογήσω.
– Το «Χωρίς Εσένα» είναι ένα τραγούδι σου που τραγουδά η Αρβανιτάκη. Είναι κι αυτό ένα κομμάτι σταθμός στην πορεία σου; Τη μουσική του τραγουδιού την έγραψε ο Σταύρος Σιόλας, ένας πολύ σπουδαίος συνθέτης, τον οποίο γνώρισα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2006. Η συνάντησή μας εκείνη τη χρονιά ήταν μια καλή και μαγική στιγμή στην καλλιτεχνική μου πορεία. Αυτό το παιδί αγκάλιασε τους στίχους μου και έγραψε πάνω στα λόγια μου πολλά τραγούδια που αγαπήθηκαν. Πιστεύω πως ταιριάζει πολύ η ευαισθησία μας και ο λυρισμός μας.
– Τι έχεις στα σκαριά αυτή την περίοδο; Ετοιμάζω πολλά τραγούδια με διάφορους καλλιτέχνες. Ένας ολοκληρωμένος δίσκος, δρομολογείται με την Ελεάννα Ζεγκίνογλου, η οποία είναι μια αγαπημένη ερμηνεύτρια και συνθέτις στην Ελλάδα. Ετοιμάζουμε μια δουλειά που λέγεται ο «Φελλός», ο άνθρωπος που «καταφέρνει» να επιπλέει… Θα κυκλοφορήσει σύντομα τον Οκτώβριο, όπως και αργότερα μια ιδιαίτερη δουλειά με τον Γιώργο Νταλάρα. Παράλληλα έρχονται νέα τραγούδια με τους συνθέτες Σταύρο Σιόλα, Γιώργο Καραδήμο, Γιώργο Καζαντζή, Νίκο Ζέρβα, Σοφία Νάτσιου και άλλους.
– Κλείνοντας την κουβέντα μας, θα ήθελα να μας χαρίσεις κάποιους στίχους που σε αγγίζουν ιδιαίτερα. Θα σου πω στίχους που δεν έγιναν τραγούδι: «Αγάπη είναι και πονά / πληγή κρατάει στη ράχη / εγγόνια και δισέγγονα / γέννησε μα δεν τα ’χει».
maria.panayiotou@phileleftheros.com
Φιλgood, τεύχος 239