Στα 11 του χρόνια ονειρευόταν να γίνει μαέστρος. Στα 80 του συνεχίζει να συνθέτει, να παίζει πιάνο και να ονειρεύεται – αυτή τη φορά το ανέβασμα μιας ιταλικής όπερας. Ο Άγις Ιωαννίδης, ο μαέστρος και συνθέτης που έβαλε γερές βάσεις στη Συμφωνική Ορχήστρα της Κύπρου και στην Ορχήστρα Νέων, είναι πάντα ένα σημαντικό κεφάλαιο στα μουσικά πράγματα του τόπου.
Όσοι βρέθηκαν στο Ίδρυμα Τηλέμαχoς Κάνθος στις 5 Μαΐου, απόλαυσαν τη συναυλία «Canto ergo sum» με άριες, καθώς και τον κύκλο 15 ελληνικών και κυπριακών δημοτικών τραγουδιών με τίτλο «Εις τογ γυρόν της θάλασσας», που διασκεύασε στο επίπεδο κλασικής μουσικής ο σπουδαίος μαέστρος και συνθέτης Άγις Ιωαννίδης. Τα ερμήνευσαν η σοπράνο Μαριαλένα Αναστασιάδου και ο βαρύτονος Άλεξ Μοσκοφιάν. Με αυτή την εκδήλωση, στην οποία ο ίδιος έπαιξε πιάνο, γιόρτασε τα 80 του χρόνια μαζί με ανθρώπους που αγαπούν την καλή μουσική. Στον ίδιο χώρο μάς είχε παίξει πριν από ένα χρόνο ένα εξαιρετικό τραγούδι από τον ίδιο κύκλο, τον Άι Γιώργη τον Σκυριανό, στα εγκαίνια έκθεσης του πεθερού του, Τηλέμαχου Κάνθου. Ο Άγις Ιωαννίδης με μεγάλη εμπειρία ως μαέστρος στο εξωτερικό, είναι ο άνθρωπος που πρόσφερε πολλά στις δυο Ορχήστρες της Κύπρου, την Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα και την Ορχήστρα Νέων. Ήταν ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής και αρχιμουσικός και των δυο. Ίσως η γνώση, το ταλέντο και η εμπειρία του δεν αξιοποιήθηκαν όσο θα έπρεπε. Με αφορμή τα γενέθλιά του, μιλήσαμε για την ενδιαφέρουσα πορεία του στη μουσική. Είναι ένας άνθρωπος αξιοθαύμαστος για την προσήλωση, την πίστη και την αφοσίωσή του σ’ αυτήν.
Στο σπίτι που μεγάλωσε, η μουσική ήταν μέρος της καθημερινότητας. Οι μουσικές καταβολές του από την πλευρά της μητέρας του φτάνουν μέχρι ένα κορυφαίο μουσικό του 18ου αιώνα στη Βενετία, οι απόγονοι του οποίου καλλιέργησαν την κλασική μουσική στη Μάλτα. Μια δισέγγονη που έφτασε μέχρι την Κύπρο, ήταν πρόγονος της μητέρας του. Ο πατέρας του Κώστας Ιωαννίδης, συνθέτης και βιολιστής επιστρέφοντας το 1947 από τις σπουδές του στην Αγγλία δίδαξε μουσική στο διδασκαλικό Κολλέγιο της Μόρφου. «Στο σπίτι ακούγαμε πολλή κλασική μουσική και σε ηλικία πέντε χρόνων άρχισα να παίζω πιάνο. Ο πατέρας μου ανακάλυψε το πολύ καλό αυτί μου. Ο ίδιος συμμετείχε σ’ένα κουαρτέτο με φίλους του και τους θυμάμαι που έπαιζαν στο σπίτι μας» λέει ο ίδιος.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον με τόσα μουσικά ερεθίσματα γύρω του, δεν είναι τυχαίο που στα 11 του χρόνια ονειρευόταν ν’ ανέβει μια μέρα στο πόντιουμ και κρατώντας την μπαγκέτα να διευθύνει ορχήστρες. Ο πατέρας του όμως τον αποθάρρυνε, αφού η Κύπρος τότε δεν είχε καν ορχήστρα και οι γονείς του πίστευαν ότι δεν μπορούσε να ζήσει από τη μουσική. Όταν ήρθε η στιγμή να αποφασίσει για τις σπουδές του, με παρότρυνση των γονιών του επέλεξε την Ιατρική. Μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Εδιμβούργου, σύντομα όμως συνειδητοποίησε πως δεν ήταν αυτό που ήθελε στη ζωή του. Έτσι, συνέχισε σπουδές στη Φυσιολογία και στις Φυσικές Επιστήμες.
– Από την Ιατρική και τη Φυσιολογία πως βρεθήκατε στον χώρο της μουσικής; Σπούδαζα στο Εδιμβούργο Ιατρική, αλλά μετά τον τρίτο χρόνο αποφάσισα να κάνω ειδικότητα στη Φυσιολογία. Ήταν κάτι το οποίο με ενδιέφερε. Παράλληλα όμως, στα πλαίσια των επιστημονικών μου σπουδών είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ πολύ με τη μουσική. Έπαιζα εκκλησιαστικό όργανο, τραγουδούσα σε χορωδίες, μάλιστα διεύθυνα χορωδίες και ορχήστρες στα πανεπιστήμια. Πήγαινα παράλληλα σε θερινά μαθήματα μουσικής. Στην Αυστραλία όπου έκανα το δοκτοράτο μου στη Νευροβιολογία, υπήρξαν πολλές ευκαιρίες για να εμφανιστώ ως μαέστρος. Άρχισα να διευθύνω χορωδίες και όπερα. Αλλά ήταν δύσκολο να μοιράζω τον χρόνο μου ανάμεσα στην επιστήμη και τη μουσική και συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να αποχωριστώ τη μουσική, έτσι ξεκίνησα σπουδές σ’ αυτήν. Επειδή είχα πολλές μουσικές γνώσεις και εμπειρία, ένας Γερμανός μαέστρος μου είπε ότι δεν υπάρχει λόγος να ξεκινήσω από την αρχή και είχα την τύχη να με προσλάβουν στο Guildhall School of Music and Drama στο Λονδίνο για σπουδές μαέστρου σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Εκεί παρακολούθησα διεύθυνση ορχήστρας με τον Vilem Tausky και μετέπειτα σε master classes σε Ευρωπαϊκές χώρες. Πρέπει εδώ να αναφέρω την επιρροή που είχε στην μέθοδο και στην σκέψη μου ο μεγάλος Sergiu Celibidache.
– Τι είναι αυτό που σας ώθησε να γίνετε μαέστρος; H μεγάλη αγάπη μου για τη μουσική. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο. Είναι μια δύσκολη δουλειά που απαιτεί πολλή μελέτη και χρειάζονται γνώσεις. Αποφάσισα ν’ ακολουθήσω την παραδοσιακή πορεία: Επέλεξα να μπω σε μια όπερα όπου συνόδευα αρχικά στο πιάνο τις πρόβες. Έτσι ξεκίνησαν πολλοί σπουδαίοι μαέστροι. Στο Λονδίνο είχα καταφέρει να μπω και να εκπαιδευτώ και στο National Opera Studio, το οποίο είχαν στήσει τα μεγάλα θέατρα όπερας της Βρετανίας. Η εμπειρία αυτή ήταν αφάνταστα σημαντική για μένα. Έπειτα το 1980 πήγα να ψάξω δουλειά στη Γερμανία και βρήκα θέση στο δημοτικό θέατρο του Krefeld (κοντά στο Ντίσσελντορφ). Εκτός από τα καθήκοντά μου ως πιανίστα δοκιμών είχα την ευκαιρία να διευθύνω και παραστάσεις μπαλέτου. Μετά από δυο χρόνια βρήκα καλύτερη θέση στην πόλη Hildesheim κοντά στο Αννόβερο. Βασικό καθήκον μου ήταν να εκπαιδεύω τη χορωδία του θεάτρου και να διευθύνω και παραστάσεις όπερας και οπερέτας. Εργάστηκα εκεί οκτώ χρόνια, έπειτα πήγα στη Φινλανδία ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Vaasa City Orchestra.
– Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας με την Ορχήστρα Δωματίου της Κύπρου; Την άνοιξη του 1988 πήρα ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα από τον κ. Νίκο Παναγιώτου -ήταν τότε υπεύθυνος της Μορφωτικής Υπηρεσίας και για τις ορχήστρες που η κυβέρνηση είχε δημιουργήσει τον προηγούμενο χρόνο: την Κρατική Ορχήστρα Δωματίου και την Κρατική Ορχήστρα Νέων. Αυτός μου πρότεινε να έρθω για να διευθύνω μια συναυλία με την ΚΟΔ τον Νιόβρη. Η συνεργασία πήγε πολύ καλά, έτσι μου ζήτησαν να κάνω εισηγήσεις για την ανάπτυξη των ορχηστρών. Με προσκάλεσε ξανά τον επόμενο χρόνο για να ασχοληθώ με την Ορχήστρα Νέων. Έκανα και εδώ τις εισηγήσεις μου και έτσι ξεκίνησε μια πιο τακτική συνεργασία. Έκανα προγραμματισμούς, διηύθυνα αρκετές συναυλίες και στόχευσα στην ανάπτυξη του επιπέδου των ορχηστρών.
– Τι περιλάμβαναν οι εισηγήσεις σας; Εκείνο που εντόπισα στην ορχήστρα Νέων ήταν ότι υπήρχε απουσία κατάλληλης εκπαίδευσης παιδιών σε διάφορα όργανα. Είχαμε τότε παραγωγή βιολιστών και κάποιων άλλων οργάνων όπως φλάουτο και κλαρινέτο, όμως είχαμε και πολλές ελλείψεις. Για να καλυφθεί το κενό δημιουργήσαμε το Μουσικό Εργαστήρι της Ορχήστρας Νέων, στο οποίο δίδασκαν κυρίως ειδικοί προσκεκλημένοι από το εξωτερικό. Λόγω οικονομικών περιορισμών ξεκινήσαμε από τα όργανα για τα οποία δεν υπήρχαν νεαροί εκτελεστές όπως το όμποε, τη βιόλα και το κόρνο. Έτσι, σύντομα προσθέσαμε στην Ορχήστρα Δωματίου, που αποτελείτο τότε μόνο από λίγα έγχορδα, δυο όμποε και δυο κόρνα (ένα εκπαιδευτή και ένα εκπαιδευόμενο στο κάθε όργανο) διευρύνοντας σημαντικά το ρεπερτόριό της.
– Έπειτα από μια πετυχημένη διεθνή πορεία στο εξωτερικό, τί σας έφερε οριστικά στην Κύπρο; Αισθάνθηκα πως εδώ υπήρχε γόνιμο έδαφος για ανάπτυξη. Τέλος του 1993 ανέλαβα με διορισμό τη διεύθυνση των δυο ορχηστρών. Οι συναυλίες παρουσιάζονταν σε όλες τις πόλεις της ελεύθερης Κύπρου. Θυμούμαι πως το Παττίχειο Θέατρο στη Λεμεσό είχε πολύ καλή ακουστική. Είναι σημαντικό επίσης να αναφέρω ότι το σχέδιο εκπαίδευσης παιδιών για την Ορχήστρα Νέων στηρίχθηκε μερικώς από το Ταμείο Μουσικής και Καλών Τεχνών που ιδρύθηκε τότε από κάποιους ιδιώτες με επικεφαλής την Ανδρούλα Βασιλείου. Για 3-4 χρόνια βοηθούσε να πληρώνονται οι ειδικοί εκπαιδευτές. Αργότερα το πρόγραμμα στηρίχθηκε αποκλειστικά από το υπουργείο Παιδείας. Επίσης ξεκινήσαμε συναυλίες σε σχολεία, είχαμε πάει στο Γυμνάσιο Πεδουλά, στο Γυμνάσιο Αγρού και αλλού. Ήταν μια σημαντική προσπάθεια για τη μουσική καλλιέργεια των παιδιών.
– Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι το κοινό της κλασικής μουσικής είναι μεγάλης ηλικίας; Αυτό συμβαίνει παντού. Το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και τα άλλα μέσα βομβαρδίζουν τους νέους με ποπ και ροκ. Η Κύπρος δεν έχει παράδοση στην κλασική μουσική γιατί από το 1570 ήταν απομονωμένη από την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Δεν έχουμε περάσει την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό ούτε την Κλασική εποχή. Ήμασταν για πολλά χρόνια υπόδουλοι σε μια χώρα η οποία δεν είχε σχέση με την κλασική μουσική. Επί Αγγλοκρατίας η πρώτη αξιόλογη προσπάθεια μέσα από την δημοτική εκπαίδευση ήταν μεταπολεμικά. Ένας πεφωτισμένος διευθυντής παιδείας, ο κ. Sleight, έστειλε με υποτροφία δασκάλους να κάνουν μετεκπαίδευση στην Αγγλία σε διάφορους τομείς. Ο πατέρας μου, μετά τις σπουδές του στο Λονδίνο, δίδασκε από το 1947 μουσική στους δασκάλους στο Κολλέγιο της Μόρφου, και ως επιθεωρητής μουσικής ενεθάρρυνε τη δημιουργία χορωδιών στα δημοτικά σχολεία. Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή του Σόλωνα Μιχαηλίδη, ο οποίος σπούδασε στη Γαλλία και δίδαξε στα Γυμνάσια για κάποια χρόνια.
– Ενώ δεν έχουμε παράδοση στην κλασική μουσική, υπάρχει ένα μεγάλο κοινό που ενδιαφέρεται για την όπερα. Πώς το ερμηνεύετε; Θυμάμαι το 1995, όταν ανεβάσαμε μια όπερα σε συνεργασία με τη Λυρική Σκηνή της Λεμεσού, το Δημοτικό Θέατρο της Λευκωσίας με χωρητικότητα 1.100 άτομα ήταν γεμάτο. Η όπερα βασίζεται στην ανθρώπινη φωνή που σαγηνεύει και ενθουσιάζει. Επίσης εμπεριέχει στοιχεία όλων των τεχνών, υπάρχει το θεατρικό μέρος, το σκηνογραφικό, το μουσικό. Η ίδια η όπερα είναι σαν ένας μύθος που ελκύει το κοινό. Δυστυχώς το Φεστιβάλ Όπερας στην Πάφο, αναγνωρισμένο και στο εξωτερικό, σταμάτησε λόγω οικονομικής κρίσης και κορωνοϊού. Το 2014 είχαμε στήσει και μια χορωδία με 16 άτομα από την Κύπρο και 8 από την Ιταλία που συμμετείχαν στην όπερα. Δυστυχώς δεν υπήρξε συνέχεια.
– Πώς μπορεί να διευρυνθεί το κοινό που αγαπά την κλασική μουσική; Είναι κάτι που πρέπει να καλλιεργηθεί από μικρή ηλικία στο σπίτι και στο σχολείο. Επίσης θα πρέπει να παρουσιάζεται από τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα αυτού του είδους η μουσική. Συνήθως σ’ αυτά τα μέσα παίζουν κλασική μουσική μόνο όταν πεθάνει κάποιος.
– Υπάρχει βέβαια το Τέταρτο του ΡΙΚ με κλασική μουσική. Ναι, είναι σημαντικό αυτό το πρόγραμμα, όμως τελευταία το έχουν «παραδώσει» στο ποδόσφαιρο τα απογεύματα. Όλα αυτά είναι αντανάκλαση της τάσης της κοινωνίας.
– Διευθύνατε την Ορχήστρα Νέων από το 2005 ως το 2012. Πώς αποτιμάτε αυτή την περίοδο; Μια σημαντική ενίσχυση της προσπάθειας εκπαίδευσης των νέων ήταν η θερινή κατασκήνωση των μουσικών. Παλιά γινόταν στην Λεμεσό, όμως είχε πολλή υγρασία και δεν μπορούσαν να κουρδίσουν τα όργανα. Αναζήτησα λοιπόν ένα άλλο μέρος και καταλήξαμε στο Γυμνάσιο του Πεδουλά, όπου το κλίμα είναι καλό και ξηρό, το περιβάλλον ονειρικό. Έτσι, από το 2017 στήσαμε μια Διεθνή Μουσική Ακαδημία στην οποία έρχονταν καλοί καθηγητές από το εξωτερικό για μια-δυο εβδομάδες και έφερναν μαζί τους και κάποιους προχωρημένους μαθητές. Ανάμεσα τους ήταν και ο κ. Ματθαίος Καριόλου, ο οποίος αρχικά έφερε μαζί του κάποιους μαθητές του που ενίσχυσαν την ορχήστρα. Και όταν έβλεπαν τα δικά μας παιδιά τους ξένους να ξυπνούν από το χάραμα και να μελετούν, έπαιρναν ένα πολύ καλό παράδειγμα, μια αφύπνυση. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους μαθητές αποδείχθηκε ωφέλιμη.
– Γιατί νομίζετε ότι η πολιτεία δεν δίνει τη σημασία και τη στήριξη που πρέπει στον πολιτισμό; Δεν είναι μόνο θέμα έλλειψης ενδιαφέροντος από την πολιτεία. Είμαστε μια μικρή χώρα και η μακρόχρονη περίοδος των κατακτητών, η εισβολή και κατοχή το 1974, οδήγησαν την πολιτεία σε άλλες προτεραιότητες. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη στήριξη στις τέχνες.
– Ποιοι είναι ο αγαπημένοι σας συνθέτες; Μου αρέσουν πολύ ο Μπαχ, ο Μότσαρτ, ο Μπετόβεν. Από τους ρομαντικούς αγαπώ πολύ τον Σούμπερτ και τον Μπρούκνερ, ο οποίος δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Κύπρο.
– Η μουσική σάς έχει κάνει πιο «πλούσιο» ως άνθρωπο; Σίγουρα, το ελπίζω. Επίσης πολύ σημαντική ήταν η αλληλεπίδρασή μου με άλλους ανθρώπους της μουσικής, στο εξωτερικό και στην Κύπρο. Η ζωή σου εμπλουτίζεται όταν έχεις να κάνεις με μια μεγάλη ομάδα που αγαπά τη μουσική, διαφόρων ηλικιών και εθνικοτήτων.
– Με τη σύζυγό σας, τη σοπράνο Ελένη Κάνθου, συνεργάζεστε μουσικά; Έχουμε συνεργαστεί σε διάφορα πρότζεκτ. Ήταν δική της ιδέα να ξεκινήσω τον κύκλο με διασκευές δημοτικών τραγουδιών από την Κύπρο και την Ελλάδα. Τα λόγια και η μελωδίες είναι όπως τις γνωρίζουμε, αλλά η συνοδεία είναι άλλου τύπου. Με τη δουλειά αυτή ανεβάζω τα παραδοσιακά τραγούδια στη σκηνή της κλασικής μουσικής. Δεν είμαι ο πρώτος που το κάνει, ακολούθησα παραδείγματα μεγάλων συνθετών.
– Είστε γαμπρός του σπουδαίου ζωγράφου Τηλέμαχου Κάνθου. Τι είναι αυτό που θαυμάζετε στη δουλειά του; Με τη σύζυγό μου Ελένη παντρευτήκαμε μετά τον θάνατό του και δεν τον γνώρισα, όμως γνώριζα τη δουλειά του. Πάντα με εντυπωσίαζαν τα έργα του, ο πλούτος και οι αντιθέσεις του χρώματος. Κάτι που πρόσεξα εκ των υστέρων είναι η γεωμετρική φόρμα των έργων του. Οι ξυλογραφίες του είναι επίσης μοναδικές. Ήταν μια ιδιοφυία στο σχέδιο, μπορούσε να σχεδιάζει με ακρίβεια και γρήγορα. Είχε επίσης πολύ καλή οπτική μνήμη.
– Τα παιδιά σας ασχολούνται με τη μουσική; Η μεγάλη μου κόρη είναι μαέστρος στην Αμερική, και ο γιος μου είναι για 20 χρόνια τώρα κορυφαίος τρομπετίστας στην ορχήστρα Gewandhaus της Λειψίας. Επίσης είναι καθηγητής τρομπέτας σε Μουσικό Πανεπιστήμιο στη Γερμανία.
– Ετοιμάζετε κάτι νέο αυτή την περίοδο; Τα τελευταία χρόνια γράφω μια όπερα βασισμένη σ’ ένα δράμα του Πιραντέλο. Επίσης ένας επιφανής καθηγητής τρομπέτας στη Γερμανία, με αφορμή συναυλίας για την αφυπηρέτησή του, μου ζήτησε να του γράψω ένα έργο για 9 τρομπέτες που θα παρουσιαστεί στις αρχές Ιουνίου. Παράλληλα με έχουν καλέσει στις ΗΠΑ για να συνεργαστώ σε ένα σετ από master classes.
– Γιορτάσατε αυτές τις μέρες τα 80 χρόνια σας. Ένας άνθρωπος που η ζωή του όλη είναι αφιερωμένη στη μουσική, μπαίνει ποτέ σε σύνταξη; Η μουσική είναι αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μου και ποτέ δεν θα σταματήσω να συνθέτω να παίζω και να ακούω μουσική. Επίσης θέλω να ολοκληρώσω την όπερα που ξεκίνησα και κάποια στιγμή να την ανεβάσω κάπου….Με ενδιαφέρει πολύ να συμβάλω στην αναβίωση της ιταλικής οπερατικής παράδοσης με πιο σύγχρονο ιδίωμα.
Ελεύθερα 7.5.2023