Μπαίνοντας στον τρίτο της χρόνο η κυβέρνηση Νίκου Χριστοδουλίδη βρίσκεται σε ένα κομβικό και καθοριστικό σημείο. Σε κομβικό σημείο βρίσκονται και συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι. Θα πρέπει τόσο η πλευρά της εξουσίας όσο και της αντιπολίτευσης να πείσουν ότι μπορούν να πάνε και πέραν από δηλώσεις και ανακοινώσεις.
Το 2025 προσφέρεται για την κυβέρνηση να προωθήσει όσα πιο πολλά μπορεί για να ληφθούν αποφάσεις και να προχωρήσουν έργα. Γιατί έρχεται ένα νέο έτος εκλογών και όπως έχουν τα πράγματα θα έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τους αντιπολιτευόμενους, που σπρώχνονται μεταξύ τους για να πάρουν καλύτερη θέση, αλλά και συμπολιτευόμενους που είναι απρόθυμοι να βάλουν το χέρι τους, τουλάχιστον κοντά, στη φωτιά.
Σήμερα αυτά δεν ισχύουν
Όλες οι κυβερνήσεις από την δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα είχαν πάντοτε μια ισχυρή στήριξη στη Βουλή. Αν και στο πολιτειακό σύστημα της Κύπρου η κυβέρνηση δεν εξαρτάται από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εντούτοις μια σταθερή στήριξη εντός της Βουλής των Αντιπροσώπων αποτελούσε μια καλή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να εργαστεί.
Σήμερα, δεν υπάρχει μια συγκροτημένη συμπολίτευση όπως υπήρχε προηγουμένως. Ακόμα και στις περιπτώσεις που οι συμπολιτευόμενοι έφευγαν από το κυβερνητικό στρατόπεδο ήταν κατά τον τελευταίο ένα χρόνο ή κάποιους μήνες πριν από πολιτειακές εκλογές.
Η εκάστοτε κυβέρνηση γνώριζε ότι στη Βουλή έχει τη δική της ομάδα βουλευτών, που προέρχονταν κυρίως από το συμπολιτευόμενο ή τα συμπολιτευόμενα κόμματα. Ήξερε επίσης ότι είχε ένα κόμμα τα οποία θα έτρεχε μέσα στην κοινωνία για να μιλήσει για το κυβερνητικό έργο.
Σήμερα, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ισχύουν, μιας και στις πλείστες περιπτώσεις είναι εμφανές ότι η κυβέρνηση δεν έχει κάποιο για να ανέβει στο βήμα και να τη στηρίξει.
Συμπολιτευόμενοι που αντιπολιτεύονται
Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη υποτίθεται ότι στηρίζεται από τρεις πολιτικές δυνάμεις, το Δημοκρατικό Κόμμα, τη Δημοκρατική Παράταξη και την ΕΔΕΚ. Αυτό στη θεωρία, αλλά όχι και στην πράξη.
Στη Βουλή επί καθημερινής βάσεως, σχεδόν, γίνονται όλοι μάρτυρες βουλευτών των λεγόμενων συμπολιτευόμενων κομμάτων που αντιπολιτεύονται σκληρά την κυβέρνηση και τις κυβερνητικές αποφάσεις. Ενώ δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που βουλευτών που με τοποθετήσεις ή και ενέργειές τους θέλησαν να πλήξουν κυβερνητικές αποφάσεις ή τις έχουν αμφισβητήσει κατά τρόπο που δεν χρειαζόταν η αντιπολίτευση να κινήσει το δακτυλάκι της.
Κάποιοι εκ των βουλευτών είναι εξ εκείνων που ποτέ δεν συμφώνησαν με τη στήριξη της υποψηφιότητας Νίκου Χριστοδουλίδη το 2023 και στην πορεία βρήκαν την ευκαιρία για να εκδικηθούν.
Δείχνουν αδυναμία επιβολής
Η ύπαρξη ατίθασων και ανεξέλεγκτων βουλευτών είναι και ένα δείγμα αδυναμίας των κομματικών ηγεσιών να επιβληθούν. Χωρίς την ίδια ώρα να αντιλαμβάνονται πως ο αντίκτυπος είναι πάνω τους που στρέφεται και όχι πάνω στους ατίθασους βουλευτές τους. Δημιουργείται η εντύπωση ύπαρξης αδύναμης ηγεσίας.
Για κάποιους τα φαινόμενα αυτά οφείλονται στην ανυπαρξία συντονισμού ανάμεσα σε κυβέρνηση και στα κόμματα της λεγόμενης συμπολίτευσης. Επιμένουν ότι δεν υπάρχει ο σωστός συντονισμός, δεν υπάρχει επικοινωνία και φέρνουν ως τελευταίο παράδειγμα το θέμα των πολλαπλών συντάξεων.
Σε κάθε περίπτωση, ο πρωινός καφές μεταξύ Προέδρου, στενών του συνεργατών και ηγετών συμπολιτευόμενων δεν λειτουργεί όπως στο παρελθόν είτε επί κυβέρνηση Αναστασιάδη είτε επί Χριστόφια. Γεγονός που προσφέρει και ένα άλλοθι, καθώς ουκ ολίγες φορές οι συμπολιτευόμενοι δηλώνουν άγνοια ένεκα ελλιπούς ενημέρωσης.
Αντιπολιτευόμενοι που σπρώχνονται
Το ΑΚΕΛ βολεύτηκε από τη πρώτη στιγμή ένεκα και των όσων είχαν συμβεί στις εκλογές του 2023 και έτσι εμφανίστηκε από νωρίς να παίρνει θέση απέναντι ως αντιπολίτευση. Έκτοτε στηρίζει το αφήγημά του στις συναγερμικές καταβολές Προέδρου και υπουργών.
Ο Δημοκρατικός Συναγερμός στο μεταξύ έσπρωχνε κι αυτό να λάβει μια καλή θέση ως αντιπολίτευση. Η τελευταία πράξη αυτής της προσπάθειας οι διαγραφές μελών του κόμματος που ανήκουν στην κυβέρνηση Χριστοδουλίδη. Πράξη που ήρθε με δύο χρόνια καθυστέρηση και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα την δεδομένη στιγμή, και μάλλον θα προκαλέσει παρενέργειες στο μέλλον.
Μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ υφίσταται όμως μια σημαντική διαφορά ως προς τις πολιτικές της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη. Το μεν ΑΚΕΛ έχει ένα πιο εύκολο ρόλο καθώς μπορεί να διαφωνεί ιδεολογικά και πολιτικά αλλά και με την φιλοσοφία όσων πρεσβεύει η κυβέρνηση.
Τι γίνεται όμως με την περίπτωση του ΔΗΣΥ; Τα πράγματα καθίστανται πολύ πιο περίπλοκα απ’ ότι μπορεί να φαίνονται. Γιατί στο βάθος ένα δεξιό (ή φιλελεύθερο όπως αρέσκονται να το χαρακτηρίζουν) κόμμα, είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιπολιτευτεί μια κεντροδεξιά κυβέρνηση κατά τρόπο οριζόντιο όπως κάνει το ΑΚΕΛ.
Σχεδόν στα μισά του δρόμου
Από χθες άρχισε ήδη να μετρά ο τρίτος χρόνος διακυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη. Το Σεπτέμβρη, όταν θα ετοιμάζεται ο επόμενος προϋπολογισμός, θα είναι στα μέσα της πενταετίας και αυτό βάζει εκ των πραγμάτων αρκετή πίεση στο Λόφο αλλά και ευρύτερα.
Εκείνο που ευρέως συζητείται σε πηγαδάκια και πολιτικούς/κομματικούς διαδρόμους είναι πως κάποια πράγματα που ξεκίνησαν στραβά συνεχίζονται και σήμερα. Και αναφέρονται στην επικοινωνία εντός του κυβερνητικού σχήματος. Τα κενά στην επικοινωνία μπορούσαν να δικαιολογηθούν σε άλλες εποχές όχι όμως σήμερα με τις τόσες διευκολύνσεις που προσφέρει η τεχνολογία.
Συγκρίνοντας κάποιος την κατάσταση που υπήρχε προ διετίας με τη σημερινή, βλέπει σημεία βελτίωσης, πλην όμως τα πράγματα δεν έχουν φτάσει ακόμα στο σημείο που όλοι θα ήθελαν να δουν.
Πολύτιμο κενό ανάμεσα στις κάλπες
Το 2025 δεν είναι έτος εκλογών. Είναι από τις ελάχιστες χρονιές όπου δεν θα διεξαχθούν εκλογές και εκ των πραγμάτων βοηθά την εκάστοτε κυβέρνηση στο να προωθήσει πράγματα και να επιδιώξει να ληφθούν αποφάσεις μακριά από προεκλογικές σκοπιμότητες.
Αυτό το κενό είναι σημαντικό για μία κυβέρνηση η οποία δεν έχει διασφαλισμένη μια σταθερή στήριξη εντός του κοινοβουλίου. Μακριά από την κάλπη είναι πιο εύκολο και για τα κόμματα να στηρίξουν νομοσχέδια και κυρίως θα αποφευχθεί η όποια καταψήφιση που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να υπάρξει απλώς και μόνο γιατί είναι παραμονές εκλογών.
Το βάρος πάει στην ίδια την κυβέρνηση η οποία στο κρίσιμο αυτό δωδεκάμηνο (ουσιαστικά είναι πολύ λιγότερος ο χρόνος) θα πρέπει να λειτουργήσει στοχευμένα και να σπρώξει προς υλοποίηση όσα περισσότερα από τα «θα» είχε ανακοινώσει το προηγούμενο διάστημα.
Πολιτικές οι οποίες μπορεί να μην είναι και αρεστές ή να είναι δύσκολες, θα μπορούσαν στο διάστημα αυτό να περάσουν – έστω και μετά δυσκολίας – από τη Βουλή. Κάτι που δεν θα και τόσο εύκολο – όσο μπορεί να φαίνεται – παραμονές των βουλευτικών του 2026 ή μετά όταν ο καθένας θα κάνει το σχεδιασμό του για το ’28 και σίγουρα δεν θα ήθελε να δώσει την όποια στήριξη στην σημερινή κυβέρνηση.
Σημαντικό το στοίχημα
Προωθώντας νομοθετήματα προς τη Βουλή για έγκριση, η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη θα μπορεί από τη μια να κερδίσει την κοινή γνώμη (παρά τις βελτιώσεις που υπήρξαν υπάρχει ακόμα δρόμος για να καλύψει) και από την άλλη «αναγκάζει» τα κόμματα να της τα περάσουν.
Το όφελος θα είναι πρωτίστως για την ίδια καθώς θα δημιουργήσει ένα καλό μαξιλαράκι για τη συνέχεια και όταν πλέον το 2026 θα είναι περίοδος εκλογών και σίγουρα εκεί οι δύο πυλώνες της αντιπολίτευσης θα ανταγωνίζονται ποιος από τους δύο θα είναι πιο σκληρός προς την κυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη.
Κατά τον τρίτο χρόνο διακυβέρνησης θα διαφανεί εάν κατάφερε τελικά να πείσει την κοινή γνώμη ως προς τις δυνατότητες της. Γιατί όσο πλησιάζει προς τις εκλογές τόσο περισσότερο θα επιχειρείται να περάσει στην κοινωνία η αδυναμία των κυβερνώντων να… κυβερνήσουν.
Πέραν από τις ανακοινώσεις και τις δηλώσεις
Καθημερινά από τα κομματικά γραφεία φεύγουν ουκ ολίγες ανακοινώσεις, στα τηλεοπτικά πάνελ στοιχίζονται εκπρόσωποι των κομμάτων και οι αναρτήσεις στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι κατά δεκάδες. Με αυτό τον τρόπο επιχειρείται από πλευράς αντιπολίτευσης να ασκηθεί κριτική και να περάσουν το μηνύματα προς την κοινωνία περί της αδυναμίας των κυβερνώντων να κυβερνήσουν. Το ερώτημα είναι πόσα εξ αυτών τα μηνύματα φτάνουν στους τελικούς αποδεκτές και πόσα απ’ όλα αυτά επηρεάζουν τελικά το ακροατήριο.
Στη διάρκεια της πενταετίας δεν κρίνεται μόνο η κυβέρνηση, αλλά κρίνεται και η αντιπολίτευση. Και κρίνεται, όπως φάνηκε εδώ και μερικές πεναετίες όχι από τον θόρυβο που προκαλεί μέσα από δηλώσεις και ανακοινώσεις αλλά πρωτίστως μέσα από τις προτάσεις που καταθέτει και τα νομοθετήματα που επιτυγχάνει να ψηφίζονται.
Το επόμενο διάστημα είναι κρίσιμο τόσο για το ΑΚΕΛ όσο και τον Δημοκρατικό Συναγερμό, του δύο άξονες αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη. Θα πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να πάνε πιο πέρα από την καθημερινή τους κριτική και ότι μπορεί να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τόπος.
Το ΑΚΕΛ έδειξε πως απευθύνεται σ’ ένα σκληρό πυρήνα αριστερών και προσπαθεί να αναδείξει την ιδεολογική απόσταση που έχει από την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη.
Από την άλλη για το ΔΗΣΥ τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Στην εξωτερική πολιτική που ακολουθεί ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές και φιλοσοφία (αντίθετα η νυν κυβέρνηση σε ορισμένες περιπτώσεις έδειξε να είναι πιο αποφασιστική). Στην οικονομία η έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού δίνει την απάντηση, και στα φορολογικά πέραν από κάποιες τοποθετήσεις για την «τιμή των όπλων» δεν υφίστανται ουσιαστικές διαφορές.
Ενόψει και εξελίξεων στο Κυπριακό οι τοποθετήσεις και οι προσεγγίσεις των δύο αντιπολιευομένων θα έχουν τη δική τους σημασία και βαρύτητα. Πάντως μέχρι στιγμής οι προσεγγίσεις τους στο Κυπριακό δεν πείθουν παρά μόνο ένα σκληρό πυρήνα στελεχών και οπαδών που είναι προσανατολισμένοι προς μία κατεύθυνση. Δυσκολεύονται να περάσουν τα μηνύματά τους ευρύτερα, και αυτό αφήνει πεδίο δράσης για την κυβερνητική πλευρά να το εκμεταλλευθεί.