Ο Νίκος Χαραλάμπους, τόσο με τον επαγγελματικό και δημόσιο βίο του όσο και με την παρουσία του ως συγγραφέας και αρθρογράφος, αντιπροσωπεύει τον χαρακτήρα ανθρώπου με ισχυρή άποψη, ασυμβίβαστου σε θέματα αρχής, που αναπόφευκτα οδηγείται σε αντιπαραθέσεις προκειμένου να υποστηρίξει το δίκαιο, τις αξίες, τη δική του αλήθεια.

Για να επιτελέσει, άλλωστε, την αποστολή του ως ο πρώτος Ombudsman (όπως ονομαζόταν αρχικά ο Επίτροπος Διοικήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας), ήταν αναγκαίο να στέκεται απέναντι στη γραφειοκρατία, τη διοικητική αυθαιρεσία, την αδικία, για να υπερασπιστεί τον Πολίτη και τα δικαιώματά του χωρίς εκπτώσεις. Και κατά γενική παραδοχή το πέτυχε πλήρως.  

Στο τελευταίο βιβλίο του «Ο Κατήφορος, μια ενδοσκόπηση του αλυτρωτικού αγώνα της Κύπρου», έργο ζωής θα το χαρακτήριζα καθώς αποτυπώνει με καθαρότητα και ενάργεια λόγου τη συνολική του θεώρηση στο Κυπριακό, «που κουβαλούμε στα βιώματά μας και συνδέεται με την επιβίωσή μας», όπως γράφει, επιβεβαιώνονται, πιστεύω, τα στοιχεία που προανέφερα. Στις 330 τόσες σελίδες του βιβλίου, ο συγγραφέας παρέχει στον αναγνώστη πλήρη και αναλυτική εικόνα των σημαντικότερων σταθμών στην πορεία του Κυπριακού.

Δεν παραμένει, όμως, ουδέτερος παρατηρητής: Εκφράζει ευθαρσώς τη γνώμη του και απαντά στο διαχρονικό ερώτημα αν υπήρξαν ή όχι χαμένες ευκαιρίες λύσης. Παράλληλα, δεν διστάζει να αποδώσει ευθύνες, ακόμη και σε ηγέτες που εκτιμούσε και σεβόταν, που συνδεόταν φιλικά μαζί τους, ή τον τίμησαν με την επιλογή τους σε υπεύθυνες πολιτειακές θέσεις. Δεν χαρίζεται, βέβαια, ούτε στον Γεώργιο Γρίβα που ηγήθηκε της εγκληματικής ΕΟΚΑ Β΄, ούτε στη Χούντα που πρόδωσε την Κύπρο, ενώ αναδεικνύει τον ρόλο των ΗΠΑ και της CIA.

Για να καταλήξει, ωστόσο, ως κατακλείδα της προσωπικής του θεώρησης στα λόγια του Περικλή: «Περισσότερον φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας».

Προσυπογράφοντας την άποψη του φίλου δημοσιογράφου Κώστα Βενιζέλου, ο οποίος προλογίζει το βιβλίο : «Στον Νίκο Χαραλάμπους, είτε συμφωνεί κανείς μαζί του είτε όχι, αναγνωρίζει το γεγονός ότι όσα καταγράφει είναι αποτέλεσμα ενδελεχούς μελέτης, ιστορικής και επιστημονικής τεκμηρίωσης, κι αυτό  καθιστά το βιβλίο ένα χρήσιμο εγχειρίδιο πολιτικής, ιστορικής και νομικής επιστήμης».

Ενθαρρύνοντας όσους επιθυμούν να έχουν μία ακόμη έγκυρη άποψη στη μελέτη της ιστορίας του Κυπριακού, να αποκτήσουν και να μελετήσουν το βιβλίο, στέκομαι στη συνέχεια σε μερικές από τις πολλές ενδιαφέρουσες επισημάνσεις του συγγραφέα.

ΔΙΑΣΚΕΠΤΙΚΗ η χαμένη ευκαιρία

Ο Νίκος Χαραλάμπους, σε αντίθεση με τον γράφοντα, θεωρεί, όπως και άλλοι συγγραφείς, ότι η Διασκεπτική Διάσκεψη (1947-48) και «η απόρριψη των βρετανικών συνταγματικών προτάσεων υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία, ίσως η μοναδική».Πολύ σωστά παρουσιάζει τα δεδομένα της εποχής, μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και τη μεταφορά στην Κύπρο του θανατερού κλίματος του Ελληνικού Εμφυλίου, που επέδρασε καταλυτικά και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, τον συγκρουσιακό ρόλο της Εθναρχούσας Εκκλησίας, τη διάσπαση του ΑΚΕΛ, τη μεταστροφή του κατά της Διασκεπτικής, που αρχικά υποστήριξε, και τη στροφή του προς την Ένωση, «επιδεικνύοντας θολότητα και λιποψυχία μπροστά στα μέλη της Εθναρχίας και τις συμβουλές του Μεγάλου Αρχηγού (ενν. τον Νίκο Ζαχαριάδη του ΚΚΕ)», κατά τον Πλουτή Σέρβα. Ο Ν.Χ. θεωρεί πως, παρά το γεγονός ότι οι Βρετανοί έδωσαν ένα αποικιακό σύνταγμα περιορισμένης αυτοκυβέρνησης, θα μπορούσε να τύχει βελτίωσης και η Κύπρος, όπως συνέβη και με άλλες αποικίες, να αποκτούσε την πλήρη ανεξαρτησία της.

Τόσο στην περίπτωση της Διασκεπτικής όσο και για την επιλογή της πορείας προς « Ένωσιν και μόνον  Ένωσιν», χωρίς μάλιστα τη συναίνεση της Ελλάδας και χωρίς να υπολογιστεί σωστά ο παράγων Τουρκία, ο συγγραφέας θα υποδείξει με έμφαση ότι « Όταν ο πόθος και η αγωνιστικότητα δεν βρίσκουν την ανταπόκριση της πλευράς με την οποία επιδιώκεται να γίνει Ένωση και προσκρούουν στην αδυσώπητη γεωγραφία, τότε ο πόθος μετατρέπεται σε χίμαιρα και η αγωνιστικότητα σε φιάσκο». Άποψη που εμφανώς συνιστά κριτική, η οποία στρέφεται κυρίως κατά του Μακαρίου, ο οποίος λάμβανε τις αποφάσεις και τον οποίο «ο λαός θαύμαζε σαν είδωλο για την απροσμάχητη αγωνιστικότητά του και τον έντονο πατριωτισμό του».Αναφορικά με τις επιδιώξεις της Τουρκίας έναντι της Κύπρου που δεν εκτιμήθηκαν ως έπρεπε, ο συγγραφέας τονίζει σε πολλές περιπτώσεις στη βάση ιστορικών στοιχείων και δηλώσεων, ότι ποτέ δεν θα δεχόταν άλλη χώρα να ελέγχει το νησί, διότι, όπως επισήμως οι ηγέτες της διακήρυσσαν, «αυτός που κατέχει τη Μικρά Ασία πρέπει, για λόγους γεωγραφικούς και στρατηγικούς, να κατέχει και την Κύπρο, που φυλάσσει τα νώτα της».Κι ακόμη ότι «η Κύπρος ανήκει στην Τουρκία και ουδέποτε ιστορικά ανήκε στην Ελλάδα».

Τα μεγάλα λάθη των πρωταγωνιστών

Υπενθυμίζοντας την ξεκάθαρη θέση του Ελευθερίου Βενιζέλου ήδη από το 1931 ότι η όποια διευθέτηση του Κυπριακού θα μπορούσε μόνο να επιδιωχθεί με διπλωματικά μέσα και μόνο στο πλαίσιο της συμμαχικής σχέσης Βρετανίας-Ελλάδας, ο Ν.Χ. θεωρεί σοβαρό λάθος της ελληνικής κυπριακής ηγεσίας (ενν. του Μακαρίου) τη διεθνοποίηση του προβλήματος, παρά τη διαφωνία της ελληνικής κυβέρνησης. Σε αντίθεση με τη Διασκεπτική, δεν θεωρεί ότι οι προτάσεις Χάρτινγκ ήταν χαμένη ευκαιρία, υποδεικνύοντας, πολύ ορθά, ότι δεν πρέπει εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς να κρίνονται τα ιστορικά γεγονότα, αλλά στα δεδομένα της εποχής που συνέβαιναν.

Με εφόδιο τη νομική επιστήμη που κατέχει, ο συγγραφέας παρέχει ενδιαφέρουσες αναφορές για διάφορες πρόνοιες του συντάγματος της Κ.Δ., όπως το «κατάλοιπο της εκτελεστικής εξουσίας» που σε απόκλιση από την κλασσική μορφή του προεδρικού συστήματος ασκείται από το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι από τον Ε/Κ Πρόεδρο ή τον Τ/Κ Αντιπρόεδρο, των οποίων η εκτελεστική εξουσία περιορίζεται στα Άρθρα 47, 48, 49. Χρησιμοποιώντας τον όρο «δυαλισμός», για να εξηγήσει τα στοιχεία διαμοιρασμού της εξουσίας στις δύο κοινότητες, υποστηρίζει ότι κακώς κάποιοι χαρακτηρίζουν ομοσπονδιακό το κυπριακό κράτος, αφού δεν υφίσταντο αυτόνομες ή αυτοδιοικούμενες περιοχές και η κρατική εξουσία ασκείτο σε ολόκληρο το έδαφος της Κ.Δ. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι, παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα δεν ήταν προϊόν ελεύθερης επιλογής του λαού, με καλή θέληση μπορούσε να εφαρμοστεί. Αντί αυτού, υποδεικνύει, οι δύο κοινότητες δεν θεώρησαν τον συμβιβασμό του 1960 οριστική λύση, αλλά ενδιάμεσο σταθμό, οι μεν για την Ένωση και οι δε για τη Διχοτόμηση.

Αρνητικό δεδομένο θεωρεί ότι ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός στελεχώθηκε κατά το πλείστον από άτομα ανεπαρκή, που είχαν μόνο την ιδιότητα του αγωνιστή, και ότι υπήρξε ευρείας έκτασης βόλεμα ημετέρων. Για να καταλήξει στην εξόχως υποτιμητική άποψη ότι: «Μερικοί που πήραν ηγετικές και δη υπουργικές θέσεις ήταν αγράμματοι και άξεστοι, άλλοι ήταν νεαροί και άπειροι δικηγόροι».

ΔενυπήρξανευκαιρίεςλύσειςτουΚυπριακού

Ο Ν.Χ. υποστηρίζει επίσης ότι «ο Μακάριος, αναλαμβάνοντας το αξίωμα του ΠτΔ, έπρεπε να απαλλαγεί από τον ρόλο του Εθνάρχη», αφού ήταν πρόεδρος και των Τ/Κ. Αντί αυτού, υπογραμμίζει, «από όλη τη μετέπειτα συμπεριφορά του προκύπτει σαφώς ότι γι’αυτόν ο υπό την ηγεσία του εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας δεν τελείωσε με την ανεξαρτησία και ως εκτούτου δεν τελείωσε και ο ρόλος του ως Εθνάρχη».

Υποστηρίζει εμφαντικά ότι ούτε τα Σχέδια Άτσενσον, ούτε οι ενισχυμένες ενδοκυπριακές συνομιλίες του 1972, ούτε το Αμερικανο-καναδο-βρετανικό– Σχέδιο, και πολύ περισσότερο ούτε το Σχέδιο Ανάν, αποτελούσαν ευκαιρία λύσης του Κυπριακού. Ειδικά γι’ αυτό το τελευταίο, το οποίο ονομάζει «σαθρό κατασκεύασμα» θεωρεί ότι «για την κατάσταση που δημιουργήθηκε, συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό τα λάθη που διέπραξε η ελληνοκυπριακή ηγεσία τόσο πριν όσο και μετά το δημοψήφισμα». Τα  βέλη του στρέφονται κυρίως κατά του Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος λανθασμένα δέχθηκε την επιδιαιτησία και μετά το ΟΧΙ «έμεινε ουσιαστικά αδρανής, αντί να επιδιώξει να συζητήσει επί της ουσίας του Κυπριακού και να δείξει στον διεθνή παράγοντα και τους εταίρους της Κύπρου στην Ε.Ε. τα τρωτά του σχεδίου Ανάν που προέβλεπε ένα μη βιώσιμο, ρατσιστικό και αντιδημοκρατικό κράτος».   

Υποστηρίζοντας και τεκμηριώνοντας την άποψη ότι η τουρκική και η τουρκοκυπριακή στάση δεν έχει αλλάξει διαχρονικά ούτε κατά ένα ιώτα, εισηγείται τη χάραξη νέας εθνικής στρατηγικής, που δεν θα συνιστά όμως «ανέφικτους και επικίνδυνους δονκιχωτισμούς». Κάτι που προϋποθέτει την ύπαρξη σοβαρού εθνικού διαλόγου, που όμως «δεν είχαμε, ούτε  έχουμε στην Κύπρο, αφού το υπάρχον σαθρό και τοξικό πολιτικό σύστημα δεν επιτρέπει έναν τέτοιο διάλογο».

Είναι μία άκρως απαισιόδοξη κατάληξη του συγγραφικού πονήματος του Ν.Χ., το οποίο, όπως ελέχθη ήδη, αξίζει να διαβαστεί, έστω κι αν δεν θα βρει τους αναγνώστες σύμφωνους σε όλες τις διαπιστώσεις του.

    * Δημοσιογράφος