Όταν μία πράξη ή ένα γεγονός λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά, κατά κανόνα ελκύει την προσοχή. Στην περίπτωση που αυτή η πρώτη φορά σχετίζεται με τον αποχαρακτηρισμό απόρρητων εγγράφων μιας κρίσιμης ιστορικής περιόδου, που βγαίνουν στο φως από τα σκοτεινά αρχεία της περιβόητης ΚΥΠ (Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών), νυν ΕΥΠ (Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών) Ελλάδος, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο, αμελητέο και χωρίς σημασία συμβάν, έστω κι αν εκ πρώτης όψεως αυτά δεν περιέχουν κάποια βαρυσήμαντη, συνταρακτική, ή άγνωστη αποκάλυψη.

Αντιθέτως, επιβάλλεται να μελετηθούν λεπτομερώς, να εντοπισθούν όποια στοιχεία παρουσιάζουν ενδιαφέρον και να αξιολογηθούν αναλόγως. Εκτιμώντας τις πρώτες αντιδράσεις στην Κύπρο και την Ελλάδα, παρατηρούμε ότι η πλειονότητα όσων σπατάλησαν χρόνο να ενδιατρίψουν σ’ αυτά, μίλησαν για μη αναμενόμενη, απροσδόκητη έκπληξη που αιφνιδίασε ευχάριστα, για πρώτο θετικό βήμα, για ενέργεια με στοιχεία συμβολισμού, για προφανή πρωτοτυπία για τα ελληνικά δεδομένα. Εκδηλώθηκε και η αντίθετη άποψη, που εκφράσθηκε με τη θέση ότι πρόκειται για «ξαναζεσταμένο φαγητό», χωρίς καμιά ουσιαστική αξία, που δεν αποκλείεται να κρύβει σκοπιμότητες. Την πρώτη εκτίμηση συμμερίζεται πλήρως και ο γράφων, γι’ αυτό και αφιέρωσε πολλές ώρες για να μελετήσει, αξιολογήσει και παρουσιάσει σε λεπτομέρεια τα «Αποχαρακτηρισμένα Δελτία Πληροφοριών», φιλοδοξώντας η εργασία του αυτή να αποβεί χρήσιμο βοήθημα για κάθε ενδιαφερόμενο.

Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να διαλάθει την προσοχή ότι είναι η πρώτη φορά που η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών Ελλάδος, με πρωτοβουλία του διοικητή της, πρέσβη Θεμιστοκλή Δεμίρη, όχι μόνο παρέχει πρόσβαση στα σκοτεινά και άδυτα αρχεία της αμαρτωλής ΚΥΠ, αλλά, όπως υπογραμμίζει ο ακούραστος ερευνητής-συγγραφέας Πέτρος Παπαπολυβίου, «η αποδέσμευση συνοδεύτηκε από την ακόμη πιο ασυνήθιστη για σύγχρονο ελληνικό επίσημο αρχειακό υλικό ψηφιοποίηση και η άμεση ανοικτή προσβασιμότητα για τον οποιοδήποτε αναγνώστη, μέσω του διαδικτύου, γεγονός που προκάλεσε επίσης κατάπληξη». Παρόλο που το περιεχόμενο των εγγράφων πόρρω απέχει από τα ισχύοντα σε διάφορες χώρες, κυρίως τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο αποχαρακτηρισμός απόρρητων εγγράφων αποτελεί θεσμοθετημένη πρακτική και πολύτιμο εργαλείο στα χέρια ερευνητών και συγγραφέων, δεν παύει από του να είναι ένα πρώτο θετικό βήμα, που γεννά ελπίδες για να υπάρξει συνέχεια και, γιατί όχι, υιοθέτηση στην πράξη όσων ισχύουν διεθνώς. Μέγα ερώτημα παραμένει βέβαια, αν και πόσα τέτοια αρχεία υπάρχουν, πόσα σκοπίμως καταστράφηκαν και γιατί 50 χρόνια από τη μεγάλη εθνική προδοσία εις βάρος της Κύπρου παραμένουν κλειστά; Καθόλου άσχετο και το γεγονός ότι οι ηγέτες της Χούντας καταδικάστηκαν μεν για την επταετία και το Πολυτεχνείο, όχι όμως για την κυπριακή τραγωδία λόγω του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής.

Στη δική του θεώρηση, ο καθηγητής ιστορίας και πρόεδρος του Ιστορικού Αρχείου του Παν. Αθηνών, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, τονίζει ότι «παρόλο που το υλικό ενός κλειστού αρχείου μιας υπηρεσίας όπως η ΚΥΠ πρέπει να προσεγγίζεται με τη δέουσα προσοχή και την ανάλογη καχυποψία, για το ζήτημα της Κύπρου η πρόσβαση στα έγγραφα έχει ένα ιδιαίτερο συμβολικό και πραγματικό βάρος. Τα αρχεία και οι καταγραφές αποτελούν ένα μοναδικό παρατηρητήριο της ελληνικής κοινωνίας, με τη ματιά των πρακτόρων της».

Στη βάση αυτής της παρατήρησης (τονίζεται η φράση με τη ματιά των πρακτόρων της), και ως αποτέλεσμα της δικής μας ενδελεχούς μελέτης των αρχείων, καταγράφουμε συνοπτικά τα ακόλουθα:

-Αποτυπώνουν μόνο τη δραστηριότητα και τις εκτιμήσεις της ίδιας της τότε ΚΥΠ και όχι του χουντικού καθεστώτος.

-Είναι ελλιπή και επιφανειακά, όπως προκύπτει δε από τα ημερήσια δελτία της 15ης και 16ης Ιουλίου 1974, οι επικεφαλής της Χούντας (εν προκειμένου η κλίκα του Δημήτριου Ιωαννίδη, ο οποίος εκπαραθύρωσε τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973), κρατούσαν εκτός παιγνιδιού την ΚΥΠ. Γι’ αυτό στα δύο αυτά κρίσιμα δελτία, οι πράκτορες της ΚΥΠ εμφανίζονται να αγνοούν την εκδήλωση του πραξικοπήματος και αναφέρονται σ’ αυτό εκ των υστέρων. Τούτο οφείλεται και στο γεγονός ότι τα στελέχη της Χούντας ενεργούσαν συνωμοτικά, ήσαν κρυψίνοες, δεν εμπιστεύονταν κανένα (ούτε καν τη δική τους μυστική υπηρεσία), πλην των απολύτως εμπίστων των, τα δε μυστικά μηνύματα προωθούνταν διά ζώσης από απεσταλμένους, χωρίς γραπτά τεκμήρια.

-Απουσιάζουν από τα δελτία ακόμη και οι αναφορές δικών τους στελεχών, όπως του Αλέξανδρου Σημαιοφορίδη, επικεφαλής του κλιμακίου τής ΚΥΠ στην Κερύνεια, ο οποίος είχε αποστολή να υποκλέπτει, να ηχογραφεί, να αποκρυπτογραφεί συνομιλίες, σήματα και κάθε μορφή επικοινωνίας των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων. Και το έκανε πάρα πολύ καλά. Στις λεπτομερείς και τεκμηριωμένες αναφορές του που έχουν αποκαλυφθεί, ενημερώνει για τις προετοιμασίες και εκφράζει απόλυτη βεβαιότητα ότι η Τουρκία θα εισβάλει στην Κύπρο. Από την προηγουμένη της 20ής Ιουλίου 1974 αλλά και τις πρωινές ώρες εκείνης της ημέρας, ο ίδιος στέλλει δραματικά μηνύματα και πληροφορεί, λίγο προτού συλληφθεί από τους Τούρκους στρατιώτες, ότι η εισβολή πραγματοποιείται ήδη και τη βλέπει με τα μάτια του από κοντινή απόσταση. Αγνοήθηκε. Οι επικεφαλής του ΓΕΕΦ με εντολή της Αθήνας σύστηναν αυτοσυγκράτηση, απαγόρευσαν την ανάληψη δράσης εναντίον των εισβολέων τις πρώτες κρίσιμες στιγμές της απόβασης, διότι θεωρούσαν ότι έκαμναν άσκηση με στόχο τον εκφοβισμό και όχι απόβαση. Το χουντοκρατούμενο ΡΙΚ υπό τον συνταγματάρχη Λιασκώνη εδέησε να μεταδώσει την έναρξη της τουρκικής εισβολής και το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν με δυόμισι ώρες καθυστέρηση! Από τις αναφορές Σημαιοφορίδη δεν διασώζεται τίποτε στα δελτία, εκτός αν περιλαμβάνονται στις σκιασμένες παραγράφους.

Δεν υπάρχουν δελτία (;) για τις 7 και 14 Ιουλίου, παραμονή του πραξικοπήματος, ούτε για το
τριήμερο 20, 21 και 22 Ιουλίου, κατά το οποίο έγινε η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής.

-Αυτές οι ελλείψεις έχουν βέβαια την αξία τους, επειδή αποκαλύπτουν το ποιόν, τον χαρακτήρα, την ανικανότητα των στελεχών, το χαμηλό τους επίπεδο, τη μειωμένη τους κρίση και την ενασχόλησή τους με τα επουσιώδη, σε μια εποχή δραματικών εξελίξεων.

-Στο σύνολό τους τα έγγραφα δεν αποκαλύπτουν οτιδήποτε που διαφοροποιεί ή αναιρεί όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε. Σε πολλά σημεία των εγγράφων, ωστόσο, αποκαλύπτονται αρκετές λεπτομέρειες, γνωστές και άγνωστες, σημαντικές, όμως, ακριβώς επειδή επιβεβαιώνουν με δικά τους γραπτά και διατυπώσεις, άρα με επίσημη παραδοχή, πράξεις και ενέργειες που στα 50 χρόνια που μεσολάβησαν ήλθαν στο φως μέσα από δημοσιογραφική έρευνα ή μαρτυρίες. Άλλη είναι η αξία για τον ερευνητή να βασίζεται σε δηλώσεις ή μαρτυρίες τρίτων και διαφορετική όταν θα είναι σε θέση, να αναφέρεται σε αυτούσια ντοκουμέντα τής ίδιας τής μυστικής υπηρεσίας του στρατιωτικού καθεστώτος.

-Ένα στοιχείο που εντοπίστηκε από συναδέλφους δημοσιογράφους στην Ελλάδα και από τον γράφοντα, είναι το περίεργο, όχι ενεξήγητο, γεγονός ότι δεν βρίσκουμε πουθενά αναφορές για τη δράση και τις ενέργειες των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, στις κρίσιμες μέρες του πραξικοπήματος και της εισβολής. Κι αυτό, παρά τις σχετικές αποκαλύψεις που έγιναν από αξιωματικούς-μέλη της Χούντας, Αμερικανούς πολιτικούς και πρώην πράκτορες της CIA ((μίλησαν, για παράδειγμα, για τον ρόλο του διαβόητου Ελληνοαμερικανού πράκτορα της CIA Γκας Αβρακώτου και άλλων), οι οποίοι επιβεβαίωσαν τη στενή συνεργασία τους τόσο με στελέχη της ΚΥΠ και της Χούντας, όσο και με πολλούς πληρωμένους μυστικούς πληροφοριοδότες τους, απ’ όλο το φάσμα της ελληνικής και προφανώς της κυπριακής κοινωνίας. Ο φόβος μήπως προκληθεί εθνική ζημιά, αν αποκαλυφθεί ο σκοτεινός ρόλος των Αμερικανών, με πρώτο βιολί τον διαβόητο Χένρι Κίσινγκερ, στάθηκε μέχρι τώρα αμετακίνητη τροχοπέδη, παρόλο που από τα πιο επίσημα χείλη, όπως του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον και του επιφανούς πολιτικού Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ ακούστηκε η δημόσια συγγνώμη, για όσα η μεγάλη και κραταιά χώρας τους έπραξε εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, ευνοώντας και διευκολύνοντας την Τουρκία, στην υλοποίηση των σχεδίων της.

-Παρόλο που στα έγγραφα περιλαμβάνονται αναφορές με ελλαδικό ενδιαφέρον, το κύριο μέρος των εστιάζεται στην ταραχώδη κυπριακή σκηνή Ιουλίου-Αυγούστου 1974. Αποτυπώνουν το διχαστικό κλίμα που επικρατούσε, την εχθρότητα και το μίσος που η Χούντα και οι συγγραφείς των έτρεφαν προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, την κυβέρνησή του και το Εφεδρικό Σώμα, τη σαφή συμπάθειά και υποστήριξή τους στους καλούμενους εθνικόφρονες, τη Γριβική παράταξη και την παράνομη ΕΟΚΑ Β’, και την έντονη, σε διογκωμένο βαθμό, προβολή τού κομμουνιστικού κινδύνου, τον οποίο αξιολογούσαν ώς μεγαλύτερο από τον τουρκικό!

-Άλλο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα στελέχη της ΚΥΠ ασχολούνται και καταγράφουν πολλά στοιχεία που αφορούν στην Τουρκία παρά στην Ελλάδα. Μάλιστα, από όσα ειδικά περιέχει το Δελτίο της 17ης Ιουλίου 1974 όπως και άλλα για τις εντατικές στρατιωτικές προετοιμασίες και κινήσεις του τουρκικού στρατού, η ΚΥΠ προαναγγέλλει σε μεγάλο βαθμό και προεξοφλεί την πραγματοποίηση της εισβολής, την ώρα που οι υποτιθέμενοι αποδέκτες των αγνοούν επιδεικτικά όλες τις προειδοποιήσεις (όπως και τις προαναφερθείσες τού Σημαιοφορίδη), έχοντας τη βεβαιότητα (και την έξωθεν διαβεβαίωση) ότι η Τουρκία θα προβεί μόνο σε επίδειξη δύναμης και εκφοβισμού, και όχι σε στρατιωτική δράση.

Η ατμόσφαιρα μύριζε… πραξικόπημα

Στα Δελτία των πρώτων 12 ημερών του Ιουλίου 1974, αποτυπώνεται η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο, οι ενέργειες της Κυβέρνησης Μακαρίου να ελέγξει την Εθνική Φρουρά (Ε.Φ.) και ο φόβος του κομμουνιστικού κινδύνου. Η περιρρέουσα «μυρίζει μπαρούτι» και η πιθανότητα δυναμικής δράσης της «Εθνικής Κυβερνήσεως», χωρίς να αναφέρεται η λέξη πραξικόπημα, εμφανίζεται σχεδόν σίγουρη.

Στο Δελτίο της 1ης Ιουλίου προβάλλεται έντονα εκδήλωση συγγενών κρατουμένων (εννοούν τα παράνομα στελέχη της ΕΟΚΑ Β΄) με συμμετοχή ιερέων έξω από το οίκημα της ελληνικής πρεσβείας, με κατηγορίες για βασανιστήρια και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στις 2 Ιουλίου αναφέρεται η φράση «από την Αστυνομία παρεσχέθη η πληροφορία ότι…», γεγονός που μαρτυρεί την ύπαρξη πληροφοριοδοτών και στις τάξεις των δυνάμεων ασφαλείας. Περαιτέρω, στο σχόλιο εκφράζεται ανησυχία για προσπάθειες της Κυβέρνησης να θέσει υπό τον έλεγχό της Ε.Φ., να ενισχύσει το Εφεδρικό και να μειώσει τον αριθμό των Ελλήνων αξιωματικών. Προστίθεται: «Διά των ως άνω ενεργειών ο Αρχιεπίσκοπος αποσκοπεί εις το να καταστεί απόλυτος κυρίαρχος των δυνάμεων ασφαλείας της νήσου». Στο πλάι υπάρχει σκιασμένη γραμμή που αποκρύπτει κάτι.

Στις 3 Ιουλίου καταγράφονται πολλές πληροφορίες για την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική κατάσταση στην Τουρκία. Αναφορικά με την Κύπρο, θέση παίρνουν δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου Μιλτιάδη Χριστοδούλου, για «φημολογούμενο πραξικόπημα» και αναφορά του ότι για την αποφυγή του έγινε φιλική υπόδειξη από τη Σοβιετική πρεσβεία στη Λευκωσία προς την Ελληνική.

Στο σχόλιο αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι εκτιμάται ότι η δήλωση Χριστοδούλου περί Σοβιετικής παρεμβάσεως αποτελεί έμμεση προειδοποίηση προς την ελληνική κυβέρνηση, «εις περίπτωσιν καθ’ ην αύτη εσκέπτετο το ενδεχόμενο πραξικοπήματος εις Κύπρον». Πιο κάτω μαύρη σκίαση καλύπτει αρκετά.

Τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, με την ονομασία «ΗΜΕΡΗΣΙΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΕΠΙ ΚΥΠΡΟΥ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ», 61 τον αριθμό, καλύπτουν την περίοδο από 1η Ιουλίου 1974 μέχρι 31η Αυγούστου 1974. Για κάποιες μέρες εμφανίζονται δύο δελτία. Δεν υπάρχουν δελτία (;) για τις 7 και 14 Ιουλίου, παραμονή του πραξικοπήματος, ούτε για το τριήμερο 20, 21 και 22 Ιουλίου, κατά το οποίο έγινε η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής.

-Είναι δακτυλογραφημένα με τις γραφομηχανές τής τότε εποχής.

-Αρκετά ονόματα χωριών, περιοχών κ. λπ. είναι λανθασμένα γραμμένα, γίνεται όμως κατανοητό σε τι αναφέρονται.

-Συνήθως προτάσσουν τα συμβάντα στην Κύπρο και ακολουθούν τα υποκεφάλαια για την Τουρκία και την Ελλάδα.

-Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράγραφος κάτω από τον τίτλο «Σχόλιον», μετά την αναφορά σε κάποιο γεγονός που προηγείται, αποκαλυπτική του τρόπου σκέψης και ενεργειών των πρακτόρων της ΚΥΠ.

Αναφορές για αντικατάσταση αξιωματικών από βασιλόφρονες…

Από το Δελτίο στις 4 Ιουλίου, καταγράφουμε την εξής αναφορά: «Κύκλοι ανήκοντες εις το περιβάλλον του Αρχιεπισκόπου διατείνονται ότι ούτος επιδιώκει την απομάκρυνση απάντων των Ελλήνων αξιωματικών εκ Κύπρου και την αντικατάστασίν των δι’ Ελλήνων αποστράτων αξιωματικών, βασιλοφρόνων και αντιτιθεμένων της Επαναστάσεως.»

“Τα περί εκδιώξεως Ελλήνων Αξιωματικών εκ Κύπρου έχουν δημιουργήσει φοβίαν και άγχος εις τους εθνικόφρονας απάντων των κοινωνικών τάξεων, λόγω του κομμουνιστικού κινδύνου, όστις πιστεύεται ότι μετά την απομάκρυνσιν των Ελλήνων Αξιωματικών εκ Κύπρου θα εκδηλωθή διά δυναμικών ενεργειών”.

Στο ίδιο Δελτίο, διαβάζουμε:

Δελτίο 5 Ιουλίου, Σχόλιο: «Αι αποφάσεις της κυπριακής κυβερνήσεως περί απομακρύνσεως των Ελλήνων αξιωματικών θα έχει ολεθρίας επιπτώσεις επί του εθνικού θέματος, καθ’ όσον ο Μακάριος, περιστοιχιζόμενος πλέον υπό των κομμουνιστών, θα καθοδηγείται υπ’ αυτών μη δυνάμενος να πράξει άλλως πως.»

Στις 6 Ιουλίου δεν παρατηρείται κάτι αξιόλογο, ενώ για τις 7 δεν εκδόθηκε δελτίο. Εκείνο της 8ης Ιουλίου παραθέτει εκτενή αποσπάσματα από την επιστολή Μακαρίου προς Γκιζίκη. Καταγράφονται επίσης στρατιωτικές κινήσεις στην Τουρκία, με μετακίνηση μονάδων και διεξαγωγή ασκήσεων.

Στο Δελτίο της 9ης Ιουλίου, βλέπουμε μία άλλη διάσταση των συμβαινόντων. Τονίζεται η ανησυχία των Τουρκοκυπρίων (sic) από πιθανότητα απχώρησης των Ελλήνων αξιωματικών και πλήρη έλεγχο της Ε.Φ. από την κυπριακή κυβέρνηση. Και το ενδεικτικό σχόλιο:

“Σχόλιον

Η ενδεχόμενη αποχώρησις εκ Κύπρου των Ελλήνων Αξιωματικών έχει ανησυχήσει την Τουρκικής πλερυά, καθ’ όσον η παορυσία των εν τη Νήσαω αποτελεί εγγύησιν δια την ασφάλειαν της τ/κ μειονότητος”.

Στις 10 Ιουλίου δεν ξεχωρίζουμε κάτι ενδιαφέρον, γι’ αυτό στεκόμαστε στο δελτίο της 11ης Ιουλίου, στο οποίο προβάλλονται εκτενείς δηλώσεις του προέδρου της Βουλής και του Ενιαίου Κόμματος Γλαύκου Κληρίδη, που αξίζει να μελετηθούν στο σύνολό τους. Λόγω χώρου, εμείς στεκόμαστε στην επισήμανσή του ότι: «Ο Μακάριος, εκμεταλλευόμενος την διεθνή απομόνωσιν της Ελλάδος και την έντασιν των ελληνοτουρκικών σχέσεων, έκρινε ώς κατάλληλον την παρούσαν περίοδον, δια να εκθέση την Ελλάδα, συνεργαζόμενος με τους ευρισκομένους εις το εξωτερικόν παλαιοκομματικούς. Η Ελλάς δεν έχει περιθώρια ελιγμών προς αντιμετώπιση του Μακαρίου, δι’ ό προβλέπεται ότι θα αποχωρήσει εκ Κύπρου. Η Ελλάς δεν δύναται να διενεργήσει πραξικόπημα εις Κύπρον, διότι είναι αμφίβολον εάν επιτύχει και διότι θα έχει διεθνείς συνεπείας, εις τυχόν απόπειραν ενεργείας του».

Από το δελτίο της 12ης Ιουλίου, παραθέτουμε αυτούσιο το ακόλουθο μέρος του.

“β. Την 11/7/74 συνελήφθησαν εις Λευκωσίαν οι καταζητούμενοι Παπαδόπουλος Ελευθέριος, Διοικητής της ΕΟΚΑ Β’, Σαβεριάδης Κυριάκος, δικηγόρος Αμμοχώστου, Ανδρέας Παπαπέτρου, ε/κ λοχαγός ΚΕΝ Λάρνακος και Χατζηγεωργίου Άρης, Πρόεδρος των Εφέδρων Αξιωματικών.

Κατασχέθησαν ο οπλισμός και πολλά έγγραφα, μετξύ των οποίων κατάστασις των μελών της ΕΟΚΑ Β’ και αντίστοιχα ψευδώνυμα και ενοχοποιούντα έγγραφα τους βουλευτάς του Ενιαίου Δημητρίου Παναγιώτην και Κόσιην Νικόλαον”.

*Δημοσιογράφος (pcpavlou@gmail.com) -Η συνέχεια στην έκδοση του Φιλελευθέρου της προσεχούς Κυριακής.