Οι εκτίμηση Ερντογάν ότι οι Ευρωπαίοι είναι πρόθυμοι να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με Τουρκία τυγχάνει θετική ανάγνωσης στη Λευκωσία καθώς βλέπουν ότι ενισχύεται η δυνατότητα να ασκηθούν πιέσεις από πλευράς ΕΕ προς την Άγκυρα για να προβεί σε χειρονομίες στο Κυπριακό.

Σε δηλώσεις του έπειτα από το Υπουργικό Συμβούλιο, ο Τούρκος Πρόεδρος αναφερόμενος στις επαφές του στη Βουδαπέστη στο περιθώριο του Άτυπου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, είπε ότι «είδαμε ότι οι Ευρωπαίοι φίλοι μας είναι πολύ πρόθυμοι να βελτιώσουν τις σχέσεις με την Τουρκία υπό την πίεση των σημερινών πολιτικών εξελίξεων». Επίσης, συνέχισε «εκφράσαμε την προθυμία μας να ενισχύσουμε τη συνεργασία μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της στη βάση του win-win και του αμοιβαίου σεβασμού. Πιστεύω ότι θα δούμε τις προεκτάσεις αυτού το επόμενο διάστημα».

Η Λευκωσία η οποία από είχε, από την αρχή της διακυβέρνησης Χριστοδουλίδη, διασυνδέσει την πρόοδο στα ευρωτουρκικά με την πρόοδο στο Κυπριακό κάνει θετική ανάγνωση των δηλώσεων Ερντογάν. Εκτιμά πως η Άγκυρα δείχνει να θέλει να κρατήσει ανοικτή την ευρωπαϊκή προοπτική γεγονός που δίνει και στην ίδια την ΕΕ την ευκαιρία να σπρώξει περισσότερο στο να υπάρξει πρόοδος και στο Κυπριακό.

Η προσέγγιση της κυπριακής κυβέρνησης στηρίζεται και στην πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τουρκία. Η έκθεση τονίζει ότι η ΕΕ έχει στρατηγικό συμφέρον για ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο και για την ανάπτυξη μιας συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης με την Τουρκία. «Από αυτή την άποψη, η ΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην επανέναρξη και την πρόοδο των συνομιλιών για τη διευθέτηση του Κυπριακού για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας ΕΕ-Τουρκίας».

«Η Τουρκία συνεχίζει να υποστηρίζει μια λύση δύο κρατών, σε αντίθεση με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Είναι πλέον ύψιστης σημασίας η Τουρκία να δεσμευτεί και να συμβάλει ενεργά σε μια δίκαιη, συνολική και βιώσιμη διευθέτηση του Κυπριακού εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών, στη βάση μιας δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα και σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ, καθώς και σύμφωνα με το κεκτημένο της ΕΕ και τις αρχές στις οποίες βασίζεται η ΕΕ», τονίζει η Επιτροπή. Προσθέτει, επίσης, ότι «η Τουρκία πρέπει επειγόντως να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να εφαρμόσει πλήρως το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Συμφωνία Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας και να σημειώσει πρόοδο προς την εξομάλυνση των σχέσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία». Θα πρέπει ακόμα να ανακαλέσει αμέσως όλες τις ενέργειες και τα βήματα που έχει λάβει από τον Οκτώβριο του 2020 σχετικά με τα Βαρώσια που αντιβαίνουν στα σχετικά ψηφίσματα του του ΟΗΕ. Σημειώνεται, τέλος, ότι δεν υπήρξαν μη εξουσιοδοτημένες δραστηριότητες γεώτρησης από την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την περίοδο αναφοράς.

Υπογραμμίζεται ότι «οι σχέσεις καλής γειτονίας αποτελούν ουσιαστικό μέρος της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Ωστόσο, παραμένουν «προκλήσεις» στις διμερείς σχέσεις με ορισμένα γειτονικά κράτη μέλη της ΕΕ, ιδιαίτερα με την Ελλάδα και την Κύπρο. «Η συνέχιση του διαλόγου καλή τη πίστει και η αποχή από μονομερείς ενέργειες που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της ΕΕ και παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών της ΕΕ αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο και την ανάπτυξη μιας συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας», τονίζει η έκθεση.

Στο μεταξύ ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, σε δηλώσεις του (πηγή Μιλιέτ/ΓΤΠ) αναφέρθηκε στις ευρωτουρκικές σχέσεις επαναλαμβάνοντας ότι η επιδίωξή τους είναι η πλήρης ένταξη στην ΕΕ και υποστήριξε ότι αν και η ΕΕ τάσσεται υπέρ της προόδου σε θέματα όπως η επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης, το εμπόριο, η απελευθέρωση των θεωρήσεων και τα περιφερειακά ζητήματα, ωστόσο, η διαδικασία δεν μπόρεσε να προχωρήσει λόγω πολιτικών εμποδίων ορισμένων κρατών μελών.

Υποστήριξε, επίσης, ότι στην άτυπη σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, είδε ότι τα περισσότερα κράτη μέλη πιστεύουν στην ανάγκη να συνεχιστεί ο δομημένος και τακτικός διάλογος και οι διαβουλεύσεις με την Τουρκία σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής πολιτικής, της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας  και εξέφρασε την πεποίθηση του ότι η οριστικοποίηση θεμάτων όπως η τελωνειακή ένωση θα επιταχύνει τις σχέσεις.