Είναι η θέση μου ότι στόχος της Τουρκίας είναι η υφαρπαγή των ελληνοκυπριακών περιουσιών, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν δια της βίας των όπλων, μέσα από την Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας. Η νομιμοποίηση, δηλαδή, και εδραίωση της κατοχής μέσα από νομιμοφανείς δικαστικές διαδικασίες. Δυστυχώς, η απόφαση Δημόπουλος,  μία απόφαση σκοπιμότητας, διευκόλυνε τους στόχους της Τουρκίας, γιατί δεν είναι μόνο νομικά λανθασμένη και αντιφατική, αλλά υπάρχουν σ’ αυτήν πολιτικές προεκτάσεις και πολλές αναφορές σε μονόπλευρες πολιτικές θέσεις.

Θα περιοριστώ, όμως, και θα αναφερθώ σε εκτεταμένα αποσπάσματα από τις πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν για τις ρυθμίσεις στα θέματα του περιουσιακού. Το σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε το 2004 από τη συντριπτική πλειοψηφία του 76% των Ελλήνων της Κύπρου, επειδή ήταν ένα ετεροβαρές υπέρ της Τουρκίας σχέδιο. Αν εγκρινόταν, έδινε αμέσως στην τουρκική πλευρά τα όποια οφέλη, και ήταν πολλά, ενώ τα κάποια υπέρ της πλευράς μας θετικά σημεία θα εφαρμόζονταν σε βάθος χρόνου, μέχρι και 20 χρόνια αργότερα, χωρίς καμία εγγύηση ότι η Τουρκία θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα. Και εμείς στην Κύπρο γνωρίζουμε από κοντά την τουρκική παρασπονδία, για να μην αναφερθώ σε παραδείγματα πέραν της Κύπρου, Ίμβρο, Τένεδο, Κωνσταντινούπολη, Θράκη.

Για τη δικαιολογημένη απόρριψη από την πλευρά μας του Σχεδίου, αναφέρομαι στο άρθρο ενός έγκριτου Αμερικανού δημοσιογράφου και πολιτικού αναλυτή με ειδικότητα σε θέματα Τουρκίας και Ιράν, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 12/06/2024. Πρόκειται για τον Michael Rubin, ο οποίος μεταξύ άλλων είναι Senior Fellow at the American Enterprise Institute (AEI). Υπήρξε δε πρόσφατα για μια ορισμένη περίοδο σύμβουλος της Αμερικανικής Κυβέρνησης σε θέματα άμυνας σε Ιράκ και Ιράν. Το άρθρο έχει τίτλο “Northern Cyprus has become a terror safe-haven”. Γράφει για το σχέδιο Ανάν (το παραθέτω αυτούσιο στην αγγλική γλώσσα μόνο, για σκοπούς απόλυτης εγκυρότητας και μη περαιτέρω επέκτασης του κειμένου):

«Some Turks cite the Cypriot rejection of the 2004 Annan Plan to excuse Turkey’s continued occupation of one-third of another country, but the Cypriot rejection of Annan’s Plan was wise. While UN Secretary-General Kofi Annan described his plan as a comprehensive peace accord, it neither called for the complete withdrawal of Turkish forces nor were there enforcement mechanisms if Turkey and its proxies failed to uphold their end of the bargain. Indeed, under Annan’s plan, Turkey retained a right to intervene militarily in the future».

Στις πρόνοιες αυτού του Σχεδίου για τις ρυθμίσεις του περιουσιακού ζητήματος η απόφαση Δημόπουλος κάμνει λίαν εκτεταμένη αναφορά στις παραγράφους 9 μέχρι και 16. Στην παράγραφο 15 παρατίθενται οι πρόνοιες του Άρθρου 5 (2) του Παραρτήματος VII του Σχεδίου, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία επιτροπής αρμόδιας να αποφασίζει θέματα περιουσιών. Το παραθέτω:

«United Cyprus Republic….pursuant to Article 37 of the European Convention on Human Rights…and invoking the fact that the Foundation Agreement is providing a domestic remedy for the solution of all questions related to affected property, inform the European Court of Human Rights…that the United Cyprus Republic shall therefore be the sole responsible State Party and request the Court to strike out any proceedings currently before it concerning affected property in order to allow the domestic mechanism agreed to solve these cases to proceed.»

Ποια η σκοπιμότητα; Δεν βλέπω άλλη, παρά για να δικαιολογήσει τη δημιουργία Επιτροπής στα κατεχόμενα, η οποία θα εξέταζε τις αξιώσεις Ελλήνων-Κυπρίων για τις δια της βίας των όπλων εγκαταλειφθείσες περιουσίες τους. Δυστυχώς, το ΕΔΑΔ κάμνει χρήση των προνοιών του απορριφθέντος Σχεδίου Ανάν, για να θεμελιώσει τη σύσταση της Επιτροπής στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, ως δήθεν εσωτερικού ένδικου μέσου της Τουρκίας, με τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που της αναγνώρισε. 

Εσφαλμένη και αντιφατική απόφαση

Όμως όπως ήδη ανέφερα, κατά τη γνώμη μου η απόφαση Δημόπουλος είναι νομικά εσφαλμένη και αντιφατική. Παρακάμπτει με αδόκιμα νομικά επιχειρήματα όσα νομικά εμπόδια βρίσκονταν στον δρόμο της, με τρόπο που δείχνει ξεκάθαρα ότι στόχος ήταν να καταλήξει στην έγκριση της Επιτροπής, η οποία ήδη είχε δημιουργηθεί και λειτουργούσε στην κατεχόμενη Κύπρο. Θα επισημάνω δύο περιπτώσεις τέτοιων στρεβλών προσεγγίσεων. 

Ένα πρώτο σημείο της Δημόπουλος στο οποίο βρίσκω ότι υπάρχει μεγάλη παραδοξότητα και αντίφαση είναι το γεγονός ότι δέχεται ότι το λεγόμενο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο των κατεχομένων είναι μέρος των ενδίκων μέσων, τα οποία θα πρέπει να εξαντληθούν στα κατεχόμενα πριν κάποιος Ελληνοκύπριος αποκτήσει το δικαίωμα να προσφύγει στο ΕΔΑΔ. Να προσφύγει πρώτα στην Επιτροπή, η οποία συστάθηκε στη βάση των προδιαγραφών της νομολογίας του ΕΔΑΔ και ειδικότερα της Δημόπουλος, και μετά στο «Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο» σε δεύτερο βαθμό.  Και προκύπτει  το ερώτημα: Εφ’ όσον γίνεται αποδεκτό ότι το Ανώτατο Διοικητικό τους Δικαστήριο είναι ικανοποιητικό ένδικο μέσο, χωρίς να έχει εισαγάγει καμία από τις εισηγήσεις της νομολογίας του ΕΔΑΔ, τότε προς τι η ανάγκη δημιουργίας της Επιτροπής; Υποτίθεται ότι η Επιτροπή δημιουργήθηκε για να θεωρείται σαν ικανοποιητικό εσωτερικό ένδικο μέσο, στη βάση προδιαγραφών που θα εξασφάλιζαν την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητά της, με τη συμμετοχή μάλιστα δύο ξένων δικαστών. Αυτές οι προδιαγραφές και αυτά τα εχέγγυα δεν ισχύουν στην περίπτωση του «Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου». Ούτε ξένοι δικαστές προβλέπονται, ούτε εγγυήσεις ότι κάποιος των δικαστών του δεν έχει συμφέροντα σε περιουσία Ελλήνων Κυπρίων. Τότε γιατί το ΕΔΑΔ το δέχεται σαν μέρος των εσωτερικών ενδίκων μέσων;

Ένα δεύτερο σημείο είναι ότι η απόφαση Δημόπουλος δέχεται στην ουσία τις πρόνοιες του συντάγματος των κατεχομένων. Είναι διακηρυγμένος στόχος της Τουρκίας όπως διατυπώνεται  εκεί, ότι όλες οι ακίνητες ελληνοκυπριακές περιουσίες στην κατεχόμενη περιοχή περιέρχονται στην ιδιοκτησία της «TΔBK». Στο Άρθρο 159 παράγραφοι 1 (b) και (c) αναφέρεται επί λέξει και θα διαβάσω το αγγλικό κείμενο όπως αυτό καταγράφεται στην απόφαση Δημόπουλος: (b) “All immovable properties, buildings and installations which were found abandoned on 13 February 1975 when Turkish Federated State of Cyprus was proclaimed or which were considered by law as abandoned or ownerless after the abovementioned date, or which should have been in the possession or control of the public even though their ownership had not yet been determined . . . (c) . . . Shall[1] (υπογράμμιση δική μου) be the property of the TRNC, notwithstanding the fact they are not so registered in the books of the Land Registry Office; and the Land Registry Office shall be amended accordingly.

Σχετικό όμως είναι και το άρθρο 159 παράγραφος 4, το οποίο προνοεί ως εξής:  in the event of any person coming forward and claiming legitimate rights in connection with the immovable properties included in sub – paragraphs (b) and (c) of paragraph 1 above (concerning inter alia all immovable properties, buildings and installations which were found abandoned on 13 February 1975), the necessary procedure and conditions to be complied with by such persons for proving their rights and the basis on which compensations shall be paid to them, shall be regulated by law.

Με βάση τα πιο πάνω κάνω δύο επισημάνσεις:

(1) Ήδη όλες οι κατά την Τουρκία εγκαταλειφθείσες περιουσίες θεωρούνται σαν ανήκουσες στην λεγόμενη ΤΔΒΚ και θεωρούνται ότι έχουν ήδη εγγραφεί στο Κτηματολόγιο.

(2) Η μοναδική προβλεπόμενη θεραπεία για όποιον διεκδικεί δικαιώματα επί των περιουσιών αυτών είναι η αποζημίωση, δηλαδή η εξαγορά για την οριστική απώλεια της περιουσίας. Καμμιά άλλη θεραπεία.

Το Σύνταγμα τους είναι ο υπέρτατός τους νόμος και είναι τις επιταγές του που εφαρμόζουν μέχρι τέλους. Κάτω από την πίεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ,  έχει θεσπιστεί ο Νόμος 67 του 2005 ο οποίος προβλέπει τη δημιουργία της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας και ο οποίος επίσης προβλέπει ότι οι ιδιοκτήτες περιουσιών στα κατεχόμενα έχουν την ευχέρεια να αξιώσουν αποζημίωση, ανταλλαγή, ή αποκατάσταση. Η νομοθεσία αυτή θεσπίστηκε ώστε να θεωρηθεί ότι στην κατεχόμενη από την Τουρκία περιοχή υπάρχουν ικανοποιητικά εσωτερικά ένδικα μέσα. 

Είναι η θέση μου ότι παρά το γεγονός ότι ο σχετικός νόμος προβλέπει ότι πέραν της αποζημίωσης δυνατόν να δοθούν από την Επιτροπή και οι δύο άλλες θεραπείες, η Τουρκία παραμένει πιστή στον στόχο τον οποίο έθεσε δια του Συντάγματος του ψευδοκράτους, δηλαδή να παραμείνουν οι ελληνοκυπριακές περιουσίες στην ιδιοκτησία του. Επαναλαμβάνω ότι το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος τους και στις επιταγές του πρέπει να συμμορφώνονται οι τρεις εξουσίες: Νομοθετική, Εκτελεστική και Δικαστική. Δεν έχουν τροποποιήσει το Σύνταγμα.  Είναι επομένως η θέση μου ότι ο νόμος 67 του 2005 ήταν ένα προπέτασμα καπνού, ώστε η Τουρκία να αποσπάσει από το ΕΔΑΔ την έγκριση της Επιτροπής και να παραπέμπονται οι Ελληνοκύπριοι στις αγκάλες της κατοχικής δύναμης. Τα στατιστικά δεδομένα μιλούν από μόνα τους. Εφαρμόζουν πιστά το Σύνταγμά τους και στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων επιδικάζουν αποζημίωση για απαλλοτρίωση και όχι για απώλεια χρήσης, εφόσον θεωρούν ότι οι περιουσίες περιήλθαν στο ψευδοκράτος. Παραθέτω τα τελευταία στατιστικά στοιχεία μέχρι τις 2 Αυγούστου 2024. Από τις 1835 αιτήσεις οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιον της Επιτροπής και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διεκπεραιώθηκαν, το 86,2% κατέληξε σε αποζημίωση για εξαγορά. Ένα 0,27% κατέληξε σε αποκατάσταση αλλά μετά τη λύση του κυπριακού προβλήματος, ένα 0,19% σε ανταλλαγή και αποζημίωση, και τέλος ένα 0,43% σε αποκατάσταση και αποζημίωση.

Κανένας σεβασμός στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ

 Όμως υπάρχει και ένα άλλο δεδομένο το οποίο δείχνει την επιμονή στην εφαρμογή του Άρθρου 159 του «Συντάγματος». Ένας αριθμός Ελληνοκυπρίων ιδιοκτητών πέτυχαν την έκδοση απόφασης εναντίον της Τουρκίας στο ΕΔΑΔ, πριν από την απόφαση Δημόπουλος. Αποφάσεις οι οποίες αναγνώριζαν την ιδιοκτησία στις κατεχόμενες περιοχές και επιδίκαζαν σημαντικά ποσά αποζημίωσης για απώλεια χρήσης. Μεταξύ αυτών που πέτυχαν τέτοια απόφαση ήταν και η σύζυγός μου για περιουσία της στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου, στη γνωστή υπόθεση Μύρας Ξενίδη Αρέστης εναντίον Τουρκίας. Η Τουρκία, όχι μόνο δεν σέβεται αυτές τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ, τις περιφρονεί, δεν τις εφαρμόζει, ούτε επιστροφή αποδέχεται, ούτε αποζημίωση πληρώνει, αλλά ζητεί και κάτι άλλο που φτάνει τα όρια της ύβρεως, όχι μόνον έναντι των ιδιοκτητών, αλλά και έναντι του ίδιου του ΕΔΑΔ: Ζητεί από τους ιδιοκτήτες αυτούς όπως προσφύγουν στην Επιτροπή, η οποία να αποφασίσει για την πληρωμή αποζημίωσης, ως η Επιτροπή να είναι ανώτερο του ΕΔΑΔ  δικαστικό όργανο και μπορεί να αναθεωρήσει ή να επανεξετάσει την απόφασή του. Όμως η απαίτηση για προσφυγή στην Επιτροπή έχει τον στόχο της. Πιέζει ώστε οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ για απώλεια χρήσης να μετατραπούν σε αποφάσεις διά εξαγορά, αυξάνοντας το ποσό, χωρίς βέβαια να πληρώνει, κατά κανόνα, την πραγματική αξία αλλά πολύ ολιγότερα.

Η περίπτωση της Αμμοχώστου

Το ότι η Τουρκία επιμένει στην πιστή εφαρμογή του Άρθρου 159 του Συντάγματός τους  φαίνεται όμως και από τον τρόπο που έχει χειριστεί το θέμα των ελληνοκυπριακών περιουσιών στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου. Όσα πιο πάνω έχω αναφέρει ισχύουν και για αυτές τις περιουσίες. Όμως η Τουρκία έχει μηχανευθεί κι  άλλους τρόπους για να τις  θέσει κάτω από την ιδιοκτησία της, νομιμοποιώντας την παράνομη κατοχή. Για το θέμα της Αμμοχώστου η Τουρκία έπρεπε να υπερπηδήσει τα εμπόδια που θέτουν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, τα 550 και 789, τα οποία προνοούν για την επιστροφή των νόμιμων κατοίκων κάτω από τα Ηνωμένα Έθνη. Ισχυρίζεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιών ανήκει στο ΕΦΚΑΦ, οι οποίες όμως είχαν απολεσθεί παράνομα την περίοδο της Αγγλοκρατίας.

Αυτή η τοποθέτηση των τουρκικών Αρχών έχει μεταφραστεί σε νομολογία των δικαστηρίων του ψευδοκράτους και θα επεκταθώ σε αυτή τη νομολογία για να καταδειχθεί ποιες είναι οι προθέσεις της Τουρκίας. Θα αναφερθώ πρώτα σε μια παλιά απόφαση του 2005, η οποία εκδικάστηκε ενώπιον του λεγόμενου Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Εκδόθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2005. Στην υπόθεση αυτή το ΕΦΚΑΦ ήγειρε αγωγή εναντίον του λεγόμενου Γενικού Εισαγγελέα του ψευδοκράτους και ζητούσε δήλωση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ένα μεγάλο μέρος των περιουσιών της περίκλειστης πόλης ανήκει στο ΕΦΚΑΦ. Τελικώς εκδόθηκε τέτοια απόφαση, σύμφωνα με την οποία 1472 τίτλοι ιδιοκτησίας, που υπολογίζεται στο 95% της περίκλειστης πόλης, ανήκουν στο ΕΦΚΑΦ.

Μια άλλη σχετική απόφαση είναι αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου τους που εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2019. Πρόκειται για την υπόθεση Εταιρεία Ιωάννου εναντίον ΕΦΚΑΦ. Σε αυτήν, παρ’ όλον ότι αποφασίζεται ότι  η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει κατά πόσον ο τίτλος ιδιοκτησίας τον οποίο παρουσιάζει ενώπιόν της ο Ελληνοκύπριος ιδιοκτήτης έχει οποιαδήποτε ελαττώματα αλλά οφείλει να τον δεχθεί ως έχει, σαφώς αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο το ΕΦΚΑΦ να στραφεί εναντίον του Ελληνοκύπριου ιδιοκτήτη και να διεκδικήσει την περιουσία ενώπιον του λεγόμενου Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Επιβεβαιώνει μάλιστα ρητά την ορθότητα της σχετικής απόφασης του 2005. Με αυτό τον τρόπο ακόμη και στην περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει την απόδοση της περιουσίας στον Ελληνοκύπριο, αυτός μπορεί κάλλιστα να βρεθεί σαν εναγόμενος ενώπιον του λεγόμενου Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, το οποίο βεβαίως και θα εφαρμόσει τη νομολογία του Δικαστηρίου του 2005.

Η νομολογία τους όμως είναι αλλοπρόσαλλη. Της υπόθεσης Ιωάννου προηγήθηκε η υπόθεση της KV Mediterranean Tours Ltd V Turkey. Η Εταιρεία προσέφυγε στην Επιτροπή αξιώνοντας αποκατάσταση της περιουσίας της στην περίκλειστη πόλη και αποζημίωση για απώλεια χρήσης. Η Επιτροπή δέχθηκε αίτημα του ΕΦΚΑΦ όπως παρέμβει στη διαδικασία σαν διάδικος, αποδεχόμενη το επιχείρημα ότι η περίκλειστη περιοχή και τμήματα εκτός αυτής ανήκουν στο ΕΦΚΑΦ. Αρχικά έγινε δεκτό αίτημα της Εταιρείας ενώπιον πρωτόδικου δικαστηρίου στα κατεχόμενα και εκδόθηκε απόφαση η οποία ανέτρεπε την απόφαση της Επιτροπής. Αυτή όμως η απόφαση τελικά ακυρώθηκε από το Ανώτατό τους Δικαστήριο. Η υπόθεση εκκρεμεί τώρα ενώπιον του ΕΔΑΔ. Εν κατακλείδι, το ΕΦΚΑΦ με βάση τα δικαστήρια του ψευδοκράτους και την Επιτροπή είναι σοβαρός διεκδικητής των περιουσιών στην περίκλειστη πόλη.

Η Δημόπουλος όπλο της Τουρκίας για σφετερισμό των περιουσιών

Η απόφαση Δημόπουλος απογείωσε σε θράσος και αυθαιρεσία την Τουρκία. Της έδωσε τα όπλα για να σφετεριστεί εκ του ασφαλούς τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων. Από την στιγμή κατά την οποία το Άρθρο 159 του Συντάγματός τους έμεινε με την απόφαση Δημόπουλος άθικτο, η Τουρκία αισθάνθηκε ασφαλής ώστε να θεωρεί ότι έχει τη νομική κάλυψη του ΕΔΑΔ, για να χειρίζεται αυτές τις περιουσίες όπως επιθυμεί. Θυμίζω ότι σύμφωνα με το άρθρο αυτό, όλες οι εγκαταλειφθείσες στα κατεχόμενα περιουσίες περιέρχονται στην κυριότητα της ΤΔΒΚ και θεωρούνται ότι έχουν εγγραφεί σαν τέτοιες στα βιβλία του κτηματολογίου τους. Είναι γι’ αυτό που η Τουρκία άρχισε χωρίς να δίδει λογαριασμό σε κανένα, και βεβαίως ούτε στον εγγεγραμμένο στα νόμιμα κτηματολογικά μητρώα της Κυπριακής Δημοκρατίας ιδιοκτήτη, το ξεπούλημα των περιουσιών, σε λίγους εκλεκτούς Τουρκοκύπριους, σε Τούρκους εποίκους και μη, σε Ιρανούς, δυστυχώς σε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρόσφατα σε μεγάλους αριθμούς Ισραηλινών και Ρώσων .

Η Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας, τέκνο της Δημόπουλος, σφραγίζει τον σφετερισμό από τη στιγμή που αν ο νόμιμος ιδιοκτήτης προσφύγει στην Επιτροπή το πιθανότερο είναι να λάβει εξευτελιστικές αποζημιώσεις για την απώλεια της περιουσίας. Είναι γι’ αυτό που στο πιο πάνω άρθρο του, ο Michael Rubin γράφει: «…the United States and Europe should sanction any property sales in Northern Cyprus under Money Laundering Provisions. There is little regulation in Northern Cyprus, making it a destination of choice for those evading sanctions or seeking to avoid tax havens. Purchase of property by Turkish settlers, Syrians and Iranians, impedes resolution of Cyprus’ division. Washington should use its leverage with Jerusalem to compel a crack-down on Israeli investment in the region for the same reasons and because they are targets for kidnapping and murder».

Υπάρχουν ακόμα και Τουρκοκύπριοι που παραδέχονται την κλοπή και την επικρίνουν έντονα και αναφέρομαι σε μία συνέντευξη στην Εφημερίδα Φιλελεύθερος  στις 7 Νοεμβρίου 2021. Είναι της Uzay Bulut της οποίας η συνέντευξη  δεν έχει βεβαίως οποιαδήποτε νομική αξία, αλλά είναι Τουρκάλα δημοσιογράφος και αναλύτρια, η οποία κάνει τολμηρές αλλά πικρές παραδοχές για μας όσον αφορά τους στόχους της χώρας της. Αναφέρει επί λέξει « Όσο για την κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία, είναι ένα διαρκές έγκλημα. Τα τελευταία 47 χρόνια, σχεδόν το 40% της Κύπρου έχει λεηλατηθεί βάναυσα, ευρισκόμενο υπό τουρκική αιχμαλωσία. Αυτό που έχει κάνει η Τουρκία στον κατεχόμενο Βορρά είναι εθνοκάθαρση και καταστροφή πολιτιστικής κληρονομιάς. Συνιστά μια από τις σημαντικότερες περιπτώσεις κλοπής γης και εποικισμού στη σύγχρονη ιστορία».

Ο παράγων Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Κύπρος είναι από τον Μάιο του 2004 κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το κυπριακό δίκαιο δεν μπορεί παρά να συνάδει με το υπέρτερο δίκαιο της Ένωσης. Μήπως το δίκαιο της Ένωσης έχει την επίδρασή του στα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν; Έχω την άποψη ότι η λειτουργία και οι αρμοδιότητα που η Επιτροπή στα κατεχόμενα σύμφωνα με την Δημόπουλος έχει την ικανότητα να ασκεί, προσβάλλουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υφαρπάζουν εξουσία και καταστρατηγούν αρμοδιότητες που το δίκαιο της Ένωσης προσδίδει και αναγνωρίζει στα κυπριακά δικαστήρια. Μία επιτροπή της Τουρκίας, η οποία είναι άσχετη με το εμπράγματο δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες ρυθμίζουν τα εμπράγματα δικαιώματα των νόμιμων ιδιοκτητών περιουσίας στις κατεχόμενες περιοχές.

Είναι γνωστό ότι στην Ε.Ε. εισήλθε το σύνολο της κυπριακής επικράτειας άσχετο αν στο Πρωτόκολλο 10 το οποίο περιέχει ειδικές πρόνοιες για την είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ προβλέπεται ότι η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου αναστέλλεται στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου, μέχρις ότου υπάρξει λύση του κυπριακού προβλήματος με την κατάργηση της κατοχής.

Θα αναφερθώ εν πρώτοις στον Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Στην ουσία ο Κανονισμός αυτός αναδιατυπώνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000. Κάτω από τον τίτλο «Αποκλειστική Δικαιοδοσία» το άρθρο 24 του Κανονισμού στο βαθμό που έχει σχέση με το υπό συζήτηση θέμα έχει ως εξής:

«Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων.

  1. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
  2. σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο το κύρος καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τηρούνται τα βιβλία αυτά.»

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέτασε σε προδικαστική παραπομπή από αυστριακό δικαστήριο τις πρόνοιες του άρθρου 24 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των άρθρων 4 παράγραφος 1, και 7 σημείο 1 στοιχείο α του πιο πάνω Κανονισμού στην υπόθεση C-433/19 μεταξύ Ellmes Property Services Limited κατά SP. Είναι χρήσιμο να παραθέσω τις πρόνοιες του Άρθρου 4 παράγραφος 1:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».

Σε συντομία τα γεγονότα της κύριας δίκης είναι τα πιο κάτω:

Η Ellmes Property είναι εταιρεία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και μαζί με τον S.P είναι κύριοι οριζόντιων ιδιοκτησιών σε πολυκατοικία σε πόλη της Αυστρίας. Η Ellmes Property είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος προορισμένου να χρησιμοποιείται για τουριστικούς σκοπούς. Ο S.P ζήτησε με αγωγή όπως η εταιρεία παύσει την πιο πάνω χρήση, και όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία επικαλέστηκε την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία του άρθρου 24. Η εταιρεία επικαλέστηκε την έλλειψη κατά τόπον αρμοδιότητας και διεθνούς δικαιοδοσίας.

Με τις απαντήσεις τις οποίες το Δικαστήριο έδωσε στα προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας, ύστερα από αναίρεση την οποία άσκησε η εταιρεία, αποφάσισε ουσιαστικά ότι τα αυστριακά δικαστήρια είχαν κατά τόπον αρμοδιότητα και αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία.

Είναι δε άκρως χρήσιμο να γίνει αναφορά στα όσα το δικαστήριο αναφέρει στην παράγραφο 21 της απόφασης, η οποία έχει ως εξής:  «Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι,  κατά πάγια νομολογία, η διεθνής δικαιοδοσία του Άρθρου 4 του Κανονισμού 1215/2012, ήτοι αυτή των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, αποτελεί τον γενικό κανόνα και ότι μόνο κατά παρέκκλιση από τον γενικό αυτό κανόνα προβλέπει ο ανωτέρω Κανονισμός κανόνες περί βάσεως ειδικής και αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, σε περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις, τις οποίες ο εναγόμενος μπορεί ή πρέπει, αναλόγως της περιπτώσεως, να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους».

Βρίσκω όμως χρήσιμο να παραθέσω την επόμενη παράγραφο 22 που έχει ως εξής: «το Άρθρο 24 του εν λόγω Κανονισμού προβλέπει κανόνες περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων σχετικά με εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, οι οποίοι, ως παρέκκλιση από τον εν λόγω γενικό κανόνα, θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά».

Υπενθυμίζεται εδώ το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία στην κύρια δίκη ήταν εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Φαίνεται όμως ότι στην ίδια κατάληξη θα έφθανε το Δικαστήριο αν ο Εναγόμενος ήταν κάτοικος σε κράτος όχι μέλος της Ε.Ε. Σχετικό είναι το άρθρο 6 του Κανονισμού, στο οποίο προβλέπεται ότι «αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους με την επιφύλαξη των άρθρων 24 και 25. Το άρθρο αυτό παραπέμπει στο άρθρο 24, στο οποίο ορίζεται η διεθνής δικαιοδοσία κράτους μέλους όταν η διαφορά αναφέρεται στη ρύθμιση εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων. Αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου, ανεξάρτητα από το κράτος κατοικίας του εναγομένου και την ιθαγένεια του.

Όμως χρήσιμα και διαφωτιστικά είναι όσα αναφέρονται στις σκέψεις 53, 54 και 55 της γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα Szpunar στην πιο πάνω υπόθεση. Περιληπτικά αναφέρει ότι το ΔΕΕ αποφάσισε ότι ο βασικός λόγος απόδοσης αποκλειστικής δικαιοδοσίας είναι η ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ της διαφοράς και του κράτους μέλους το οποίο έχει δικαιοδοσία. Και περαιτέρω ότι αποκλειστική δικαιοδοσία σε διαδικασία όπου αντικείμενο είναι δικαιώματα in rem σε ακίνητη περιουσία, τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου κείται η περιουσία είναι σε καλύτερη θέση να εκδικάζουν τέτοια αγωγή, γιατί τέτοιες αγωγές πρέπει να εκδικάζονται με βάση τους κανόνες δικαίου αυτού του κράτους, θέση στην οποία αντανακλάται η αρχή Lex Rei Sitae. Άξια όμως προσοχής είναι και όσα αναφέρονται στην σκέψη 62 και ειδικότερα ότι «αναπόφευκτα δικαιοδοσία αποδίδεται σε δικαστήριο κράτους μέλους ακόμα και όταν οι διάδικοι κατοικούν σε μη κράτος μέλος».

Υπάρχει ένα ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί σχετικά με την εφαρμογή των πιο πάνω, στην περίπτωση των εις τα κατεχόμενα εγκαταλειφθεισών ακινήτων περιουσιών από τους Έλληνες της Κύπρου. Με δεδομένο ότι η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου αναστέλλεται στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου, ερωτάται αν ισχύουν όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω. Πιο συγκεκριμένα, ερωτάται αν τα κυπριακά δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία να αποφασίζουν διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων. Η απάντησή μου είναι καταφατική και εδράζεται στην απόφαση στην υπόθεση C-420/07 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ Μελέτη Αποστολίδη και David Charles Orams και άλλου, που εκδόθηκε στις 28/04/2009. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι λίγο ή πολύ γνωστά και δεν θα κάνω εκτεταμένη αναφορά σ’ αυτά. Περιορίζομαι μόνο να πω ότι αφορούσε διαφορά μεταξύ των διαδίκων για ακίνητο στην κατεχόμενη επαρχία της Κερύνειας. Το ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντα το κατείχαν και το ενέμοντο οι εναγόμενοι, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι το αγόρασαν από τρίτο πρόσωπο που το είχε αγοράσει από τις αρχές της λεγόμενης ΤΔΒΚ. Για την εκτέλεση της απόφασης στο Ηνωμένο Βασίλειο, την οποία το Ε.Δ Κερύνειας εξέδωσε υπέρ του ενάγοντα, ο τελευταίος επικαλείτο στην ουσία τις πρόνοιες του Κανονισμού 1215/2012 όπως τότε ίσχυαν σαν μέρος του Κανονισμού 44/2001.

Το κύριο ερώτημα το οποίο τέθηκε από το Court of Appeal στην Αγγλία με τη μορφή προδικαστικής παραπομπής, ήταν κατά πόσο η αναστολή της εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου εμποδίζει την εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 επί απόφασης που εκδόθηκε από κυπριακό δικαστήριο που εδρεύει στο υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας τμήμα της Κύπρου αλλά αφορά ακίνητο κείμενο στο κατεχόμενο τμήμα. Η απάντηση του Δ.Ε.Ε ήταν ότι η αναστολή της εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις περιοχές όπου η Κυπριακή Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο δεν εμποδίζει την εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000.

Αν το δίκαιο της Ένωσης με τους κανόνες που θέσπισε και την νομολογία που αναπτύχθηκε έκρινε ότι πλέον κατάλληλα δικαστήρια είναι αυτά όπου κείται το ακίνητο κατ’ αποκλειστικότητα, επειδή είναι σε καλύτερη θέση να αποφασίζουν διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα κατά μείζονα λόγο, το δίκαιο της Ένωσης είναι αντίθετο  στην εκδίκαση τέτοιων διαφορών από δικαστήρια ή επιτροπές μίας τρίτης χώρας, με βάση κανόνες δικαίου που καμία σχέση δεν έχουν με αυτούς του κράτους μέλους όπου κείται το ακίνητο.

Θα είναι πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο αν με πρώτη ευκαιρία τα κυπριακά δικαστήρια θέσουν με την μορφή προδικαστικών ερωτημάτων τα πιο πάνω θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δοθεί η αυθεντική απάντηση του Δικαστηρίου σε ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα για το δίκαιο της Ένωσης.

*(Εισήγηση που κατατέθηκε στις Διεθνολογικές Συναντήσεις Ναυπλίου, στις 28 Σεπτεμβρίου 2024)