Ένα σημαντικό κενό στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου για παύση του Γενικού Ελεγκτή εντοπίζει ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστήμιο Κύπρου, Δρ Αριστοτέλης Κωνσταντινίδης.

Κληθείς από τον «Φ» να σχολιάσει την απόφαση, υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η νομική αξιολόγηση του τρόπου και του ύφους, με το οποίο εξέφραζε ο παυθείς Γενικός Ελεγκτής τις διαφωνίες του, θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τις παραμέτρους σε σχέση με την ελευθερία έκφρασης, που έχει κατοχυρώσει το ΕΔΑΔ και που ακολουθούνται και στην κυπριακή νομολογία.

Όπως σχολιάζει ο Καθηγητής, παρόλο που δεν αποκλείεται η κατάληξη περί παύσης να ήταν η ίδια, καθώς η απόφαση είναι καταπέλτης, θα ήταν σαφώς δυσκολότερο να στοιχειοθετηθεί η αναλογικότητα του συγκεκριμένου μέτρου για έναν ανεξάρτητο αξιωματούχο, που έχει αποστολή η οποία άπτεται θεμελιωδών ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος, με σειρά παρεμβάσεων, οι οποιες αποδεδειγμένα έχουν εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, έστω εάν ορισμένες από αυτές συνοδεύονταν από την ανάρμοστη συμπεριφορά, που διαπίστωσε το Δικαστήριο.

Αναφερθείς δε στις προεκτάσεις της απόφασης, ο δρ Κωνσταντινίδης υπογραμμίζει ότι ο παραμερισμός του ανωτέρω πλαισίου, δηλαδή του μεγάλου εύρους της ελευθερίας έκφρασης, που απολάμβανε ως αξιωματούχος, επιφορτισμένος με καθήκον την πολυδιάστατη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και εστιάζοντας αποκλειστικά στην απρεπή/ανάρμοστη συμπεριφορά του, πιθανόν θα έχει αποθαρρυντική επίδραση (chilling effect) στην ελευθερία έκφρασης των διαδόχων του και ευρύτερα των κρατικών αξιωματούχων, που έχουν νευραλγική αποστολή για τη διασφάλιση του κράτους δικαίου.

Αυτούσια η παρέμβαση του κ. Κωνσταντινίδη:

Kατ’ αρχάς, πρέπει να υπογραμμίσω ότι οφείλουμε να έχουμε σεβασμό στην κρίση, και δη ομόφωνη, του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου που το απαρτίζουν εξ ορισμού κορυφαίοι δικαστές με αδιαμφισβήτητη κατάρτιση, εμπειρία και κύρος.

Ωστόσο, σε μία δημοκρατική κοινωνία, οι δικαστικές αποφάσεις, και δη σε ζητήματα όπως η παύση ενός ανεξάρτητου αξιωματούχου, πρέπει να είναι αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και, σε ό,τι αφορά τους νομικούς και δη τους πανεπιστημιακούς, θα πρέπει να υπόκεινται σε ανάλυση, σχολιασμό και κριτική.

Σε αυτό το πλαίσιο γίνονται οι παρατηρήσεις μου οι οποίες, σε αυτό το στάδιο, θα περιοριστούν σε ορισμένα νομικά ζητήματα.

Θεωρώ κρίσιμη για την έκβαση της υπόθεσης την πλαισίωση του σκεπτικού της απόφασης (σελ. 105), ότι δεν τίθεται προς εξέταση «η εντός της θεσμικής τάξης έκφραση γνώμης ή διαφορετικής άποψης, επί σειράς θεμάτων… αλλά ο τρόπος και το ύφος αμφισβήτησης και αντίδρασης [του Γενικού Ελεγκτή] και η όλη συμπεριφορά του σε σχέση με κάθε προβαλλόμενη περίπτωση».

Η πλαισίωση αυτή φαίνεται ότι προσδιόρισε το νομικό πλαίσιο που εφάρμοσε το Δικαστήριο, με καθοδήγηση από την αγγλική και κοινοπολιτειακή νομολογία σε υποθέσεις που, ως επί το πλείστον, αφορούν (ανάρμοστη) συμπεριφορά δικαστών, ενώ μία απόφαση αφορούσε ανάρμοστη συμπεριφορά της Γενικής Ελέγκτριας της Grenada (κράτος της Κοινοπολιτείας στην Καραϊβική). Ωστόσο, «ο τρόπος και το ύφος αμφισβήτησης και αντίδρασης», «ο τρόπος και το ύφος που εκφράζεται η όποια διαφωνία και οι προεκτάσεις που δίδονται» και η όλη συμπεριφορά του παυθέντος Γενικού Ελεγκτή, σε σχέση με τις προβαλλόμενες περιπτώσεις άπτονται κατ’ εξοχήν της ελευθερίας έκφρασης από την οποία δεν εξαιρείται ουδείς, ούτε ο Γενικός Ελεγκτής και οι λοιποί φυσικά αξιωματούχοι.

Κατά την άποψή μου, η «όλη συμπεριφορά» του Γενικού Ελεγκτή θα έπρεπε να έχει αξιολογηθεί και υπό το φως του άρθρου 19 του Συντάγματος (ελευθερία έκφρασης), αντλώντας καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επί του ταυτόσημου άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως τα κυπριακά δικαστήρια παγίως πράττουν στη νομολογία τους.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι η νομική αξιολόγηση του τρόπου και του ύφους με το οποίο εξέφραζε ο παυθείς Γενικός Ελεγκτής τις διαφωνίες του θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τις παραμέτρους σε σχέση με την ελευθερία έκφρασης που έχει κατοχυρώσει το ΕΔΑΔ και που ακολουθούνται και στην κυπριακή νομολογία.

Τέτοιες παράμετροι είναι η ιδιότητα/status του παυθέντος ως Γενικού Ελεγκτή, που είχε ως αποστολή τη «διενέργεια ανεξάρτητου, αξιόπιστου και τεκμηριωμένου οικονομικού, διαχειριστικού και κανονιστικού ελέγχου στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, για σκοπούς δημόσιου απολογισμού, βέλτιστης διαχείρισης των δημόσιων πόρων και καταπολέμησης φαινομένων διαφθοράς και διαπλοκής», το πλαίσιο δημοσίου συμφέροντος στο οποίο γίνονταν οι (ανάρμοστες) παρεμβάσεις, καθώς και η φύση των (ανάρμοστων) παρεμβάσεων/δηλώσεων του, εάν δηλαδή ήταν αξιολογικές κρίσεις οι οποίες γενικά απολαμβάνουν υψηλής προστασίας, καθώς είναι υποκειμενικές και δεν επιδέχονται απόδειξης, ή δηλώσεις περί πραγματικών γεγονότων που επιδέχονται απόδειξης.

Οι παράμετροι αυτές δεν θα υποκαθιστούσαν κατ’ ανάγκη τα ευρήματα του Δικαστηρίου στις επιμέρους περιπτώσεις που εξέτασε, αλλά η αξιολόγησή τους θα προστίθετο σε αυτά. Δεν αποκλείεται η κατάληξη περί παύσης να ήταν η ίδια, καθώς η απόφαση είναι καταπέλτης, αλλά θα ήταν σαφώς δυσκολότερο να στοιχειοθετηθεί η αναλογικότητα του συγκεκριμένου μέτρου για έναν ανεξάρτητο αξιωματούχο, που έχει αποστολή, που άπτεται θεμελιωδών ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος, με σειρά παρεμβάσεων που αποδεδειγμένα έχουν εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, έστω εάν ορισμένες από αυτές συνοδεύονταν από την ανάρμοστη συμπεριφορά που διαπίστωσε το Δικαστήριο.

Σε κάθε περίπτωση, το πλαίσιο που καθορίζει η νομολογία του ΕΔΑΔ προστατεύει εξίσου τους δημόσιους αξιωματούχους (στους οποίους επιτίθετο ο παυθείς Γενικός Ελεγκτής) από προσβλητικές και καταχρηστικές λεκτικές επιθέσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ενώ επιπρόσθετα, όπως ορθά έκρινε το Δικαστήριο, δεν επιτρέπει την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.

Η απόφαση για παύση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη από τη θέση του Γενικού Ελεγκτή, παραμερίζοντας το ανωτέρω πλαίσιο, δηλαδή το μεγάλο εύρος της ελευθερίας έκφρασης που απολάμβανε ως αξιωματούχος επιφορτισμένος με καθήκον την πολυδιάστατη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, και εστιάζοντας αποκλειστικά στην απρεπή/ανάρμοστη συμπεριφορά του, είναι πιθανόν να έχει αποθαρρυντική επίδραση (chilling effect) στην ελευθερία έκφρασης των διαδόχων του και ευρύτερα των κρατικών αξιωματούχων, που έχουν νευραλγική αποστολή για τη διασφάλιση του κράτους δικαίου.