Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου τους δημοσιογράφους, όπως και τους περισσότερους πολίτες, τους έπιασε αδιάβαστους. Το πρωί εκείνης της ημέρας κυριάρχησε ο πανικός και ο φόβος.
Οι περισσότεροι έτρεχαν να σωθούν και να διασφαλίσουν πως οι οικογένειες τους είναι ασφαλείς. Για αυτό και μέσα στην αναμπουμπούλα εκείνων των ημερών οι εφημερίδες δεν κυκλοφόρησαν για κάποιο διάστημα.
Χρειάστηκε να περάσουν δεκαπέντε μέρες για να βγουν ξανά στα περίπτερα την 1η Αυγούστου, μετά δηλαδή την πρώτη φάση της τουρικής εισβολής. Η κατάσταση που επικρατούσε ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Κάτω από αντίξοες συνθήκες, οι δημοσιογράφοι έπρεπε να καταγράφουν τι γινόταν, χωρίς να έχουν τις ευκολίες που έχουμε εμείς σήμερα. Το ρεπορτάζ γινόταν στους δρόμους, στις περιοχές που διεξάγονταν μάχες μέσα από τις ιστορίες των ξεριζωμένων, των αιχμαλώτων και του πόνου του κυπριακού λαού.

Μέσα από τις σελίδες του Φιλελεύθερου καταγράφηκαν δραματικές ανθρώπινες ιστορίες. Στις 2 Αυγούστου ξεχωρίζει το ρεπορτάζ για τους εκτοπισθέντες, οι οποίοι από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν μακριά από τα σπίτια τους, χωρίς να έχουν πάρει σχεδόν τίποτα μαζί τους. Οι περιγραφές είναι σπαρακτικές και γίνεται μια ιδιαίτερη αναφορά σε ένα κοριτσάκι που έκλαιγε στην αυλή ενός σχολείου που μετατράπηκε σε προσφυγικό καταυλισμό. Όταν ο συντάκτης το ρώτησε γιατί έκλαιγε, φοβισμένο εκείνο απάντησε πως απλά ήθελε την κούκλα του.

Οι θηριωδίες των Τούρκων απέναντι σε ανίσχυρους αμάχους βρέθηκαν από τις πρώτες μέρες στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Στις 3 Αυγούστου το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας αφορούσε το δράμα των κατοίκων του χωριού Τριμίθι στην επαρχία Κερύνειας, οι οποίοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και αφέθηκαν στη συνέχεια ελεύθεροι. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι με λυγμούς και τον τρόμο στα μάτια περιέγραψαν τα όσα έζησαν στα χέρια των εισβολέων. Μπροστά τους οι Τούρκοι στρατιώτες εκτέλεσαν άντρες του χωριού και βίασαν γυναίκες. «Σκότωσαν τον πατέρα και τον άντρα μου, μας κατάστρεψαν τα πάντα», περιέγραψε μια 28χρονη τότε κοπέλα.

Εκτός από αμάχους οι Τούρκοι σκότωσαν και πολλούς εθνοφρουρούς. Όπως δείχνει δημοσίευμα στις 3 Αυγούστου 19 Ελληνοκύπριοι στρατιώτες είχαν βρεθεί στην περιοχή Βουφαβέντο κοντά στο χωριό Βουνό. Όταν ήρθαν αντιμέτωποι με Τούρκους στρατιώτες δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά, με αποτέλεσμα πέντε από αυτούς και άλλοι να αγνοούνται. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον ανθυπολοχαγό Ευθυμάκη Χ’Πέτρου, ο οποίος έχασε τη ζωή ηρωικά μαχόμενος. Τραγική ειρωνεία πως κανονικά θα είχε αποστρατευτεί στις 20 Ιουλίου, όμως λόγω της εισβολής συνέχισε τη θητεία του και έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα του.

Μια άλλη πτυχή της κυπριακής τραγωδίας φέρνει το δημοσίευμα της 6ης Αυγούστου. Όπως περιγράφει ο συντάκτης του Φιλελεύθερου οι Τούρκοι στρατιώτες μπαίνοντας στην Κερύνεια κούρσεψαν την πόλη και λεηλάτησαν σπίτια και δημόσια κτήρια. Τα αποβατικά πλοία που έφεραν τους Τούρκους στρατιώτες επέστρεφαν πίσω γεμάτα λάφυρα. «Τούρκοι στρατιώτες βοηθούμενοι από πολίτες, προφανώς Τουρκοκύπριους συγκέντρωναν από τας οικείας και τα καταστήματα Κυρηνείας αντικείμενα παντός είδος ως έπιπλα, τιμαλφή, ψυγεία, πλυντήρια, συσκευάς τηλεοράσεως, καινούρια αυτοκίνητα, χαλιά και μηχανήματα από αναγερόμενας πολυκατοικίας. Η συγκέντρωση λαφύρων ως αναφέρον απελευθερώντες όμηροι συνεχίσθη επί πολλάς ημέρας», έγραψε η εφημερίδα (photo4)
Όπως φαίνεται και από τα σχετικά δημοσιεύματα μεγάλη ήταν η αγωνία για την τύχη των αιχμαλώτων. Στις 7 Αυγούστου ο Φιλελεύθερος στην πρώτη του σελίδα ενημέρωσε τους αναγνώστες του πως θα αρχίσει η απελευθέρωση αιχμαλώτων από τα Άδανα. Σχετικές δηλώσεις έκανε Τούρκος αξιωματικός, γεγονός που από ότι φαίνεται γέμισε ελπίδες τις οικογένειες των αιχμαλώτων ότι θα έβλεπαν σύντομα τους δικούς τους. Τραγική ειρωνεία πως 50 χρόνια μετά υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι των οποίων η τύχη ακόμη αγνοείται.
Ο Φιλελεύθερος, επίσης, δημοσίευσε και τις πρώτες φωτογραφίες από τους αιχμαλώτους που κρατούνταν στις φυλακές των Αδάνων. Οι φωτογραφίες αυτές είχαν δημοσιευτεί νωρίτερα σε τουρκικές εφημερίδες. Κάποιοι από αυτούς που απεικονίζονταν αναγνωρίστηκαν αμέσως ποιοι ήταν.

Στην ίδια έκδοση υπάρχει και η ιστορία του Αντρέα Χατζή και της Ελένης Μιχαήλ ενός νεαρού ζευγαριού που ήταν αρραβωνιασμένο για τέσσερα χρόνια και που είχαν ορίσει να παντρευτούν στις 21 Ιουλίου. Τα πάντα ήταν έτοιμα από το νυφικό της κοπέλας, μέχρι τα τραπέζια για το γλέντι που θα ακολουθούσε. Τα τραγικά γεγονότα τους πρόλαβαν με αποτέλεσμα αντί για το γάμο να τρέχουν άρον άρον για να σωθούν. Τελικά το ζευγάρι κατέληξε σε δημοτικό σχολείο στο Τσέρι και ο γάμος έγινε εκεί, με κουμπάρες και κουμπάρους άλλους άγνωστους πρόσφυγες που βρίσκονταν εκεί. (photo5)
Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φάσης της εισβολής και παρά την εκεχειρία διεξάγονταν μάχες. Εκμεταλλευόμενη την κατάσταση που επικρατούσε η Τουρκία συνέχισε τις στρατιωτικές της επιχείρησης, προκειμένου να καταλάβει όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη και αδιαφορώντας φυσικά για το διεθνές δίκαιο. Σε δημοσίευμα στις 8 Αυγούστου ο Φιλελεύθερος έγραψε για τις μάχες σε περιοχές της Κερύνειας, ειδικά στον Πενταδάχτυλο. Σε πολλές περιπτώσεις οι Τούρκοι έβαλλαν και από ξηράς και από θαλάσσης με την κυπριακή εθνική φρουρά να προβάλλει όπως μπορούσε αντίσταση.
Σε εξαιρετικά δύσκολη θέση βρίσκονταν και οι εκτοπισθέντες. Έχοντας αφήσει τα πάντα πίσω τους έπρεπε να επιβιώσουν κάτω από τις αντίξοες συνθήκες ενός κυπριακού, ζεστού καλοκαιριού. Οι ελλείψεις στους προσφυγικούς καταυλισμούς, αλλά και όπου αλλού υπήρχαν πρόσφυγες, όπως περιγράφεται σε δημοσίευμα στις 8 Αυγούστου, ήταν μεγάλες. Μετά το αρχικό σοκ είχαν αρχίσει να φτάνουν προμήθειες με τον Ερυθρό Σταυρό, το τμήμα Ευημερίας και άλλες οργανώσεις να αγωνίζονται να παρέχουν τα απαραίτητα. Το νερό λιγοστό, το κρέας ακόμη πιο σπάνιο. «Χρειαζόμαστε λίγο κρέας έστω και μια φορά τη βδομάδα», είπε μια γυναίκα που μίλησε με τον δημοσιογράφο του Φιλελεύθερου.

Τα πρώτα καλά νέα για τους αιχμαλώτους που βρίσκονταν στα Άδανα έφτασαν στις 9 Αυγούστου, όταν αφέθηκαν ελεύθεροι οι πρώτοι όμηροι. Επρόκειτο για τέσσερις εθνοφρουρούς που είχαν τραυματιστεί και ένα γέροντα. Αμέσως, με το που έφτασαν μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, ενώ στον γέροντα, δόθηκε και ανθρωπιστική βοήθεια. Όλοι συνελήφθησαν σε περιοχές της Κερύνειας και ανέφεραν πως το διάστημα που βρίσκονταν στην Τουρκία, τους έτυχε ανθρώπινη μεταχείριση.

Στις 14 Αυγούστου μια μέρα πριν από τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής ο Φιλελεύθερος έγραψε για το δράμα πέντε υπερήλικων αιχμαλώτων στην Λάπηθο. Όταν οι υπόλοιποι συγχωριανοί τους έφυγαν εκείνοι αναγκάστηκαν να παραμείνουν στα σπίτια τους επειδή φοβούνταν να βγουν έξω. Η σύζυγός του ενός, που κρύφτηκαν μαζί στο υπόγειο του σπιτιού τους, τραυματίστηκε από σφαίρες που έπεφταν γύρω τους. «Θα πάει η κόρη μου στο σπίτι της και θα το βρει… αχ. Μέχρι και κανόνια έβαλαν μέσα», διηγήθηκε η γυναίκα κλαίγοντας.
Και προτού καλά καλά κλείσουν οι πληγές που άνοιξε η πρώτη φάση της εισβολής, έγινε η δεύτερη. Ξανά η Κύπρος θρηνούσε την απώλεια ανθρώπων, περιουσιών και εδαφών. Σε άρθρο στις 21 Αυγούστου περιγράφονται με τον πιο δραματικό τρόπο οι βομβαρδισμοί, οι μάχες εκείνων των ημέρων, η αντίσταση που προέβαλε η διαλυμένη τότε εθνική φρουρά. Μέσα σε λίγες ώρες οι γραμμές έσπασαν. «Απέμειναν εκεί οι νεκροί για να θυμίζουν σε όλους πως η γη εκείνη έμεινε απροσκύνητη. Ότι η γη της Κύπρου κατακτήθηκε αλλά δεν παραδόθηκε», διαβάζουμε στο δημοσίευμα.
Προς τα τέλη Αυγούστου όλα είχαν κριθεί. 37% του κυπριακού εδάφους βρισκόταν υπό κατοχή, 200.000 άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, χιλιάδες ήταν οι νεκροί και αγνοούμενοι. Όσοι γλύτωσαν έπρεπε να επιβιώσουν. Δημοσίευμα στις 22 Αυγούστου περιγράφει τον καημό της προσφυγιάς μέσα στους καταυλισμούς που είχαν στηθεί για να ζήσουν οι πρόσφυγες. Μέσα στο κατάξερο και φλογισμένο από τον ήλιο χώμα, ομάδες προσφύγων, οργάνωσαν όπως όπως τη ζωή τους με λίγες κουβέρτες και ένα ξεροκόμματο. Κάτω από τα χαρουπόδεντρα και άλλα δέντρα ζεις ένας ολόκληρος κόσμος, έγραψε η εφημερίδα.
Και μέσα σε όλο το σκηνικό καταστροφής, η ελπίδα δεν έσβησε ποτέ. «Ναι, όλα μπορούν να γίνουν. Ο άνθρωπος είναι δυνατός και η θέληση του να επιβιώσει μεγάλη. Όλα μπορεί να τ’ αντέξει όταν εξακριβώσει ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος», γράφτηκε στην εφημερίδα.