Δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται, να μιλάς για ένα σύντροφo με τον οποίο δούλεψες δίπλα-δίπλα για 30 χρόνια και με τον οποίο μοιράστηκες χαρές και λύπες, αγωνίες και προσδοκίες, νίκες και υποχωρήσεις, λάθη και επιτυχίες.
Και δεν είναι εύκολο γιατί αναγκαστικά στην σκέψη μας μπλέκονται συναισθήματα και αναμνήσεις, κρίσεις συχνά υποκειμενικές, αλλά και αισθήματα εκτίμησης και αναγνώρισης. Η γνωριμία μας με τον Δημήτρη Χριστόφια, του οποίου τη μνήμη τιμούμε, 5 χρόνια από το θάνατο του, πάει πίσω στα φοιτητικά χρόνια, στη Μόσχα του 1972, αλλά η φιλία και η συνεργασία μας εδραιώθηκε όταν ο Δημήτρης ανέλαβε ηγετικά καθήκοντα στην ΕΔΟΝ και εγώ εκλέγηκα μέλος του Ε.Σ. της Οργάνωσης. Ήταν η δύσκολη περίοδος μετά το 1974, με την προσφυγιά και τη μοιρασμένη Κύπρο, με τις πληγές του πραξικοπήματος και της εισβολής ορθάνοικτες και αιμάσσουσες.

Η ΕΔΟΝ ήταν από την ίδρυσή της μια μαζική οργάνωση με σπουδαία στελέχη επικεφαλής και χιλιάδες μέλη που εκπροσωπούσαν τους πολιτικούς στόχους και τις επιδιώξεις της νεολαίας, της μετά το 1960 περιόδου. Ήταν η νεολαία που έβγαινε από τη παρανομία στην οποία μας έριξαν οι Βρετανοί και την αντιπαράθεση με τους ακραίους της Δεξιάς, η νεολαία της προάσπισης της Κ.Δ. και του Προέδρου Μακαρίου, η νεολαία της Αντίστασης κατά της Χούντας και της ΕΟΚΑ Β’, αυτή που συνδύαζε τους μαζικούς αγώνες με μια πλατειά πλατιά μορφωτική, πολιτιστική και αθλητική δραστηριότητα.
Αυτή την πλούσια παρακαταθήκη, η ηγεσία της ΕΔΟΝ, με τον Δημήτρη επικεφαλής, μέσα στις νέες συνθήκες, την πήρε ακόμα παραπέρα. Κτίστηκαν συνεργασίες με άλλες δημοκρατικές οργανώσεις του τόπου, αναπτύχθηκε ένα παγκόσμιο νεολαιίστικο κίνημα αλληλεγγύης προς την Κύπρο, τα οι χιλιάδες μέλη της Οργάνωσης ήταν η μαχητική πρωτοπορία της Αριστεράς με δυναμική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις, ενώ στον πολιτιστικό τομέα, πέραν των άλλων πολλών πρωτοβουλιών (ένα μόνο παράδειγμα, η εκστρατεία «Η τέχνη στο λαό»), αυτό που ξεχώριζε και έδινε τον βηματισμό της εποχής, ήταν οι ορχήστρες πολιτικού τραγουδιού από μέλη της ΕΔΟΝ που εμφανίστηκαν παντού και εξέφραζαν με τα θούρια και τα εμβατήρια τους, όσο τίποτε άλλο, τους πόθους και τις ελπίδες του λαού μας.
Η προσωπικότητα, οι πολιτικές και οργανωτικές αρετές του Δημήτρη, διαφάνηκαν ακόμα πιο έντονα όταν στα μέσα του 1988, μετά το θάνατο του Ε. Παπαϊωάννου, εκλέγηκε από την Κ.Ε. στη θέση του Γ.Γ., σε μια δύσκολη εσωκομματικά περίοδο αλλά με Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Γ. Βασιλείου που μόλις έχει αναλάβει καθήκοντα. Ο Δημήτρης, με τη βοήθεια παλαιότερων και νεότερων συντρόφων, αντιμετώπισε με ψυχραιμία και αξιοσύνη τα ζητήματα που προέκυπταν καθημερινά, μέχρι και την αποχώρηση της ομάδας στελεχών του Π.Γ. και της Κ.Ε. και τη δημιουργία του ΑΔΗΣΟΚ.
Ο ρόλος του Μιχάλη Πουμπουρή
Εδώ πρέπει να εξάρω τον προσωπικό ρόλο του Μιχάλη Πουμπουρή, τότε Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του Κόμματος, που με την πολιτική του σοφία και εμπειρία βοήθησε τα μέγιστα στην ομαλή έξοδο από την περίπλοκη και πρωτόγνωρη κατάσταση. Ο Δημήτρης όμως δεν έμεινε μέχρι εκεί. Αντιλαμβανόμενος τα μηνύματα των καιρών και τις απαιτήσεις της κοινωνίας, με τόλμη και αποφασιστικότητα δρομολόγησε την ηλικιακή και την πολιτική ανανέωση όπως και τον εκσυγχρονισμό του Κόμματος.
Να μην μας διαφεύγει ότι ήταν τότε, γύρω στο 1990, η περίοδος διάλυσης της Σ.Ε. και της σοσιαλιστικής κοινότητας και των μεγάλων αναταράξεων στο διεθνές εργατικό και προοδευτικό κίνημα, μέχρι και την κατάρρευση ιστορικών κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης. Ως νέος Γ.Γ. προσέλκυσε στην επαγγελματική δουλειά του Κόμματος σειρά νέων στελεχών, προερχομένων από τη νεολαία αλλά και την παραγωγή, προώθησε ουσιαστικές αλλαγές στο Καταστατικό, άρχισε να συζητείται το ψηφοδέλτιο για τις βουλευτικές εκλογές του 1991 με εντελώς νέα πρόσωπα σε όλες τις επαρχίες, υιοθετήθηκε ο θεσμός των Νέων Δυνάμεων που μας επέτρεψε να αξιοποιήσουμε τη δυναμική που αναπτύχθηκε με την εκλογή του Βασιλείου, να διευρύνουμε τα ψηφοδέλτια μας και να χτυπήσουμε την απομόνωση στην οποία επεδίωκε να μας σπρώξει η Δεξιά.
Η απώλεια των προεδρικών το’93
Ο Δημήτρης πρότεινε και συμμετείχε προσωπικά σε ένα μεγάλο κύκλο επισκέψεων και επαφών, με παλιά, ξεκομμένα για διάφορους λόγους, στελέχη του Κόμματος αλλά και με ανθρώπους της τέχνης και του πολιτισμού σε ολόκληρη την Κύπρο. Αυτή η μεγάλη δραστηριότητα αλλά και οι αλλαγές που έγιναν, εμπέδωσαν στην κοινή γνώμη την εικόνα της ανανέωσης και του εκσυγχρονισμού, γεγονός που αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών όπου το ΑΚΕΛ- Αριστερά- Ν.Δ. πήρε ποσοστό 30 και πλέον τοις εκατό. Θα έλεγα ότι αυτή η περίοδος των τριών χρόνων, 1988-1991, ήταν η περίοδος πολιτικής άνδρωσης του Δημήτρη και απόκτησης δικών του ισχυρών ερεισμάτων στη συνείδηση των μελών και φίλων του κόμματος, αλλά και του πολιτικού κόσμου της Κύπρου.
Η απώλεια των προεδρικών εκλογών του 1993 για λόγους που δεν είναι του παρόντος έφεραν στην εξουσία τον Γλαύκο Κληρίδη υποστηριζόμενο μάλιστα από το ΔΗΚΟ και τον Σπύρο Κυπριανού. Μια νέα κατάσταση την οποία θεωρώ ότι και πάλιν η ηγεσία του Κόμματος με τον Δημήτρη επικεφαλής, χειρίστηκε με επάρκεια και υπομονή.
Οι σχέσεις με τα κόμματα του Κέντρου παρά τις αμφιταλαντεύσεις τους και παρά τις διαφορές μας στο Κυπριακό, παρέμειναν στο κέντρο της προσοχής μας, ενώ ως η μοναδική πολιτική δύναμη που ήταν κάθετα αντίθετη στις επιλογές της Κυβέρνησης Κληρίδη (θυμίζω τη λεγόμενη αποκατάσταση των 62), το Κόμμα ενίσχυσε τις προσβάσεις του στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και προώθησε περαιτέρω τον θεσμό των Νέων Δυνάμεων με καινούργια πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής.
Σε αυτό το θέμα ο Δημήτρης είχε πολύ έντονες απόψεις και θεωρούσε το πλάταιμα των ψηφοδελτίων μας σε όλες τις περιπτώσεις αλλά και την εκλογή προσώπων της διεύρυνσης, ως πρωταρχική υποχρέωση του κόμματος και των στελεχών του.
Όλα τα πιο πάνω έφεραν τα δικά τους αποτελέσματα με τους συνδυασμούς της παράταξης μας να παίρνουν στις βουλευτικές του 1996 το ψηλότερο ίσως ποσοστό στην ιστορία μας, δηλαδή πέραν του 34%.
Η καθιέρωση του Δημήτρη
Η καθιέρωση του Δημήτρη ως πολιτικής προσωπικότητας – ήταν η περίοδος που οι υπόλοιποι κομματικοί ηγέτες ανήκαν στην παλαιότερη γενιά, Κληρίδης, Κυπριανού, Λυσσαρίδης, Βασιλείου – και η διαφαινόμενη συνεργασία με τις δυνάμεις του Κέντρου για τις Προεδρικές του 2003, επέτρεψαν στο κόμμα να προβάλει την υποψηφιότητα και να εκλέξει για πρώτη φορά στην ιστορία του, τον Γ.Γ. στη θέση του Προέδρου της Βουλής το 2001.
Αυτή ήταν μια μεγάλη επιτυχία τόσο του Δημήτρη όσο και συλλογική του κόμματος και των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου. Για πρώτη φορά η παράταξη μας απέκτησε αυξημένο ρόλο στην άσκηση πολιτειακής εξουσίας, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω την εικόνα μας και μας ανέβασε ψηλότερα στην εκτίμηση της κοινής γνώμης. Η διαχείριση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Βουλής από τον Δημήτρη ήταν υποδειγματική και απετέλεσε μια καλή προετοιμασία για όσα θα ακολουθούσαν στη συνέχεια.
Η δεκαετία του 2000-2010 ήταν ιδιαίτερα έντονη και φορτωμένη με σοβαρά γεγονότα, πολιτικές εξελίξεις και δύσκολες αποφάσεις για όλους μας και ιδιαίτερα για τον Γ.Γ. που ήταν επικεφαλής.
Ήταν οι Προεδρικές εκλογές του 2003 τις οποίες κέρδισε ο Τάσσος Παπαδόπουλος από τον πρώτο γύρο με τη στήριξη των κομμάτων ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ-ΕΔΕΚ, ήταν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η εξέγερση – αν μου επιτρέπεται η λέξη – των Τ/Κ κατά του Ντενκτάς, η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. αφού προηγήθηκε η αλλαγή της θέσης μας για το εν λόγω θέμα και το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν. Και όλα αυτά μέσα σε 2 χρόνια.
Δεν επιχειρώ αποτίμηση της περιόδου ούτε του δικού μας ρόλου ως Αριστερά, αλλά εκτιμώ ότι ο Δημήτρης με την τριπλή πλέον ιδιότητα του Προέδρου της Βουλής, του Γ.Γ. και του εταίρου στην Κυβέρνηση σε ένα τόσο συγκρουσιακό και τοξικό κλίμα, κατέβαλε μια εξαιρετικά δύσκολη προσπάθεια να χειριστεί τα θέματα ικανοποιητικά και ισορροπημένα. Και το λέγω εγώ που ήμουν ένα από τα τότε στελέχη του Π.Γ. που διαφώνησαν με τη θέση της πλειοψηφίας – του Δημήτρη περιλαμβανομένου – για το Σχέδιο Ανάν.
Η διαχείριση του σχεδίου Ανάν
Παρόλο που συνεχίζω να πιστεύω ότι έπρεπε να δεχτούμε τότε το Σχέδιο και να αντιμετωπίσουμε σε συνεργασία με τους προοδευτικούς Τ/Κ συμπατριώτες μας τις όποιες αρνητικές πρόνοιες του, εντούτοις δεν συμμερίζομαι την όποια δογματική δαιμονοποίηση και εσωστρεφή αντιμετώπιση της θέσης που πήρε το κόμμα και ο ίδιος ο Δημήτρης. Ασφαλώς εκείνη η απόφαση μας δεν ήταν χωρίς σοβαρό κόστος και συνέπειες.
Όμως πάντα πρέπει να βλέπουμε μπροστά. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν, έδειξαν ότι υπήρχαν ρεαλιστικές δυνατότητες να επιτευχθεί μια λύση βελτιωμένη, ιδίως στα ζητήματα της ασφάλειας και της διακυβέρνησης σε σύγκριση με το Σχέδιο Ανάν. Τούτου λεχθέντος, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι σε άλλα ζητήματα (περιουσιακό, έποικοι, συνακόλουθα και εδαφικό), η αδυσώπητη ροή του χρόνου διαβρώνει τις κατά τα άλλα δίκαιες επιδιώξεις μας. Μπορούσαν ασφαλώς τα πράγματα να ήταν και χειρότερα αν η ζωή δεν έφερνε στο πηδάλιο των δύο κοινοτήτων τους Χριστόφια και Ταλάτ.

Ο Δημήτρης πίστευε ακράδαντα στην επαναπροσέγγιση και τη συμβιβαστική λύση του Κυπριακού και έβλεπε ότι η παρατεταμένη εκκρεμότητα οδηγούσε αναπόφευκτα σε μονιμοποίηση του διαχωρισμού. Ήταν άλλωστε το Κυπριακό και η επίλυση του ο κύριος λόγος που το κόμμα πρόβαλε την ιδέα της δικής του υποψηφιότητας για τις Προεδρικές του 2008. Δεν ήταν εύκολη απόφαση, υπήρχαν διαφωνίες και επιφυλάξεις μέσα σε στελέχη του κόμματος, υπήρχε ο κίνδυνος να βρεθούμε μπροστά σε ανεπιθύμητα διλλήματα στον Β’ γύρο, υπήρχαν τα ερωτηματικά αν μπορούσαμε να διαχειριστούμε αποτελεσματικά την κρατική εξουσία, σε ένα περιβάλλον τοπικά και διεθνώς εχθρικό προς την Αριστερά. Παρά ταύτα θεωρώ ότι η απόφαση μας ήταν ορθή, στηριζόταν σε ώριμα και πραγματικά δεδομένα, εξ ου και η υποστήριξη που πήραμε στον Β’ γύρο ακόμα και από το ΔΗΚΟ παρά την πικρία από την απώλεια των εκλογών.
Οι στοχεύσεις, οι συγκλίσεις και οι δύο βαθιές πληγές
Η Προεδρία του Δημήτρη Χριστόφια ξεκίνησε και συνεχίστηκε με καλούς οιωνούς έχοντας βασικά 2 μεγάλους στόχους.
>>Την επίτευξη ουσιαστικής προόδου και λύσης στο Κυπριακό.
>>Την επίλυση κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που ταλαιπωρούσαν το λαό και ιδιαίτερα τα ασθενέστερα στρώματα του (Δίκαιη λύση, δίκαιη κοινωνία).
Έγινε σκληρή και επίπονη εργασία προς αυτές τις κατευθύνσεις, τα αποτελέσματα ήταν απτά και σημαντικά, η δε εκτίμηση της κοινής γνώμης αποτυπωνόταν σε υψηλά ποσοστά βαθμού ικανοποίησης. Κανείς δεν μπορεί για παράδειγμα να αμφισβητήσει ότι ο Δημήτρης, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, προώθησε αποφασιστικά τις προσπάθειες για λύση και πιστώνεται με τις συγκλίσεις που τότε δαιμονοποιήθηκαν αλλά τώρα σχεδόν όλοι δέχονται ότι πρέπει να διαφυλαχτούν. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται η για πρώτη φορά διασταυρούμενη ψήφος αναφορικά με την εκτελεστική εξουσία, η άσκηση των τριών βασικών ελευθεριών χωρίς οποιουσδήποτε περιορισμούς, ο σεβασμός της πληθυσμιακής αναλογίας 4:1 τόσο κατά τη στιγμή της λύσης όσο και στη συνέχεια, και τόσα άλλα. Δυστυχώς, η ανάδειξη Έρογλου στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας διέκοψε την πολλά υποσχόμενη εκείνη προσπάθεια. Ωστόσο, οι συγκλίσεις καταγράφηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη και έμειναν ως παρακαταθήκη στην τιτάνια προσπάθεια να φθάσουμε στην πολυπόθητη λύση του Κυπριακού. Αυτή ήταν και η ξεκάθαρη θέση των Ηνωμένων Εθνών ακόμα και μετά το ναυάγιο του Κραν Μοντανά.
Τα δύο γεγονότα που σημάδεψαν την Προεδρία Χριστόφια και πλήγωσαν βαθειά βαθιά και τον ίδιο, ήταν ασφαλώς η έκρηξη στο Μαρί και η κρίση του τραπεζικού συστήματος με τις γνωστές επιπτώσεις στην οικονομία.
Για την τραπεζική κρίση έγιναν εκτεταμένες αναλύσεις και αναφορές, άλλες σοβαρές και υπεύθυνες, άλλες προσωποπαγείς και επιδερμικές. Δεν είναι της παρούσης η αξιολόγηση τους, όμως ήταν ολοφάνερο ότι η Κύπρος, η αριστερή διακυβέρνηση και ο Δημήτρης προσωπικά, αποτελούσαν όχληση και ανεπιθύμητη κατάσταση για τα γνωστά κέντρα της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Ενοχλητική για τη Δύση ήταν και η παρουσία των ρωσικών κεφαλαίων και της ρωσικής κοινότητας στην Κύπρο, την οποία παρουσίαζαν περίπου ως αποικία της Ρωσίας. (Τη Λεμεσό την έγραφαν και την αποκαλούσαν ως Limassolgrad). Έχω την άποψη ότι οι πιο αντιδραστικοί κύκλοι εξουσίας στη Δύση δεν είχαν καθόλου αναστολές να τιμωρήσουν, με την πρώτη ευκαιρία, την Κύπρο για τον προοδευτικό προσανατολισμό της – τον οποίο περιέγραφαν ως παραφωνία στους κόλπους της Ε.Ε. – για τις σχέσεις της με τη Ρωσία και γενικά για τη στάση της στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και σε άλλα διεθνή θέματα.
Και αν αυτοί οι κύκλοι θεωρήσουμε χάριν συζήτησης ότι αυτοί οι κύκλοι – που δεν πρέπει να ξεχνούμε διαφεντεύουν τις πλείστες κυβερνήσεις, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα και γενικά τις τύχες του κόσμου – θεωρήσουμε χάριν συζήτησης ότι δεν δρομολόγησαν την τραπεζική κρίση μέσω των ανθρώπων και των θεσμών τους, είναι φανερό ότι τίποτε δεν έκαμαν για να ελαφρύνουν τις επιπτώσεις, αντίθετα επέλεξαν, εν πλήρη συνειδήσει, την πιο σκληρή και απάνθρωπη στάση για να τιμωρήσουν τους «άμυαλους» Κυπρίους, να ξεμπερδέψουν με τον αριστερό Πρόεδρο, να διαλύσουν το Συνεργατικό Κίνημα σε όλες τις μορφές του, να ελέγξουν το τραπεζικό σύστημα μέσω των Επενδυτικών Ταμείων τους, να επιβάλουν περικοπές σε ωφελήματα και κοινωνικές παροχές, απορρύθμιση στις εργασιακές σχέσεις και βέβαια τις προσφιλείς τους ιδιωτικοποιήσεις.
Είναι εφαρμογή στην πράξη του «Δόγματος του Σοκ», που έχει πατέρα τον Αμερικανό οικονομολόγο καθηγητή Μίλτον Φρίντμαν της Σχολής του Σικάγο και επιβλήθηκε σε πολλές χώρες του εξωτερικού, σε περιόδους οικονομικών κρίσεων ή εκτεταμένων καταστροφών.
Και για το Μαρί ακούστηκαν και γράφτηκαν διάφορα, όμως ακόμα αιωρούνται σοβαρά και αναπάντητα ερωτηματικά που επιτρέπουν σε πολύ κόσμο να διατυπώνει βάσιμους ισχυρισμούς. Είμαι βέβαιος ότι σε κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα τα πραγματικά γεγονότα θα έλθουν στο φως και θα αποκαλύψουν τα αίτια της καταστροφής. Στα δύο αυτά θέματα νομίζω ότι υστερήσαμε στη λήψη γρήγορων αποφάσεων και χάσαμε στον τομέα της επικοινωνίας. Ενώ για παράδειγμα ήταν αυταπόδεικτο ότι για την οικονομική κρίση έφταιγαν αποκλειστικά οι Τράπεζες και όχι ο δημόσιος τομέας (τοποθετήσεις Όλι Ρεν), κατάφεραν οι αντίπαλοι μας να περάσουν το μήνυμα στην πλειοψηφία των Κυπρίων ότι φταίει ο Χριστόφιας και η οικονομική του πολιτική και όχι οι χρυσοκάνθαροι δικοί τους τραπεζίτες και οι κερδοσκοπικές, αδίστακτες πολιτικές τους. Τα καταιγιστικά γεγονότα, η απώλεια ανθρώπινων ζωών, ο σοβαρός επηρεασμός ολόκληρου του πληθυσμού, παρότι είμασταν στην Κυβέρνηση, μας καθήλωσαν και δεν αντιδράσαμε διοικητικά και επικοινωνιακά όπως έπρεπε.
«Να βάλουμε στη φαρέτρα μας καινούριες ιδέες και νέες πρακτικές»
Στις 9 Ιουνίου, είχαμε τις διπλές εκλογές με τα γνωστά αποτελέσματα. Πρέπει να είμαστε πολύ ικανοποιημένοι για ότι πετύχαμε στις εκλογές για τις τοπικές αρχές, διότι τα αποτελέσματα εμάς και των συνεργατών μας, συνιστούν κατά τη γνώμη μου μια νίκη που παρόμοια δεν είχαμε στο παρελθόν, σε αριθμό εκλεγέντων Προέδρων Συμβουλίων, Δημάρχων, Αντιδημάρχων, Συμβούλων και Εφόρων.
Λύπη και απογοήτευση ασφαλώς προκαλεί το αποτέλεσμα στις Ευρωεκλογές η απώλεια της έδρας και το πολιτικό τοπίο που αυτές αφήνουν πίσω τους. Πρέπει οι αιτίες να αναλυθούν και να αξιολογηθούν, αλλά κυρίως να υιοθετηθούν πολιτικές και συγκεκριμένα μέτρα για αντιμετώπιση των φαινομένων που ανέδειξαν οι εκλογές. Στον μακρύ δρόμο των 100 χρόνων που σχεδόν διανύσαμε έχουμε καταγάγει μεγαλειώδεις νίκες και επιτυχίες όμως, είχαμε και πισωδρομήσεις και περιόδους υποχώρησης. Αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι η ηγεσία, τα μέλη και οι υποστηρικτές μας πάντα έβρισκαν τον τρόπο να επαναφέρουν τα πράγματα στη σωστή πορεία, ώστε να συνεχίσει συνεχιστεί η ισχυρή παρουσία της Αριστεράς και να αποτελεί την προστατευτική ασπίδα και το νικηφόρο δόρυ του λαού μας.
Δεν είναι ούτε η πρώτη και δεν θα είναι ούτε η τελευταία μας αποτυχία. Έτσι είναι η διαλεκτική της ζωής, αυτό δείχνουν διαχρονικά και οι πολύχρονοι ένοπλοι και ειρηνικοί αγώνες των λαών σε όλο τον κόσμο. Οφείλουμε, με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, με αισιοδοξία και ψυχική ανάταση, να δούμε κατάματα τα ζητήματα και να μιλήσουμε με τα μέλη και τους φίλους μας με κριτική αλλά κυρίως αυτοκριτική ειλικρίνεια. Να αξιολογήσουμε τόσο τη συλλογική όσο και την προσωπική ευθύνη του καθενός μας. Χωρίς κλυδωνισμούς, με αυστηρότητα αλλά χωρίς ισοπεδώσεις, με απόλυτο σεβασμό στην αντίθετη άποψη, με ήθος και εκτίμηση προς τον καθένα.
Όμως να μην χαθούμε στις ατέρμονες συζητήσεις, διότι οι πραγματικές απαντήσεις βρίσκονται στο πεδίο των κοινωνικών και των εργατικών αγώνων. Βρίσκονται στην απαίτηση που ακούγεται από παντού για ανατροφοδότηση των σχέσεων μας με τους εργαζόμενους, με τον πολύ κόσμο στις συνοικίες και τα χωριά, που ζητούν να είμαστε κοντά τους συχνότερα, να εκφράσουμε ακόμα πιο μαχητικά και πιο απαιτητικά τα συμφέροντα τους, να ηγηθούμε πιο αποτελεσματικά όλων των προσπαθειών τους για ένα καλύτερο αύριο.
Οι απαντήσεις βρίσκονται στην ενίσχυση των δεσμών μας με τη νεολαία και τη διανόηση, με τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας, με όλες τις παραγωγικές ομάδες. Οι απαντήσεις βρίσκονται στη συ στράτευσή μας με τα κινήματα της επαναπροσέγγισης και της επανένωσης, της προστασίας του περιβάλλοντος, της διαφύλαξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, της υπεράσπισης των μη προνομιούχων.
Πρέπει για αυτό όμως να βάλουμε στη φαρέτρα μας καινούριες ιδέες και νέες πρακτικές. Χρειάζονται νέες προσεγγίσεις στα νέα προβλήματα και στις νεότερες γενιές. Να εκσυγχρονίσουμε περαιτέρω τον λόγο, τα συνθήματα, την φρασεολογία και την εικόνα μας. Να γίνουμε πιο κατανοητοί, να μιλήσουμε ακόμα πιο έντονα για την φτωχοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας όταν οι πλούσιοι πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους, να μιλήσουμε περισσότερο για το μεγάλο θέμα της εποχής, αυτό του πολέμου και της ειρήνης, να πείσουμε ότι εμείς είμαστε και παραμένουμε η νέα πνοή στον πολιτικό χώρο.
Είναι για αυτό που δεν μπορεί να έχει θέση στις σκέψεις και στη δράση μας ο σεκταρισμός, ο απομονωτισμός, ο βερμπαλισμός και η αντιπαραγωγική συνθηματολογία. Πάντοτε απευθυνόμαστε σε ολόκληρο το λαό και καλωσορίζουμε συμμάχους, συνεργάτες και συνοδοιπόρους σε όλα τα θέματα, από τα πιο μικρά και καθημερινά μέχρι τα πιο μεγάλα ζητήματα, της λύσης του Κυπριακού, της πολιτικής εξουσίας και της οικονομίας. Αυτή ήταν η γραμμή μας, αυτή ήταν που έκανε μεγάλο το ΑΚΕΛ και αυτή είναι που ισχύει σήμερα όσο ποτέ άλλοτε.
Είμαι βέβαιος ότι αν ο Δημήτρης ήταν εδώ, με παρόμοιο τρόπο θα προσέγγιζε τα προβλήματα διότι πάνω απ’ όλα αγωνιούσε για το Κόμμα και τιμούσε την ιστορία και τις παραδόσεις του. Γιατί ήταν γέννημα και θρέμμα στου Λαϊκού Κινήματος, γιατί η εργατική καταγωγή του τον προίκισε με ταξικό αισθητήριο, με πολιτικό κριτήριο και μαχητικό πνεύμα, γιατί η παιδεία που απέκτησε τον εξόπλισε με κοινωνική ευαισθησία, με διορατικότητα και με αγάπη προς τον πολιτισμό.
Το παράδειγμα και η προσφορά του Δημήτρη και των άλλων συντρόφων που δεν είναι πια μαζί μας, πάντοτε θα συγκινεί και θα συνεπαίρνει. Ο ποιητής είπε ότι εμείς οι ζώντες «χρωστούμε σε όσους ήρθαν και πέρασαν, σε όσους θα έρθουν και θα περάσουν, εμάς όμως θα μας κρίνουν οι αγέννητοι και οι νεκροί». Ναι, οι αγέννητοι και οι νεκροί, και θα μας κρίνουν αυστηρά γιατί σ’ αυτούς οφείλουμε πολλά. Να αρθούμε λοιπόν στο ύψος των δικών τους απαιτήσεων. Να εμπνευστούμε από την πίστη και την αυταπάρνηση τους, από την ανιδιοτέλεια και την αφοσίωση τους. Γι’ αυτό και για πολλά άλλα θα θυμόμαστε πάντα τον σ. Δημήτρη Χριστόφια με ξεχωριστή εκτίμηση και αναγνώριση. Ας είναι παντοτινή η μνήμη του.