Η δημοσίευση των μετρήσεων της κοινής γνώμης τις τελευταίες μέρες δημιουργεί περισσότερα ερωτηματικά παρά δίνει απαντήσεις σε σειρά ζητημάτων για τη διπλή εκλογική αναμέτρηση της ερχόμενης Κυριακής.
Αυτό δεν πρέπει να ξενίζει δεδομένων τόσο των αλλαγών που συντελούνται στο κυπριακό εκλογικό σώμα όσο και στα κόμματα τα τελευταία αρκετά χρόνια, αλλά και λόγω των αντιθετικών λογικών και δυναμικών που διέπουν τις επερχόμενες εκλογές. Οι δημοτικές εκλογές ενισχύουν τα ατομικά χαρακτηριστικά της ψήφου, ενώ οι ευρωπαϊκές εκλογές τα πιο κομματικά. Η αυξημένη πολυπλοκότητα λόγω των πολλών ψηφοδελτίων ενισχύει τη δυσκολία πρόβλεψης τόσο σε σχέση με την εκλογική συμπεριφορά όσο και την προσέλευση και συμπεριφορά στην κάλπη.
Επιπλέον, και οι δύο εκλογές είναι δύσκολες για εξαγωγή συμπερασμάτων. Στις μεν δημοτικές πέραν του ότι η ψήφος είναι πολύ προσωπική, δεν υπάρχουν σταθερές και παγκύπριες συμμαχίες ώστε να μπορέσει να κριθεί και να αξιολογηθεί κάποια δυναμική ενόψει των πιο σημαντικών εκλογών που έπονται (βουλευτικές και προεδρικές). Στις δε ευρωεκλογές, η ψήφος είναι παραδοσιακά χαλαρή με δευτερεύοντα διακυβεύματα και χαμηλή προσέλευση στην κάλπη και όχι μόνο στην Κύπρο. Τόσο οι δημοτικές όσο και οι ευρωπαϊκές εκλογές ανήκουν σε αυτό που αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως εκλογές β’ τάξης. Εκλογές μηνυμάτων. Είναι, δηλαδή, δύο διαφορετικού τύπου εκλογές ως προς τις ιδιότητες τους αλλά ομοιάζουν ως προς τον χαρακτήρα τους.
>Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης και τα μηνύματα
Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί ως προς τις μετρήσεις της κοινής γνώμης είναι τέσσερις άγνωστες αλλά πολύ σημαντικές μεταβλητές, αφού θα επηρεάσουν ενδεχομένως καθοριστικά την εικόνα που βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις. Το πρώτο είναι το ποσοστό και η προέλευση της αποχής. Η αποχή δεν επηρεάζει όλα τα κόμματα το ίδιο. Επηρεάζει πολύ περισσότερο τα κόμματα που οι δυνητικοί τους ψηφοφόροι επιλέγουν να μην ψηφίσουν. Αν και η διεξαγωγή των ευρωπαϊκών εκλογών με τις τοπικές εκλογές και την πληθώρα των υποψηφίων που διεκδικούν οδηγεί σε μια λογική υπόθεση εργασίας ότι θα έχουμε αυξημένη συμμετοχή, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο.
>Αυτοί που δεν απαντούν στις δημοσκοπήσεις
Το δεύτερο είναι τι θα κάνουν αυτοί που δεν απαντούν στις δημοσκοπήσεις που είναι και η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Αυτοί που δεν προσεγγίζονται και που δεν συμμετέχουν στις δημοσκοπήσεις έχουν συνήθως διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτούς που συμμετέχουν στις μετρήσεις με αποτέλεσμα να είναι επίφοβη η προέκταση και η αναγωγή της συμπεριφοράς τους στην κάλπη με κριτήριο το τι κάνουν και επιλέγουν αυτοί που απαντούν.
Τρίτη παράμετρος που ενισχύει την αβεβαιότητα είναι αν αυτοί που απαντούν στις δημοσκοπήσεις, όντως απαντούν με ειλικρίνεια ως προς την πρόθεση συμμετοχής τους, την πρόθεση ψήφου τους και ως προς τι ψήφισαν στις προηγούμενες εκλογές ώστε να μπορεί να γίνει όσο το δυνατό καλύτερα η στάθμιση της ψήφου και να υπολογιστούν σωστά οι συσπειρώσεις.
Τελευταία άγνωστη παράμετρος οι Τουρκοκύπριοι και η έκταση της συμμετοχής τους δεδομένου ότι δεν μετρούνται στις έρευνες και δεν έχουμε πραγματική εικόνα για τις προθέσεις συμμετοχής και επιλογής τους.
Η εικόνα μέχρι στιγμής και με όλες τις επιφυλάξεις που καταγράψαμε πιο πάνω παραπέμπουν σε ορισμένα γενικά συμπεράσματα. Το πλέον εμφανές είναι οι μάχες για την πρώτη, τρίτη και πέμπτη θέση.
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι αν οι εκλογές δεν είχαν ψηλό όριο εκπροσώπησης, κάτι που συγκρατεί σε κάποιο βαθμό τις μετακινήσεις και τις αλλαγές εκλογικών προτιμήσεων, είναι πιθανόν ότι θα είχαμε μεγάλες εκπλήξεις (χωρίς να αποκλείονται).
Η τρίτη σημαντική παρατήρηση που προκύπτει είναι οι πολύ χαμηλές συσπειρώσεις όλων των παραδοσιακών κομμάτων που τεκμαίρει ακόμα μια φορά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και που συνοψίζει όλες τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί εδώ και καιρό στο κομματικό μας σύστημα. Εξού και παραμένει αμφίβολης επιτυχίας η στρατηγική (τεχνητής) πόλωσης που επανάφερε ο ΔΗΣΥ απέναντι στο ΑΚΕΛ.
Τέταρτη παρατήρηση: οι απώλειες των κομμάτων παρουσιάζονται να είναι προς τις αναμενόμενες κατευθύνσεις.
Μια πέμπτη παρατήρηση είναι η πιθανή μετακίνηση της καθαρόαιμης ψήφου διαμαρτυρίας από το ΕΛΑΜ σε άλλες επιλογές (π.χ. Φειδίας) κάτι που σημαίνει ότι το ήδη ψηλό ποσοστό του ΕΛΑΜ είναι ολοένα και περισσότερο συνειδητή ψήφος, ίσως και ιδεολογική ψήφος.
Όλα αυτά επαναφέρουν συνεχώς το ερώτημα που συζητήθηκε πολλές φορές. Είμαστε ήδη ενώπιον ενός νέου κομματικού σκηνικού (έστω και χωρίς οριστική καταστάλαξη ακόμα) με δύο σχετικά σταθερούς πόλους -ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ- (ίσως και τρεις πλέον αν υπολογίσουμε και το ΕΛΑΜ) με μικρότερα αθροιστικά ποσοστά σε σχέση με το παρελθόν και παράλληλα μεγάλη ρευστότητα σε όλο το υπόλοιπο φάσμα στο οποίο κόμματα και σχήματα πάνε και έρχονται;
>Πολιτική αντιπαράθεση
Αν «διαβάσουμε» τις δημοσκοπήσεις συνολικά και σε συνδυασμό με όλες τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στη χώρα μας μπορούμε να εξάξουμε ευρύτερα συμπεράσματα, πέραν της παροντικής συγκυρίας των εκλογών. Συμπεράσματα για το είδος της πολιτικής αντιπαράθεσης η οποία μετατρέπεται ολοένα και πιο συμβολική αν και θορυβώδης πολλές φορές, τα πολιτικά κόμματα με τη δυναμική να μην ευνοεί τα παραδοσιακά κόμματα και τις αλλαγές στο εκλογικό σώμα, το οποίο πλέον φαίνεται να κινείται με ρυθμούς και λογικές εντελώς δύσκολο να συλληφθούν από τις μετρήσεις και ίσως και την κοινή λογική.
Τα δημοσκοπικά ποσοστά υποψηφίων όπως ο Φειδίας Παναγιώτου ερμηνεύονται περισσότερο ως σύμπτωμα των προβλημάτων που συσσωρεύονται στη λειτουργία της δημοκρατίας, του πολιτικού και κομματικού μας συστήματος. Φαινόμενα σε ένα βαθμό μεταπολιτικά αν και κατ’ ουσία πολιτικά. Η μεταπολιτική στη βιβλιογραφία είναι μια έννοια που υποδηλώνει τη μετατόπιση του πολιτικού λόγου και της πολιτικής δράσης μακριά από τις παραδοσιακή πρόσληψη της πολιτικής ως ιδεολογική διαδικασία και την δημοκρατική αντιπαράθεση προς μια συναινετική, αποπολιτικοποιημένη και τεχνοκρατική μορφή διακυβέρνησης με έμφαση στη διαχείριση και στο μάνατζμεντ, εξελίξεις οι οποίες συνολικά υπονομεύουν τη δημοκρατική διαδικασία που περιέχει εγγενώς και τη σύγκρουση.
> Η επόμενη μέρα
Τα πάντα στην πολιτική (ή σχεδόν τα πάντα) έχουν να κάνουν με συσχετισμούς ισχύος σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το επίπεδο του πολιτικού και κομματικού συστήματος και που αφορά σε ισορροπίες δυνάμεων μεταξύ κομμάτων. Το δεύτερο είναι το ενδοκομματικό επίπεδο που και πάλι αφορά σε ισορροπίες δυνάμεων και ισχύος, αλλά εντός κομμάτων αυτή τη φορά. Και στα δύο επίπεδα οι συσχετισμοί έχουν ορίζοντα τόσο τις βουλευτικές του 2026 όσο και τις προεδρικές του 2028. Έχοντας αυτά υπόψη, η επόμενη μέρα για τα κόμματα και το κομματικό σύστημα θα καθοριστεί από μια σειρά παραμέτρων, όπως θα προκύψουν από τη διπλή εκλογική αναμέτρηση.
(1) Το ζήτημα της πρωτιάς που φαίνεται ότι θα κριθεί στην κάλπη με αβέβαιη κατάληξη. Η πρωτιά δεν είναι ένα απλό συμβολικό ζήτημα. Αφορά στη θέση των κομμάτων στο πολιτικό και κομματικό σύστημα με ότι αυτό συνεπάγεται για τις δυνατότητες επηρεασμού πολιτικών και σύμπηξης συμμαχιών για τις προεδρικές. Υπάρχει ακόμα και η πτυχή του αριθμού των εδρών που θα καταλάβουν τα δύο μεγάλα κόμματα, αφού ελλοχεύει ο (έστω και μικρός) κίνδυνος ένα εξ αυτών να απολέσει την δεύτερη έδρα, κάτι που αν συμβεί θα είναι καταστροφικό.
(2) Η εκλογική επίδοση των κομμάτων της συγκυβέρνησης και τα μηνύματα που θα περιέχουν για την κυβέρνηση και τον πρόεδρο και τις πιθανές επιπτώσεις.
(3) Το ποσοστό του ΔΗΣΥ στις ευρωεκλογές, ποιοι θα ταξιδέψουν στις Βρυξέλλες, καθώς και η παρουσία συγκεκριμένων υποψήφιων στις εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης για το κόμμα, όπως του κ. Τορναρίτη στη Λευκωσία και του κ. Κωνσταντίνου στην Πάφο. Όλα αυτά επηρεάζουν τη θέση της νέας ηγεσίας μέσα στο κόμμα.
(4) Το ποσοστό του ΑΚΕΛ χωρίς την τουρκοκυπριακή ψήφο, καθώς και η εκλογή ή μη του κ. Κιζίλγιουρεκ. Σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης μεγαλύτερη σημασία έχει η δοκιμασία της συνταγής των συνεργασιών και στήριξης σε δημάρχους πέραν της αριστεράς που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των επιλογών του κόμματος.
(5) Το ποσοστό και η θέση ΕΛΑΜ διότι αφορά στην αξιολόγηση της στρατηγικής κανονικοποίησης και ένταξης στο mainstream πολιτικό σύστημα που ακολουθεί το κόμμα της ακροδεξιάς εδώ και καιρό. Σημαντικό για το κόμμα είναι η τελική παρουσία του κ. Πελεκάνου διότι αγγίζει την στρατηγική διεύρυνσης και κανονικοποίησης του ΕΛαΜ. Πιθανή κατάληψη της τρίτης θέσης εκ μέρους του κόμματος της (μεταλλαγμένης) ακροδεξιάς, όπως διαφαίνεται, σηματοδοτεί αλλαγές στη δυναμική του κομματικού μας συστήματος στρέφοντας το ακόμα δεξιότερα.
(6) Η επίδοση των νέων σχηματισμών και ειδικά του Volt, αλλά και του Φειδία Παναγιώτου με βασικό επίδικο το κατά πόσο μπορούν να δημιουργήσουν περαιτέρω ρωγμές στο υφιστάμενο κομματικό σύστημα και να αποκτήσουν δυναμική διαρκείας για τις μετέπειτα εκλογικές αναμετρή σεις.
*Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.