Ο Νίκος Χριστοδουλίδης παρουσίασε έργο, το οποίο κρίνεται ικανοποιητικό για τον ένα χρόνο που διένυσε στην Προεδρία της Δημοκρατίας.
Παρουσίασε επίσης μια μέθοδο άσκησης εκτελεστικής εξουσίας και παραγωγής δημόσιας πολιτικής, η οποία διαφοροποιεί την κυβέρνησή του από κυβερνήσεις του παρελθόντος. Υπάρχει σχέδιο, προγραμματισμός και στόχοι που τίθενται απευθείας ενώπιον της κοινωνίας για αξιολόγηση, χωρίς τα παραδοσιακά «φίλτρα» των κομματικών μηχανισμών και των κομματικών πυρήνων. Λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις των επιχειρήσεων, των παραγωγικών ομάδων και των ομάδων συμφερόντων, όμως η δημόσια πολιτική δεν προσαρμόζεται στο πλαίσιο των επιδιώξεων τους, αλλά στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Πάντοτε υπάρχει περιθώριο περισσότερου και καλύτερου έργου. Στη διακυβέρνηση ενός κράτους, οι δημόσιες πολιτικές εδράζονται στις προτεραιότητες και τις αποφάσεις της κυβέρνησης, αλλά υλοποιούνται από τη δημόσια υπηρεσία. Ορθά ο Πρόεδρος διαπίστωσε στην πρόσφατη συνέντευξή του ότι, η θεσμική αναδιάρθρωση και βελτίωση της παραγωγικότητας και αποδοτικότητας της δημόσιας διοίκησης είναι συνυφασμένα με τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της ποιότητας του κυβερνητικού έργου. Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργικό Συμβούλιο, οι συνεργάτες και η ομάδα του Προέδρου πρέπει να χαρακτηρίζονται από δεξιότητες στρατηγικής ηγεσίας, προγραμματισμού και υλοποίησης δημόσιας πολιτικής. Στο τέλος, το πιο σημαντικό κριτήριο αξιολόγησης της απόδοσης του έργου μιας κυβέρνησης είναι ο βαθμός στον οποίο η κοινωνία και οι πολίτες αισθάνονται τις αλλαγές και την επίδραση των δημόσιων πολιτικών στην καθημερινότητά τους.
Πως αξιολογείται το έργο μιας κυβέρνησης;
Η δημόσια συζήτηση για τη διακυβέρνηση Χριστοδουλίδη δεν διαφέρει κατά πολύ από πολιτικές συζητήσεις που γίνονται διαχρονικά στην Κύπρο. Είναι ένας αγώνας δημιουργίας αντιλήψεων, ανάπτυξης επιχειρημάτων που επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν, αντί να προσφέρουν στην εποικοδομητική κριτική σκέψη για την αποτίμηση των δημόσιων πολιτικών. Ζούμε σε μια κοινωνία που είναι εν μέρει εθισμένη σε συζητήσεις που αποβλέπουν στη συναισθηματική φόρτιση και στην ενεργοποίηση πολιτικών ενστίκτων. Εν μέρει όμως, ένα άλλο, μεγάλο μέρος της κοινωνίας, έχει αποστασιοποιηθεί από τέτοιου είδους πολιτικών συζητήσεων.
Κυρίως, δε συζητούνται πολιτικές, αλλά εφήμερα ζητήματα. Αντί λοιπόν η πολιτική συζήτηση να γίνεται με όρους βελτίωσης των δημόσιων πολιτικών και την επίδρασή τους στην κοινωνία, γίνεται με «ιδιοκτησιακούς όρους», σε μια προσπάθεια να πείσουν τα κόμματα ότι αξίζουν να είναι στην εξουσία, αντί εκείνων που βρίσκονται αυτή τη στιγμή. Είναι μια προσέγγιση που έχει κουράσει την κοινωνία.
Η απόδοση του κυβερνητικού έργου είναι αλληλένδετη με την απόδοση της δημόσιας διοίκησης. Στην Κύπρο, η δημόσια διοίκηση είναι παραδοσιακά ένα κομματικό/πολιτικό εργαλείο. Η πολιτική ηγεσία, αντί να αξιοποιεί το δυναμικό της δημόσιας διοίκησης, το εντάσσει στον πολιτικό/κομματικό μηχανισμό της. Η υπέρβαση αυτής της κακής πρακτικής είναι το πρώτο στάδιο της μετάβασης σε ένα νέο πολιτικό/διοικητικό περιβάλλον, όπου η κυβέρνηση θέτει τους στόχους και η διοίκηση, σε συνεργασία με την κυβέρνηση, εκπονεί και υλοποιεί επιχειρησιακά σχέδια, δράσεις και δραστηριότητες, τα οποία μετατρέπουν τους πολιτικούς στόχους και προτεραιότητες σε δημόσια πολιτική.
Υπάρχουν γνωστά και διαδεδομένα πρότυπα και καλές πρακτικές ανάλυσης και μέτρησης του κυβερνητικού έργου, τα οποία όμως μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον δημόσιο διάλογο, εφόσον οι πολιτικοί, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης μου διαμεσολαβούν μεταξύ πολιτικών και κοινωνίας, αλλάξουν πολιτική κουλτούρα επικοινωνίας.
Ένα πολιτικό σύστημα που «αντιστέκεται»
Το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο διέρχεται μιας παρατεταμένης περιόδου κρίσης εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας. Υπάρχει κρίση ηγεσίας, καθώς και κρίση πειθούς. Αυτά είναι και τα βασικά στοιχεία που οδήγησαν στην εκλογή του Νίκου Χριστοδουλίδη. Προεκλογικά, ο νέος Πρόεδρος έκφραζε την επιλογή υπέρβασης. Μετεκλογικά πρέπει να φέρει αποτέλεσμα, ως προς τη βελτίωση του πολιτικού συστήματος, και ως προς την παραγωγή καλύτερων πολιτικών. Σταδιακά, οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η νέα κυβέρνηση δεν είναι μέρος του κομματικού συστήματος, αλλά διαπιστώνουν ταυτόχρονα ότι το κομματικό σύστημα επιδιώκει να ακυρώσει την προοπτική η κυβέρνηση να είναι ανεξάρτητη των κομμάτων. Δηλαδή, τα κόμματα εξουσίας δεν θέλουν να αποδεχθούν το ενδεχόμενο η κυβέρνηση να λειτουργεί πολιτικά ανεξάρτητα από τον κομματικό μηχανισμό.
Αυτή η αντίσταση στον διαχωρισμό της εκτελεστικής εξουσίας από το κομματικό σύστημα είναι αντιπαραγωγική. Μπορεί πρόσκαιρα να υπάρχει έδαφος μαστιγωτικής κριτικής στην κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, αλλά μακροπρόθεσμα η κοινωνία θα διερωτηθεί για την εναλλακτική επιλογή. Οι κυβερνήσεις με ισχυρή κομματική εξάρτηση δεν επιδοκιμάζονται από την πλειοψηφία της κοινωνίας.
Αυτό που πρέπει να αναζητηθεί είναι ένα καλύτερο σύστημα εξουσίας και συνεργασίας κομμάτων-κυβέρνησης, όπου τα κόμματα θα επικεντρωθούν στο πολύ σημαντικό κοινοβουλευτικό τους έργο και η κυβέρνηση να συνεργάζεται ουσιαστικά με τα κόμματα για την προώθηση νομοσχεδίων και τομών στην δημόσια διοίκηση, την εθνική οικονομία και κοινωνική πολιτική, χωρίς να χάνει την αυτονομία της. Είναι προς το συμφέρον των κομμάτων να επιδιώξουν τη συνεργασία με την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, αντί να την εχθρεύονται και να επιδιώκουν την αποδόμηση και την απονομιμοποίηση της.
Το κομματικό σύστημα δεν κινδυνεύει από την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη. Η επιδίωξη των κομμάτων θα πρέπει να είναι να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο όταν εργάζονται εμφανώς και έμπρακτα για καλύτερες δημόσιες πολιτικές, όχι για να κερδίσουν πρόσκαιρες αντικυβερνητικές ή φιλοκυβερνητικές εντυπώσεις.
Ο κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας
Η κοινωνία της Κύπρου υποφέρει από τις συνέπειες μιας παρατεταμένης περιόδου αυξήσεων στην ενέργεια, σε αγαθά και υπηρεσίες, απότοκο των αχαλίνωτων πληθωριστικών τάσεων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Αρκετοί δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν. Τα εισοδήματα παραμένουν σταθερά, ενώ στον ιδιωτικό τομέα παρατηρείται ισχυρή πίεση, τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους εργαζομένους. Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει προσδοκία και απαίτηση από την κυβέρνηση «να κάνει κάτι», να δώσει λύσεις μέσω πολιτικών επιδομάτων και απαλλαγής από φόρους.
Το πεδίο αυτό δεν προσφέρεται για αντιπολιτευτική εκστρατεία πλειοδοσίας, ούτε για λαϊκισμό. Υπάρχουν εγγενείς περιορισμοί στις δυνατότητες της κυβέρνησης για παροχές και φοροαπαλλαγές, στα όρια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων και των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Αυτό είναι ένα μάθημα που η κυπριακή κοινωνία βίωσε επώδυνα με την κρίση του 2013. Ένα μάθημα που το πολιτικό προσωπικό πρέπει να ενσωματώσει στον δημόσιο λόγο.
Αντί λοιπόν να υπάρχει δημόσια αντιπαράθεση για παροχές, πρέπει να υπάρξει μια πολύ σοβαρή κοινή προσπάθεια αύξησης των δημοσίων εσόδων και βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος στην Κύπρο και της παραγωγικότητας της οικονομίας. Κεντρικός πυλώνας αυτής της προσπάθειας θα πρέπει να είναι η επανάκτηση της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών προς την Κύπρο, για τους γνωστούς λόγους. Στο πλαίσιο αυτό, ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει θέσει στόχο την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Κύπρου. Αυτό πρέπει να γίνει και σε συνέργεια με των επιχειρηματικό κόσμο και τους παρόχους νομικών και λογιστικών υπηρεσιών, χωρίς ταμπού και εμμονές. Η συνεργασία και οι συνέργειες ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον ιδιωτικό τομέα είναι μέρος της προσπάθειας για μια επιτυχημένη διακυβέρνηση.
Το παρατεταμένο αδιέξοδο στο Κυπριακό τερματίστηκε. Η βούληση της Τουρκίας και ορισμένων υποστηρικτών της να «τιμωρηθούν οι Ελληνοκύπριοι» μέσω της αναγνώρισης των «νέων πραγματικοτήτων» δεν ευοδώνεται. Δυστυχώς κάποια κόμματα, πολιτικοί και αναλυτές είχαν μείνει προσκολλημένοι στους χειρισμούς του παρελθόντος, αντί σε συνεισφορά σε ιδέες για μια νέα διαδικασία.
Είναι παραδεκτό ότι η επιμονή και η μεθοδική δουλειά του Προέδρου έκαμψαν τις «αντιστάσεις» και στη Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών, για να διοριστεί η απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα. Όπως επίσης, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για ουσιαστική συνεισφορά στη διαμόρφωση ενός λειτουργικού και βιώσιμου πολιτειακού μοντέλου στο πλαίσιο των προσπαθειών για διευθέτηση του Κυπριακού. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης απέδειξε να έχει πειθώ και να μπορεί να παρακάμψει ταμπού και πολιτικές εμμονές που καλλιεργήθηκαν στο Κυπριακό μετά τον Κράν Μοντανά.
Εάν στην οικονομία υπάρχει μεγάλη ανάγκη συνεργασίας σε πολιτικό επίπεδο, στο Κυπριακό η ανάγκη συνεργασίας είναι επιτακτική. Η προοπτική έναρξης συνομιλιών είναι πολύ δύσκολη και ο Πρόεδρος συνειδητοποιεί ότι το όποιο αποτέλεσμα πρέπει να είναι συμβατό με τις ανησυχίες και τις επιδιώξεις τον πολιτών που θα κληθούν σε ένα νέο δημοψήφισμα να αποφασίσουν.
Το πολιτικό προσωπικό πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι, πριν από τη διαχείριση των ενδεχόμενων συνομιλιών, πρέπει να γίνει διαχείριση μιας πολύ ασταθούς περιφερειακής και διεθνούς κατάστασης που επηρεάζει το Κυπριακό. Η θεσμική και τακτική λειτουργία του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και η συνεργασία με την Αθήνα πρέπει να στηριχθούν και να αποδώσουν αποτελέσματα προς όφελος του εθνικού συμφέροντος.
* Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.