Τα τετελεσμένα, σε συνδυασμό με το καλό κλίμα που φρόντιζε κατά καιρούς, να δημιουργεί ο Ραούφ Ντενκτάς (1924-2012) ήταν το παιχνίδι που πάντα έπαιζε για να προωθεί αυτό που είχε ονειρευτεί όταν είπε κάποτε: Οι Τουρκοκύπριοι δεν πρέπει να θεωρούνται μειονότητα αλλά κοινότητα και πρέπει να δημιουργηθούν οι δομές για να ζουν πλάι- πλάι με τους Ελληνοκύπριους ως ίσος προς ίσον.
Αυτή ήταν η βασική πολιτική του ανθρώπου που ηγήθηκε της τουρκοκυπριακής κοινότητας για 60 χρόνια. Η τακτική του ήταν πάντοτε η ίδια. Παραμονές του δεύτερου γύρου του νέου κύκλου συνομιλιών στο Μοντρέ της Ελβετίας στις 11 Αυγούστου 1997 υπό την αιγίδα του νέου Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν, ο Ραούφ Ντενκτάς προχώρησε στις διαδικασίες για μερική ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία.
Αυτή του η ενέργεια ξάφνιασε εκείνους που δεν παρακολουθούσαν από κοντά τις ενέργειες του τουρκοκύπριου ηγέτη. Για όσους γνώριζαν την όλη πορεία του στην πολιτική του ζωή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ακόμα ενέργεια τακτικής ανάμεσα στις πολλές στις οποίες προέβαινε στην πολύχρονη του καριέρα επικεφαλής των Τουρκοκυπρίων εκμεταλλευόμενος απλώς μια νέα προσπάθεια για ειρηνική επίλυση του Κυπριακού.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- 50 χρόνια από τη σύλληψη του Ραούφ Ντενκτάς
- Πλήθος κόσμου αποχαιρέτισε την σύζυγο του Ραούφ Ντενκτάς
- Ο Ντενκτάς στη νεκρή ζώνη*
- Ο Ραούφ Ντενκτάς τζουνιόρ στο Ράλι
- Αντιδράσεις για νέα προτομή Ντενκτάς στην αυλή της «βουλής»
- Αρνείται ότι έχει ταυτότητα της Κ,Δ ο Ερτουγρούλογλου
Γιατί ο Ραούφ Ντενκτάς από τη δεκαετία του 1970 που αναρριχήθηκε στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων εκτοπίζοντας το Φαζίλ Κουτσιούκ, το βασικό του συνεργάτη και πρώτο Αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, το μόνο που έκαμνε ήταν να εκμεταλλεύεται τις συνομιλίες και να δημιουργεί συνεχώς τετελεσμένα γεγονότα στρέφοντας την προσοχή των ενδιαφερομένων χωρών και των Ηνωμένων Εθνών στη νέα του ενέργεια, ώστε να αποφεύγουν την ουσία του προβλήματος αλλά και ο ίδιος να αποφεύγει να δεσμευθεί για ο,τιδήποτε.

Η νέα συμφωνία ψευδοκράτους – Τουρκίας ήλθε ύστερα από τρία χρόνια επιμονής του Ραούφ Ντενκτάς να έχει μια πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση με τον Πρόεδρο Κληρίδη. Και όταν η συνάντηση έγινε τον Ιούλιο του 1997 στο Τράουτμπεκ, ο ίδιος εκμεταλλεύθηκε το καλό κλίμα που δημιουργήθηκε με τις προσδοκίες όλων, ώστε να εξασθενίσουν οι πιέσεις εναντίον του στα νέα τετελεσμένα.
Ποιος ήταν, λοιπόν, ο Ντενκτάς και πώς κινήθηκε όλα τα χρόνια της παντοδυναμίας του κατά τα οποία αποδείχθηκε καθοριστικός παράγοντας για τη ζωή των Τουρκοκυπρίων μέσα από στοιχεία που έδωσε ο ίδιος για τη ζωή του αλλά και από τις διάφορες ενέργειες και δηλώσεις του: Το επίθετο Ντενκτάς δεν ήταν το πραγματικό του Ραούφ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ραϊφ. Καταγόταν από το χωριό Άγιος Επιφάνειος, κοντά στη Φλάσου, στην περιοχή Κακοπετριάς όπου κυλούσε ο ποταμός Καρκώτης. Ήταν ένα φτωχικό χωριό με 10-15 οικογένειες και οι άνδρες ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία.

Η μητέρα του Ντενκτάς καταγόταν από το Αγκολέμι. Από πολύ νέος ο Ραϊφ, ο πατέρας του Ραούφ, ήθελε να μορφωθεί κι έτσι έφυγε πεζός από τον Άγιο Επιφάνειο και πήγε στη Λευκωσία για να σπουδάσει. Ήταν τότε μόλις 16 ετών όταν έφθασε στη Λευκωσία και δηλώνοντας ότι ήταν 18 ετών γράφτηκε στην Αστυνομία. Σε αυτή την περίοδο αρραβωνιάστηκε με μια 12χρονη νέα, την Εμινέ, στην οποία αγόρασε ως δώρο μια ραπτομηχανή. Παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο.
Όμως, δεν ήταν αυτοί μόνο οι στόχοι του. Κι έτσι ενώ υπηρετούσε στις τάξεις της Αστυνομίας συνέχιζε να διαβάζει, παρακάθισε σε εξετάσεις και προήχθη σε λοχία.
Ακόμα ενώ περιπολούσε πάνω στο άλογο συνέχιζε να διαβάζει αγγλικά και ελληνικά και προσπαθούσε να μορφωθεί περισσότερο. Έτσι μεταπήδησε από την αστυνομία στη Δημόσια Υπηρεσία και στη συνέχεια παρακάθισε σε εξετάσεις νομικής και διορίστηκε περιφερειακός δικαστής Λεύκας. Από τότε οι Άγγλοι τον κατέταξαν στις τάξεις των λεγομένων “εθνικιστών”. Αργότερα ο Ραϊφ μετατέθηκε στην Πάφο και το 1924 ενώ ήταν επαρχιακός δικαστής Πάφου έφερε στον κόσμο το έκτο του παιδί. Σε αυτό το διάστημα η μητέρα του Ραούφ έμεινε και πάλι έγκυος και ένα χρόνο μετά τη γέννηση του πέθανε.

Ήταν τότε που η μητέρα του Ραούφ ήθελε να επισκεφθεί τον ένα από τους γιους της που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη και πήγε στο γιατρό όπου έκανε απόξεση. Όμως ο γιατρός δεν είχε κάνει καλά τη δουλειά του κι έτσι μερικά υπολείμματα της δημιούργησαν γάγγραινα. Θα έπρεπε να της κόψουν το πόδι, αλλά αυτή αρνήθηκε κι έτσι υπέγραψε το πιστοποιητικό του θανάτου της. Ήταν το έβδομο της παιδί και το τρίτο που έχανε. Ο χαμός της μητέρας του και το γεγονός ότι δεν την γνώριζε μένοντας ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία επηρέασαν τη μετέπειτα του ζωή.
Αυτά τα συναισθήματά του αντικατοπτρίζονται ακόμα και στα ποιήματά του. Ο πόνος αυτός τον κατατρέχει σε όλη του τη ζωή και σε ηλικία 18 ετών γράφει σε ένα ποίημά του που πρωτοδημοσιεύθηκε στη εφημερίδα “Χαλκίν Σεσί” το 1942 (Μετάφραση Σπύρου Αθανασιάδη) στο οποίο μιλά για το χαμό της και βλέπει γύρω του πόνο και δάκρυα:
Έχω υποφέρει στη ζωή.
Είμαι δυσαρεστημένος μαζί τους.
Από τη μέρα που γεννήθηκα ο πόνος με ακολουθεί.
Προτού γνωρίσω τη στοργή, έχασα τη μητέρα μου.
Ζητούσα θηλασμό κάνοντας τους άλλους να υποφέρουν.
Έκανα το λυκαυγές να τρέμει με την ορφανή ψυχή μου.
Για μένα πένθος ήταν η ζωή και η ζωή πένθος.
Για χρόνια έτρεξε η ορφανή ψυχή μου για το τίποτα.
Η λύπη μου ήταν η χαρά μου, η μοίρα μου ήταν η χαρά μου.
Γελώντας κλαίω και κλαίοντας γελώ.
Όταν ακόμα δεν γνώρισα τί είναι αυτό και τί εκείνο.
Με κλάματα έψαχνα μια μητέρα για να σκουπίσει το δάκρυ μου.
Ο Ραούφ Ντενκτάς είχε άλλα δυο αδέλφια και μια αδελφή- οι γονείς τους έχασαν, όπως αναφέρθηκε, τρία συνολικά παιδιά- δυο παιδιά πριν γεννηθεί ο Ραούφ (την Ντλουφέρ και τον Σεβκέτ) και το τρίτο που είχε σαν αποτέλεσμα να πεθάνει η μητέρα του. Τα άλλα αδέλφια του ήταν ο Ερτουγρούλ, ο Τζιαχίτ και η Νεριζάν.
Ο Ερτουγρούλ σπούδασε στο Λύκειο της Κωνσταντινούπολης αλλά λόγω της υποτίμησης της στερλίνας αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κύπρο και φοίτησε στο Λύκειο Λευκωσίας. Τού άρεσε το ποδόσφαιρο και έπαιζε στη θέση του τερματοφύλακα.
Κάποτε ένας φίλος του που δεν γνώριζε να γράφει τον παρακάλεσε να του γράψει μια ερωτική επιστολή στο κορίτσι του. Ο Ερτουγρούλ το έκαμε. Όμως, αυτός αισθανόταν ότι είχε ερωτευθεί το κορίτσι στο οποίο είχε γράψει την επιστολή.
Η κοπέλα ήταν οικογενειακή τους φίλη. Τσακώθηκε με τον πατέρα του τελικά ο Εργουγρούλ κι έφυγε για την Τουρκία. Πέθανε από καρκίνο του οισοφάγου.
Ο άλλος αδελφός, του Ραούφ, ο Τσιαχίτ, ήταν ο άνθρωπος που είχε δώσει στην οικογένεια και το επίθετο Ντενκτάς. Το είχε επιλέξει όταν ήταν στην Άγκυρα όπου σπούδαζε γιατρός.
Ο Τζιαχίτ είχε ερωτευθεί μια νέα η οποία όμως αρρώστησε και πέθανε και τότε νυμφεύθηκε την αδελφή της και πήρε την τουρκική υπηκοότητα. Υπηρέτησε στη διάρκεια του πολέμου τη θητεία του.
Τον Τζιαχίτ τον προόριζαν για σύζυγο της μητέρας της Αϋντίν (μετέπειτα συζύγου του Ραούφ) ονόματι Σαντζιντέ. Ομως εκείνος έμεινε στην Τουρκία. Η Σαντζιντέ παντρεύτηκε το φαρμακοποιό Μουνίρ και απέκτησε μια κόρη, την Αϋντίν.
Όταν βρισκόταν στην Τουρκία ο Τζαχίτ με επιστολή του στον πατέρα του τον πληροφόρησε ότι επέλεξε το επίθετο Ντενκτάς. Το όνομα προερχόταν από τις λέξεις “Ντενκ” που σημαίνει ισόρροπος και “Τας” που σημαίνει πέτρα. Αυτές οι δυο λέξεις μαζί, έγραψε είχαν την έννοια του δικαίου, του ισχυρού, του αποδίδοντος δίκαιο, κάτι που ίσχυε για τον πατέρα του.Ο πατέρας τους ήθελε το Καρκότ. Στο Ραούφ όπως αποκάλυψε αργότερα άρεσαν δυο επίθετα, το ΑΚΙΛ που σημαίνει επιδρομή και το ΓΙΛΜΑΖ που σημαίνει ατρόμητος.
Η Νεριζάν παντρεύτηκε ένα γοητευτικό νέο, το Χαλίλ, απόφοιτο Λυκείου. Ήταν δημόσιος υπάλληλος και υπηρετούσε στην Ανατολία. Η Νεριζάν τον ακολούθησε παρά τις δυσκολίες. Λόγω των δυσκολιών ο Χαλίλ μετανάστευσε στην Αμερική. Χώρισαν. Απέκτησαν τρία παιδιά. Ξαναπαντρεύτηκε κάποιον Μουχιττίν. Ομως έπινε και είχε πρόβλημα με το σηκώτι του. Πέθανε 2-3 χρόνια μετά το γάμο τους. Αλλά και ο πρώτος της σύζυγος πέθανε από καρκίνο.
Αναμένοντας τους Οθωμανούς να επιστρέψουν
Σε ηλικία μόλις 18 μηνών, και ενώ βρισκόταν ακόμα στην Πάφο, ο Ραούφ έχασε τη μητέρα του η οποία τάφηκε στο τουρκικό κοιμητήριο της πόλης. (Τελικά τα οστά της μεταφέρθηκαν το 1997 και τάφηκαν στην κατεχόμενη Λευκωσία ύστερα από αίτημα του Ραούφ).
Όταν ο Ραούφ έγινε διόμισι χρόνων, ο πατέρας του μετατέθηκε στη Λευκωσία κι έτσι βρέθηκε στην τότε πρωτεύουσα και μεγάλωσε κοντά στον παππού του Σεχερλή Μεχμέτ και τη γιαγιά του Φατμά, γονείς της μητέρας του.
Ήταν η περίοδος που περνούσε πολλές ώρες στο χωριό του παππού του Αγιος Επιφάνειος και σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία ο νεαρός Ραούφ άκουσε τα πρώτα λόγια για τον τουρκισμό και την Τουρκία που ίσως του έγιναν βίωμα. Δάσκαλος του ο παππούς του Μεχμέτ, ο οποίος του αφηγείτο για την άφιξη των Άγγλων στην Κύπρο και τα γεγονότα που ακολούθησαν.
Ιδιαίτερα τού έλεγε ότι κατά την άφιξη των Άγγλων έγιναν κάποιες εκδηλώσεις και ότι παρ’ ολίγο να χυθεί αίμα μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ακόμα του έλεγε ότι οι Οθωμανοί έφυγαν μεν από την Κύπρο αλλά θα ξανάρχονταν. “Δεν θα ζω εγώ”, του είπε, “αλλά εσείς θα το δείτε”.
Ο νεαρός τότε Ραούφ το έδεσε σε ψηλό μαντήλι. Κι όπως αφηγήθηκε αργότερα ο ίδιος “από τότε ζήσαμε με τη σκέψη ότι πάλι θα ξανάλθουν γιατί ξέραμε ότι η Κύπρος ήταν τουρκικό νησί”. Ακόμα σ’ αυτή την ηλικία άκουσε τις πρώτες ιστορίες για την Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα που επιδίωκαν οι Έλληνας.
Κάποτε, αφηγείται ο Ραούφ Ντενκτάς, είχε ρωτήσει τον πατέρα του για το θέμα της Ενωσης κι αυτός, αντί απάντησης κάλεσε το φίλο του ιδιοκτήτη της εφημερίδας “Σοζ”, Μεχμέτ Ρεμζί Οκάν να του δώσει την απάντηση. Του είπε: «Παιδί μου, δεν πρέπει να ξεχνάς ότι οι Ελληνοκύπριοι είναι καλοί άνθρωποι, αλλά αν τεθεί θέμα Ένωσης με την Ελλάδα, τότε εξαφανίζονται οι φιλίες και οι καλοσύνες. Έχουν την Εκκλησία τους, τους ιερείς τους, τα σχολεία τους. Για όλους αυτούς η Ενωση με την Ελλάδα είναι υπεράνω όλων. Άλλο η φιλία, άλλο η Ενωση με την Ελλάδα. Χάριν της Ένωσης με την Ελλάδα, ο θείος σου ο Γιάγκος (ένας Ελληνοκύπριος που τον αγαπούσε ιδιαίτερα) μπορεί να σφάξει και τον πατέρα σου κι εμένα”.
Ο νεαρός Ραούφ δεν το πίστεψε. Σαν στράφηκε όμως στον πατέρα του πήρε την ίδια απάντηση:” Ίσως ο θείος σου ο Γιάγκος δεν σφάξει εσένα και μένα. Ίσως μάλιστα να κάνει το παν για να μας γλυτώσει από αυτούς που θα επιχειρούσαν να μας σφάξουν. Όσα όμως λέγει ο κύριος Ρεμζί είναι ορθά. Τους Ελληνοκύπριους τους έχει ξετρελάνει η Εκκλησία. Η Ελλάδα τους δηλητηρίασε. Για να ενώσουν την Κύπρο με την Ελλάδα, ίσως κάνουν νέα επανάσταση, οπότε θα σφάξουν όλους τους Τούρκους. Κανένας δεν θα μας λυπηθεί”.
Η δοκιμασία του Ραίφ με το φέσι
Ο Ραούφ Ντενκτάς θυμόταν ακόμη: ” Το 1938 θα παρασημοφορείτο ο πατέρας μου με το παράσημο Member of the British Empire. Επρόκειτο για ένα σημαντικότατο παράσημο και δεν αναμενόταν από έναν υποψήφιο να το αρνηθεί. Οι φίλοι του πατέρα μου, αλλά και ο ίδιος απορούσαν για την τιμή αυτή. Τελικά αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Ο Φουάτ, που αντικαθιστούσε τον Αρχιδικαστή κάλεσε τον πατέρα μου και του είπε: Η Αυτού Εξοχότης ο κυβερνήτης θέλει να φορέσεις φέσι στην αυριανή τελετή. Ο Κυβερνήτης ήταν ο Στόρρς που έτρεφε εχθρικά αισθήματα προς τους Τούρκους. Η απάντηση του πατέρα μου ήταν: Πριν πολλά χρόνια έχω πετάξει το φέσι και φορώ καπέλο. Μου είναι αδύνατο να φορέσω φέσι. Ο Φουάτ του είπε: Πρόκειται για διαταγή του Κυβερνήτη. Απάντηση του πατέρα: Ο Κυβερνήτης δεν μπορεί να διατάξει κατά το δοκούν. Δεν έχω δει οποιοδήποτε νόμο να δίνει το δικαίωμα στον Κυβερνήτη να ορίζει το πως πρέπει να ντυθεί κάποιος. Αρα αν ο Κυβερνήτης έδωσε τέτοια διαταγή, ενήργησε λάθος. Αν επιμένει, ας με διατάξει γραπτώς για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου.
Ο Κυβερνήτης ήταν πολύ θυμωμένος που ο πατέρας αρνήθηκε να φορέσει φέσι. Δεν είχε όμως χρόνο για να ακυρώσει την απονομή. Εφ όσον αρνήθηκε να φορέσει φέσι, θα του απαγορευόταν να φορέσει και καπέλο. Στην τελετή της επομένης ήμουν κι εγώ παρών. Κάποια στιγμή κάλεσαν τον πατέρα μου για παρασημοφόρηση και κοιτούσε αλλού. Ο Κυβερνήτης που εκείνη την ώρα εκπροσωπούσε το Βασιλιά Γεώργιο τον Πέμπτο ήταν πολύ εξοργισμένος”.
Τελικά οι Άγγλοι μετέθεσαν το Ραίφ στη Λεμεσό προφανώς για τιμωρία. Με την κάποια οικονομική άνεση του μισθού του δικαστή ο πατέρας Ραίφ φρόντισε όλα του τα παιδιά να επισκεφθούν και να γνωρίσουν την Τουρκία. Ακόμα και ο νεαρός Ραούφ πήγε στην Τουρκία για ένα χρόνο και φοίτησε στο δημοτικό σχολείο.
Αυτό συνέβη το 1930, όταν ο Ραούφ ήταν μόλις έξι χρόνων. Ο πατέρας του τον πήρε στην Κωνσταντινούπολη όπου γράφτηκε στο Δημοτικό του Λυκείου FEYZIAT στο Βόσπορο. Στο σχολείο ήταν εσωτερικός μαθητής. Εκεί ο νεαρός Ραούφ γνώρισε ακόμα περισσότερο τη μοναξιά. Κι έκλαιε μόνος του. Στην Κωνσταντινούπολη είχε και τους δυο μεγαλύτερους του αδελφούς Τζαχίτ και Ερτουγρούλ. Έμεινε τελικά ένα μόνο χρόνο.
H Ένωση και ο εθνικισμός
Ήταν μερικά πράγματα που θα πρέπει να έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη του νεαρού τότε Ραούφ που σίγουρα άρχισε να θεωρεί την Ενωση σαν κάτι το πολύ κακό και την απόφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ο πατέρας του Ραούφ ήταν πολυταξιδεμένος και άνθρωπος που θεωρείτο εθνικιστής. Κάθε καλοκαίρι πήγαινε στην Τουρκία και σε ένα δημοσιογραφικό κύκλο συζητούσαν το Κυπριακό πρόβλημα, σε μια περίοδο που ήταν ακόμα ανύπαρκτο ουσιαστικά.
Ήταν ένας από εκείνους που ακολουθούσαν πιστά τις μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ και ένας από τους πρώτους που έβγαλαν το φέσι. Είναι χαρακτηριστικό για τον εθνικισμό του Ραϊφ αυτό που αφηγήθηκε αργότερα ο γιος του Ραούφ: ” Τις Παρασκευές περνούσαμε δυο φορές από τον ίδιο δρόμο για να δούμε την σημαία που κυμάτιζε στο τουρκικό προξενείο και στην οποία αποδίδονταν τιμές.
Όταν πλησιάζαμε τη σημαία οι φίλοι του πατέρα μου του έλεγαν: Σκούπισε το μέτωπο σου, σκούπισέ το. Ο πατέρας μου έβγαζε το καπέλο του για να αποτίσει φόρο τιμής στη σημαία και στη συνέχεια σκούπιζε με το μαντήλι του το κεφάλι του. Αυτό συνέβαινε γιατί η μυστική αστυνομία παρακολουθούσε τους εθνικιστές και συνέτασσε εκθέσεις.
Όσοι δημόσιοι υπάλληλοι χαιρετούσαν τη σημαία, τους καλούσαν να εξηγήσουν τους λόγους της ενέργειας τους. Όλοι ισχυρίζονταν ότι έβγαζαν το καπέλο για να σκουπίσουν τον ιδρώτα τους. Το θέμα αυτό είχε πάρει τη μορφή “πλάκας” εναντίον της καταπίεσης των Άγγλων”.