Στα 18 δις. ευρώ το κόστος για την πράσινη μετάβαση της Κύπρου – Απαιτείται καλύτερη διαχείριση των υφιστάμενων πόρων για μικρότερη επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων
Θα μπορούσαμε να υποβάλουμε διπλάσιες ή τριπλάσιες ερωτήσεις στον πρώην υπουργό Ενέργειας, ακόμα και για τα φλέγοντα θέματα της επικαιρότητας. Η συνέντευξη αυτή προγραμματίστηκε αρκετά νωρίτερα και ήταν επιλογή του Insider να ακούσουμε τις θέσεις του Γιώργου Λακκοτρύπη για ευρύτερα θέματα οικονομίας, τα οποία βέβαια όλο και πιο στενά συνδέονται, παντού στον κόσμο, με τα καίρια ζητήματα ενέργειας και την Πράσινη Μετάβαση.
ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΙ ΠΟΡΟΙ
Γίνεται μια μεγάλη συζήτηση, παντού στην ΕΕ, για τους στόχους της Ένωσης για την πράσινη μετάβαση και το κόστος στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και οικονομίες. Αρχικά λέγαμε «όσα κι αν στοιχίσει, πρέπει να απανθρακοποιήσουμε την ενέργεια και τις μεταφορές για να σωθεί ο πλανήτης». Τώρα, όμως, φαίνεται να συνδέεται άμεσα η πράσινη μετάβαση με φαινόμενα πληθωρισμού, ακρίβειας σε προϊόντα και υπηρεσίες, σταδιακής αποβιομηχάνισης χωρών της ΕΕ και υποχώρησης του βιοτικού επιπέδου για μεγάλες μάζες. Θα μπορούσε, πιστεύετε, η πράσινη μετάβαση να ήταν λιγότερο επώδυνη για τους Ευρωπαίους πολίτες; Μπορεί να αλλάξει πορεία πλεύσης σήμερα η ΕΕ;
Άρχισες τη συζήτηση μας με ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που ταλανίζουν την ΕΕ και που θα μπορούσε να αναλώσει όλη μας την κουβέντα. Πώς δηλαδή θα βρεθεί ισορροπία μεταξύ των βραχυπρόθεσμων αναγκών και της ποιότητας ζωής των πολιτών της Ένωσης, έναντι της μακροπρόθεσμης προστασίας του πλανήτη, προς όφελος των μελλοντικών γενεών.
Ήδη επιβαρύνουμε τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας με την εξόφληση αστρονομικών χρεών, τα οποία για τους EU-27, στο τέλος του 2023, ανέρχονταν κοντά στα €14 τρισ. Το ελάχιστο που τους οφείλουμε είναι να βρούμε αυτή την ισορροπία.
Για να επιτευχθούν οι στόχοι του 2030, κάποιες μελέτες ανεβάζουν το κόστος σε πράσινες υποδομές στην Ευρώπη στα €800 δισ. και στα €2.5 τρισ. για να ολοκληρωθεί η Πράσινη Μετάβαση έως το 2050. Για την Κύπρο, το «Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα 2030» προβλέπει ότι για να προσεγγίσουμε τους εθνικούς στόχους θα χρειαστεί να δαπανηθούν περίπου €18 δισ., από τα οποία το μεγαλύτερο ποσοστό αφορά τις μεταφορές.
Το ερώτημα λοιπόν είναι επιτακτικό: πώς θα χρηματοδοτήσουμε την κατεπείγουσα Πράσινη Μετάβαση, χωρίς να επιβαρύνουμε υπέρμετρα τις μελλοντικές γενεές ή να χρεοκοπήσουμε τα κράτη μας, ενώ ταυτόχρονα να προστατεύσουμε τους πολίτες, που παλεύουν, από το δραματικά αυξημένο κόστος ζωής;
Πιστεύω ότι η απάντηση βρίσκεται στη βελτιστοποίηση της διάθεσης των υφιστάμενων πόρων σε καταναλωτές και επιχειρήσεις. Τονίζω τη λέξη «υφιστάμενων», γιατί οι πόροι που είναι διαθέσιμοι σήμερα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητοι.
Για παράδειγμα, στην Κύπρο, το κράτος έχει τρεις κύριες πηγές εσόδων που σχετίζονται με την Πράσινη Μετάβαση.
Ο πρώτος είναι το Ταμείο ΑΠΕ/ΕΞΕ, το οποίο χρηματοδοτείται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των €0.005 ανά κιλοβατώρα (μισό σεντ / kWh) στους λογαριασμούς ρεύματος και από συμβάσεις ΑΠΕ, οι οποίες σε κάποιες περιόδους (όπως σήμερα) είναι πιστωτικές προς το Ταμείο και σε κάποιες άλλες είναι χρεωστικές. Τα έσοδα από το Ταμείο διατίθενται εξ ολοκλήρου για την Πράσινη Μετάβαση και είναι ουσιαστικά ο κύριος λόγος που, έως το τέλος του 2023, πέραν των 50,000 νοικοκυριών ή 10% του συνόλου έχει εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό σύστημα στην οροφή του και έχει επιτύχει σημαντικές εξοικονομήσεις στο κόστος ηλεκτρισμού.
Η δεύτερη πηγή είναι τα ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως το REPowerEU και το Innovation Fund, τα οποία έρχονται να υποστηρίξουν την ιδιωτική πρωτοβουλία, ιδιαίτερα σε καινοτόμες λύσεις, όπως Δέσμευση και Αποθήκευση Άνθρακα (Carbon Capture and Storage). Το 2023, τα προγράμματα αυτά βοήθησαν τις EU-27 να αυξήσουν τις νέες εγκαταστάσεις ηλιακής ενέργειας κατά 40% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Σύμφωνα με στοιχεία της ΡΑΕΚ και του ΔΣΜΚ, στην Κύπρο το ποσοστό αύξησης ανήλθε στο 83% (το 2023 προστέθηκαν 207 MW ηλιακής ισχύος, έναντι 113 MW το 2022), κυρίως λόγω της ολοκλήρωσης αδειοδοτημένων εμπορικών πάρκων και της αύξησης σε οικιακές εγκαταστάσεις μέσω του Net-Metering. Η ΕΕ θα πρέπει να διαθέσει περισσότερους πόρους από τέτοια προγράμματα για να στηρίξει την πράσινη πορεία, χωρίς όμως να εκτροχιάσει τις εθνικές οικονομίες και να σπρώξει το κόστος ζωής ακόμη πιο ψηλά.
Η τρίτη πηγή εσόδων των κρατών μελών είναι τα έσοδα από τα δικαιώματα των ρύπων, τα οποία ουσιαστικά πληρώνουν οι καταναλωτές, μέσω του λογαριασμού ρεύματος. Είναι αξιοσημείωτο ότι, στην Κύπρο, κανένα μέρος αυτών των εσόδων δεν επιστρέφεται στην αγορά υπό τη μορφή σχεδίων χορηγιών για να στηριχθεί η Πράσινη Μετάβαση.
Για παράδειγμα, ο υπεραισιόδοξος στόχος διείσδυσης ηλεκτρικών αυτοκινήτων του εθνικού «Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα 2030» (85,000 αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα έως το 2030), θα είναι αδύνατον να προσεγγιστεί έστω και κατά το ελάχιστο, χωρίς αυξημένες παρεμβάσεις από το κράτος, πολύ μεγαλύτερες από αυτές που ήδη βλέπουμε. Στο τέλος της ημέρας, οι ρύποι είναι έσοδα του κράτους που πληρώνουν οι καταναλωτές και θα πρέπει να τους επιστραφούν με τον ένα τρόπο ή τον άλλο.
Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα που θέσατε βρίσκεται αφενός στην επιτάχυνση της Πράσινης Μετάβασης με μέτρα εξοικονόμησης, παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ και διείσδυσης ηλεκτρικών/υβριδικών αυτοκινήτων και αφετέρου στην αποτελεσματικότερη διάθεση υφιστάμενων και καινούργιων πόρων, είτε με χορηγίες είτε με φορολογικά κίνητρα, για να στηριχθούν η κοινωνία και οικονομία σε αυτή την πορεία. Η ΕΕ έχει σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει σε αυτή την προσπάθεια, ιδιαίτερα μετά και την εφαρμογή του Inflation Reduction Act στις ΗΠΑ.

ΔΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΤΙΜΕΣ
Συζητείται επίσης ο αθέμιτος ανταγωνισμός που υφίστανται Ευρωπαίοι παραγωγοί από επιχειρήσεις στην Ασία ή και τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν εφαρμόζουν τις πράσινες πολιτικές της ΕΕ, που ανεβάζουν το κόστος παραγωγής. Ποιο μέλλον μπορεί να έχει η ΕΕ όταν τα προϊόντα της δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα προϊόντα τρίτων χωρών και όταν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μεταφέρουν τις εργασίες τους στην Κίνα ή τις ΗΠΑ;
Είναι λόγω αυτού του αθέμιτου ανταγωνισμού που η ΕΕ αποφάσισε να υιοθετήσει τον μηχανισμό ενός Διασυνοριακού Φόρου Άνθρακα (ΔΦΑ), ο οποίος μπαίνει σε πιλοτική εφαρμογή την 1η Οκτωβρίου 2024, με στόχο την πλήρη εφαρμογή του το 2026. Ουσιαστικά, ο ΔΦΑ στοχεύει να προστατεύσει τους Ευρωπαίους παραγωγούς σιδήρου, αλουμινίου, χάλυβα, τσιμέντου, λιπασμάτων, υδρογόνου και ηλεκτρικής ενέργειας από αθέμιτο ανταγωνισμό παραγωγών τρίτων χωρών, που δεν επωμίζονται τα υψηλά κόστη άνθρακα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών.
Το βέβαιο είναι ότι το μέτρο αυτό θα προκαλέσει εντός της ΕΕ αυξήσεις στις τιμές, σε τομείς όπως οι κατασκευές, αφού πλέον οι εισαγωγές υλικών, όπως το σίδηρο και ο χάλυβας από τρίτες χώρες, θα επωμίζονται επιπλέον κόστη, είτε αυτά θα αφορούν στην προσαρμογή των μεθόδων παραγωγής στα ευρωπαϊκά πράσινα πρότυπα, είτε θα αφορούν στον ΔΦΑ. Αυτό το μέτρο ενδεχομένως να έχει σοβαρές επιπτώσεις σε οικονομίες όπως της Κύπρου, οι οποίες βασίζονται σε τεράστιο βαθμό στις εισαγωγές προϊόντων για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το 2022 η Κύπρος εισήγαγε συνολικά $770 εκατ. σε σίδηρο και χάλυβα, από τα οποία, περίπου το 45% προήρθε από τρίτες χώρες. Ο ΔΦΑ θα ανεβάσει τις τιμές των εισαγωγών από χώρες που θεωρούνται ότι έχουν λιγότερο αυστηρά περιβαλλοντικά κριτήρια στις μεθόδους παραγωγής τους. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή η εξέλιξη στην οικοδομική βιομηχανία, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο στεγαστικής ακρίβειας που διανύουμε.
Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι αυτό το μέτρο δεν θα βοηθήσει βραχυπρόθεσμα στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, σε ό,τι αφορά στις εξαγωγές τους σε τρίτες χώρες.
Πολύ πρόσφατα ανακοινώθηκε η απόφαση της Κυβέρνησης Μπάιντεν να αυξήσει κατακόρυφα τους δασμούς για προϊόντα που εισάγονται από την Κίνα, όπως ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μικροτσίπς, φωτοβολταϊκά πλαίσια, μπαταρίες, φορτιστές, κρίσιμα ορυκτά, κλπ. Πιστεύετε ότι θα κινηθεί και η ΕΕ προς τον προστατευτισμό, μέσω της επιβολής δασμών;
Υπενθυμίζω ότι ήδη στην ΕΕ βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα εναντίον των Κινέζων κατασκευαστών ηλεκτρικών αυτοκινήτων, με βάση υποψίες για παράτυπες κρατικές ενισχύσεις. Και παρόλο που πιστεύω ότι, εάν οι υποψίες επιβεβαιωθούν, η ΕΕ θα προχωρήσει σε επιβολή δασμών, εντούτοις θεωρώ δεν θα είναι τόσο αυστηρές όσο αυτές των ΗΠΑ. Ούτε πιστεύω ότι η ΕΕ θα στραφεί προς τον προστατευτισμό, εφόσον μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία και Γαλλία, εξάγουν σημαντικές ποσότητες προϊόντων στη Κίνα. Επιπλέον, οι μεγάλες ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες βασίζονται στη Κίνα για πρώτες ύλες κατασκευής μπαταριών και άλλων τεχνολογιών, απαραίτητες για την Πράσινη Μετάβαση.
Εξάλλου, είδαμε πρόσφατα τις κινήσεις της Κίνας για «παράκαμψη» των όποιων δασμών σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα από ΗΠΑ και ΕΕ, με τις εξαγγελθείσες επενδύσεις σε εργοστάσια στο Μεξικό (μέσω USMCΑ) και στην Ουγγαρία αντίστοιχα.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟ «DECOUPLING»
Αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «αποπαγκοσμιοποίηση», πόσο πραγματικό φαινόμενο πιστεύετε ότι είναι; Τι σημαίνει για τις οικονομίες αυτή η τάση; Πώς θα την αντιληφθούμε στη ζωή μας αν συνεχίσει;
Τα τελευταία χρόνια, λόγω των διαδοχικών κρίσεων που βιώνει ο πλανήτης, αλλά και εξ αιτίας του εντεινόμενου ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, βλέπουμε μια διεθνή τάση των εταιρειών να προσπαθούν να αναπροσαρμόσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους στα νέα γεωπολιτικά (κυρίως) δεδομένα. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται «nearshoring» ή «reshoring» και ουσιαστικά αφορά τη μετακίνηση μέρους της εφοδιαστικής αλυσίδας σε περιφερειακά κέντρα κοντά σε μεγάλες καταναλωτικές αγορές.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η άνοδος του Μεξικού ως κέντρου για την αυτοκινητοβιομηχανία και τον τομέα των ηλεκτρονικών, με κίνητρο το χαμηλό κόστος ανθρώπινου δυναμικού και την εγγύτητα στην αγορά των ΗΠΑ. Δεν θα ονόμαζα αυτή την τάση «αποπαγκοσμιοποίηση», αλλά μάλλον αναδιάρθρωση των εφοδιαστικών αλυσίδων για ενίσχυση της ασφάλειας τους, έστω και εάν αυτό σημαίνει κάπως υψηλότερα κόστη.
Ένα πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι, θεωρώ, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ τις ΕΕ/ΗΠΑ από τη μια, και Κίνας από την άλλη, ο οποίος σπρώχνει την παγκόσμια οικονομία να μοιραστεί στα δύο, το επονομαζόμενο «decoupling». Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο, στην τεχνολογία και στην Πράσινη Μετάβαση. Το γεωπολιτικό ρίσκο μια τέτοιας πορείας είναι επίσης εξαιρετικά ανησυχητικό, αφού ενδέχεται να μοιράσει τον πλανήτη σε δυο στρατόπεδα, σε έναν νέο και πιο επικίνδυνο ψυχρό πόλεμο.

ΝΑ ΕΞΑΝΤΛΗΘΟΥΝ ΤΑ ΟΡΙΑ ΑΥΤΟΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Ασχολείστε επαγγελματικά πλέον με παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, μεταξύ άλλων σε θέματα ενέργειας και πράσινης μετάβασης. Ποιες συμβουλές δίνετε στους πελάτες σας ως προς την αυτοπαραγωγή και ιδιοκατανάλωση ενέργειας; Είναι το παρόν και το μέλλον για τις επιχειρήσεις ή έχει όρια αυτή η δυνατότητα που προσφέρεται;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα δύο πιο αποτελεσματικά μέτρα για μείωση τους κόστους ενέργειας είναι η εξοικονόμηση και η αυτοπαραγωγή. Και αυτό ισχύει εξίσου για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η πρώτη μου εισήγηση λοιπόν είναι να εξετάζονται σε συνεχιζόμενη βάση, τρόποι εξοικονόμησης ενέργειας στα κτήρια, στις συσκευές και στις μεταφορές. Για παράδειγμα, η αντικατάσταση συσκευών με πιο αποδοτικές μονάδες θέρμανσης και ψύξης. Είναι γνωστή η ρήση που λέει ότι «η πιο φτηνή ενέργεια είναι εκείνη που δεν καταναλώνεται».
Ακολούθως, θα πρέπει να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια αυτοπαραγωγής ηλιακής ενέργειας. Όπου έχει χώρο ή στέγη ή όμορο τεμάχιο θα πρέπει να αξιοποιηθεί. Τα μικρότερα φωτοβολταϊκά συστήματα μπορούν να συνδεθούν γρηγορότερα στο δίκτυο και να έχουν άμεσα αποτελέσματα, σοβαρών εξοικονομήσεων.
Εάν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος χώρος για αυτοπαραγωγή ή εάν αυτή δεν καλύπτει πλήρως τις ανάγκες ηλεκτρισμού μιας επιχείρησης, θα πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικοί προμηθευτές που θα προσφέρουν φτηνότερο και καθαρότερο μείγμα ενέργειας. Βέβαια, οι επικρατούσες προσφερόμενες εκπτώσεις είναι πολύ χαμηλότερες από τις εξοικονομήσεις που επιτυγχάνονται με την αυτοπαραγωγή, ενώ σήμερα είναι περιορισμένη η προσφορά αφού όλη η παραγόμενη ενέργεια ΑΠΕ έχει διατεθεί. Και τα δύο αυτά εμπόδια ενδέχεται να ανατραπούν, όταν εισαχθούν περισσότερα ΑΠΕ στο σύστημα και αρχίσουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους (σήμερα ανταγωνίζονται με την ακριβή συμβατική παραγωγή υγρών καυσίμων).
Τέλος, είναι σημαντικό να γνωρίζουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις προσφέρουν αρκετά προγράμματα χορηγιών που καλύπτουν την πρώτη και τη δεύτερη εισήγηση.
ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ
Έχετε ασχοληθεί με τους συνεταιρισμούς στην παραγωγή πράσινης ενέργειας από ενεργειακές κοινότητες; Παραμένουμε πίσω ως Κύπρος σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ. Υπάρχει ενδιαφέρον από την τοπική αυτοδιοίκηση, τους κατοίκους και ιδιωτικούς φορείς για τις ενεργειακές κοινότητες;
Έχω ασχοληθεί ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του MountMed, ενός μη-κερδοσκοπικού ιδρύματος, που στόχο έχει τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων των ορεινών περιοχών. Πράγματι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από τις τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα απομακρυσμένων περιοχών.
Βέβαια, έχω εντοπίσει ότι η κάθε ενδιαφερόμενη κοινότητα ερμηνεύει διαφορετικά την έννοια της Ενεργειακής Κοινότητας, αλλά αυτό θα διασαφηνιστεί με το ρυθμιστικό πλαίσιο που έχει δημοσιευθεί από τη ΡΑΕΚ για δημόσια διαβούλευση την προηγούμενη εβδομάδα, με στόχο να ολοκληρωθεί εντός Ιουνίου.
Παρόλο το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει και τις προοπτικές που προσφέρουν οι Ενεργειακές Κοινότητες μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το μεγάλο πρόβλημα της διασύνδεσης με το δίκτυο ηλεκτρισμού παραμένει.
Ακόμα και εάν μια κοινότητα προχωρήσει με καταστατικό να δημιουργήσει σήμερα ένα συνεταιρισμό, η υλοποίηση ενός φωτοβολταϊκού πάρκου, που συνήθως βρίσκεται στο επίκεντρο μιας τέτοιας προσπάθειας, είναι αδύνατη, αφού οι υποσταθμοί της ΑΗΚ είναι υπερκορεσμένοι. Εάν δεν παρθούν μέτρα από το κράτος, κατά τη δική μου εκτίμηση, στην καλύτερη περίπτωση μια Ενεργειακή Κοινότητα θα μπορέσει να λειτουργήσει το 2030.
Κάποια μέτρα που θα μπορούσαν να παρθούν για να λειτουργήσουν το συντομότερο Ενεργειακές Κοινότητες είναι να δοθεί προτεραιότητα στη διασύνδεση με το δίκτυο ηλεκτρισμού και στην αδειοδότηση σε έργα μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
ΠΩΣ ΘΑ ΠΕΣΕΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ
Προφανώς όλοι οι πελάτες σας θεωρούν από τα σοβαρότερα προβλήματα που έχουν το κόστος της ενέργειας. Είστε αισιόδοξος ότι μπορεί βραχυπρόθεσμα να έχουμε ουσιαστικά φθηνότερο ηλεκτρισμό; Ή πρέπει να περιμένουμε εφαρμογή των τεχνικών λύσεων που προωθούνται, που είναι και δαπανηρές και χρονοβόρες. Για παράδειγμα η ηλεκτρική διασύνδεση, η εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, έλευση φυσικού αερίου, κλπ.
Είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς την πορεία των τιμών τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα με τις κατά συρροή κρίσεις που βιώνει ο πλανήτης, που έγκριτοι μελετητές θεωρούν ως τη νέα μας κανονικότητα.
Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, μια ομολογουμένως υπεραπλουστευμένη προσέγγιση θα μπορούσε να ήταν η εξέταση της πορείας των τιμών σε μια άλλη χώρα, η οποία έχει ήδη υλοποιήσει τα έργα που αναφέρατε στο ερώτημα σας. Θεωρώ ότι η Ελλάδα είναι ενδεχομένως το καλύτερο παράδειγμα για την Κύπρο, αφού είναι διασυνδεδεμένη με την υπόλοιπη Ευρώπη, εισάγει υγροποιημένο φυσικό αέριο, έχει σημαντική συμβολή από ΑΠΕ στο ενεργειακό της μείγμα και λειτουργεί μια ώριμη ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, στα πρότυπα της ΕΕ και του μοντέλου που προετοιμάζει η Κύπρος.


Όπως δείχνει και το διάγραμμα από στοιχεία της Eurostat, που συγκρίνει τις τιμές ηλεκτρισμού χωρίς φόρους, μεταξύ Ελλαδικών και Κυπριακών νοικοκυριών τα προηγούμενα δέκα έτη, με εξαίρεση την περίοδο από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και για περίπου 18 μήνες, όπου οι τιμές φυσικού αερίου εκτοξεύθηκαν, οι οικιακές τιμές ηλεκτρισμού στην Ελλάδα ήταν σταθερά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες στην Κύπρο.
Στο τέλος του 2023 που έχουμε στοιχεία από τη Eurostat, η τιμή στην Ελλάδα χωρίς τους φόρους ήταν περίπου 10% χαμηλότερη από την αντίστοιχη κυπριακή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει όμως και το αντίστοιχο διάγραμμα που περιλαμβάνει τους φόρους και που αποτυπώνει τη φορολογική πολιτική της κάθε χώρας. Όπως βλέπετε, η Κυβέρνηση της Ελλάδος απορρόφησε η ιδία με μέτρα στήριξης τους κραδασμούς του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ η μεγάλη διαφορά στην Κύπρο μεταξύ των τιμών προ και μετά φόρων κατά τα τελευταία τρία χρόνια, οφείλεται κυρίως στο κόστος των ρύπων, τα οποία περιλαμβάνονται στους φόρους.
Στο τέλος του 2023, η τιμή στην Ελλάδα με φόρους ήταν σχεδόν 50% χαμηλότερη από την αντίστοιχη κυπριακή.
Τι μας λένε αυτά τα στοιχεία; Καταρχάς είναι ξεκάθαρο ότι, εάν εξαιρέσουμε την κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο, οι τιμές στην Ελλάδα είναι διαχρονικά χαμηλότερες και πιο σταθερές. Επίσης, μια άλλη ουσιαστική επισήμανση είναι το κόστος των ρύπων, όπως αποτυπώνεται στη διαφορά των τιμών μεταξύ προ και μετά φόρων στη Κύπρο. Η πιο πάνω εικόνα, επιβεβαιώνει την επιτακτική ανάγκη να καταφέρουμε, μετά από τόσα χρόνια έντονων προσπαθειών, να εντάξουμε το φυσικό αέριο στο ενεργειακό μας μείγμα, κάτι που θα μειώσει άμεσα τους ρύπους κατά 20% έως 25%, ενώ, ανάλογα με το μακροπρόθεσμο συμβόλαιο LNG που θα εξασφαλίσει η ΔΕΦΑ, ενδεχομένως να επιφέρει και μια σταθερότητα στις τιμές ηλεκτρισμού, σε πιο χαμηλά επίπεδα από τα σημερινά.
Επιτακτική είναι επίσης η ανάγκη για πλήρη λειτουργία της Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού (ΑΑΗ). Έτσι, θα επιτευχθεί η πολυπόθητη συμμετοχή των ΑΠΕ στην ΑΑΗ, ιδιαιτέρα σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις στο μοντέλο αγοράς που προωθεί η ΕΕ και θα δοθούν περισσότερες επιλογές προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές.
Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥ HEADQUARTERING
Πώς βλέπετε να αποδίδει η πολιτική του headquartering στην Κύπρο; Υπήρξε μεγάλη ανταπόκριση από ξένες εταιρείες μέσα στο 2022 και 2023, αλλά σε ποιο βαθμό μπορεί να διατηρηθεί αυτή η πολιτική και να έχει αποτελέσματα; Δεν υπάρχουν όρια για τη μικρή κυπριακή αγορά;
Θεωρώ ότι τα μέτρα που υιοθέτησε η Κυπριακή Δημοκρατία τα προηγούμενα χρόνια έχουν αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα για τη χώρα μας. Έχει προσελκυστεί και εγκατασταθεί στην Κύπρο μεγάλος αριθμός εταιρειών τεχνολογίας και το προσωπικό τους, που πλέον ξεφεύγει των στενών ορίων αυτού που ονομάζουμε “headquartering”.
Παραδοσιακά, λόγω της εξειδίκευσης των Κυπρίων στα επαγγέλματα νομικής, λογιστικής, ανθρώπινου δυναμικού και marketing, η χώρα μας προσέλκυε και εξυπηρετούσε εταιρείες κυρίως για διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες. Γι’ αυτό τον λόγο είχαμε μεγάλη επιτυχία στο «headquartering». Οι πλείστες, όμως, εταιρείες επέλεγαν να διατηρούν το τεχνολογικό προσωπικό τους π.χ. software architects, σε άλλες χώρες, όπου η διαθεσιμότητα ταλαντούχου προσωπικού ήταν πιο άμεση.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, λόγω κυρίως των στοχευμένων μέτρων αλλά και της γεωπολιτικής αστάθειας σε διάφορες περιοχές, αρχίσαμε να προσελκύουμε προσωπικό εταιρειών με υψηλή τεχνολογική εξειδίκευση. Αυτό έχει πολλαπλά οφέλη, κάποια από τα οποία άρχισαν να καταγράφονται στα μακροοικονομικά στοιχεία της χώρας μας.
Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, το 2022 ο τομέας Τεχνολογιών Επικοινωνιών και Πληροφορικής (ΤΕΠ) είχε την τρίτη μεγαλύτερη συνεισφορά στο ΑΕΠ, με 9.6%, το οποίο σε απόλυτους αριθμούς μεταφράζεται σε €2.3 δισ. Το 2023 ήταν μια χρονιά όπου η κάθοδος εταιρειών επιταχύνθηκε, οπόταν είναι βέβαιο ότι η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και την περσινή χρονιά.
Βέβαια η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε χωρίς προκλήσεις. Η κάθοδος των εταιρειών με το προσωπικό τους δημιούργησε πίεση σε τομείς όπως το στεγαστικό και το εκπαιδευτικό, κάτι που αναπόφευκτα επηρεάζει την ποιότητα ζωής των πολιτών. Έχουμε δει το τελευταίο διάστημα την προσπάθεια της Κυβέρνησης να απαμβλύνει με μέτρα κάποια από αυτά τα προβλήματα.
Ποιος πρέπει να είναι ο προσανατολισμός της κυπριακής οικονομίας τα επόμενα χρόνια; Εφαρμόσαμε το headquartering, κρατούμε ζωντανό τον τομέα των υπηρεσιών παρά τις απώλειες μετά τις κυρώσεις σε ρωσικά συμφέροντα, έχουμε τον τουρισμό και επιμένουμε και σε κίνητρα προσέλκυσης επενδυτών μέσω της βιομηχανίας ανάπτυξης ακινήτων. Θα μείνουμε σε αυτά; Υπάρχουν άλλες προοπτικές;
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, λόγω συνδυασμού γεγονότων, η Κύπρος έχει καταφέρει να ξεφύγει από την στενή ερμηνεία του «headquartering” και να ανοίξει προοπτικές υψηλής προστιθέμενης αξίας στον τομέα ΤΕΠ, προσελκύοντας ταλαντούχο προσωπικό από το εξωτερικό.
Πιστεύω ότι αυτό το γεγονός είναι μια πρώτης τάξης ευκαιρία να δημιουργήσουμε ένα οικοσύστημα έρευνας και καινοτομίας, όπου οι νέοι μας θα έχουν πλέον ευκαιρίες απασχόλησης και σε επαγγέλματα δημιουργίας πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως αυτά των Τεχνολογιών Επικοινωνιών και Πληροφορικής και της φαρμακοβιομηχανίας, που είναι αρκετά ανεπτυγμένη στη χώρα μας.
Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, τα προηγούμενα χρόνια ένας νέος ή μια νέα επιστήμονας με εξειδίκευση στον σχεδιασμό και ανάπτυξη αλγορίθμων, είχε περιορισμένες ευκαιρίες εργοδότησης στην Κύπρο. Αυτό πλέον έχει αλλάξει και είναι επάναγκες να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που παρέχουν οι εταιρείες που έχουν έδρα τους την Κύπρο. Ο διεθνής ανταγωνισμός για προσέλκυση τους ήταν και παραμένει έντονος και θεωρώ ότι πρέπει να φροντίσουμε τα επόμενα χρόνια να αρχίσουμε να τις διοχετεύουμε με ντόπιο, άρτια καταρτισμένο, εξιδεικευμένο προσωπικό.
Για να γίνει αυτό κατορθωτό, θα πρέπει να επισπευσθεί η προσπάθεια που έχει αρχίσει από το Υπουργείο Παιδείας για να ευθυγραμμιστούν οι μελλοντικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, όπως αυτές αποτυπώνονται από τις ντόπιες και ξένες εταιρείες που λειτουργούν στην Κύπρο, με το εκπαιδευτικό μας σύστημα, ούτως ώστε οι νέοι να λαμβάνουν από νωρίς τον απαραίτητο επαγγελματικό προσανατολισμό.
Θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι ανατρεπτικές, όπως υπολογίζεται, συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης, που ας μην ξεχνάμε βρίσκεται ακόμα στις αρχικές της εκφάνσεις, για να καθοδηγηθούν οι νέοι σε επαγγέλματα υψηλής προστιθέμενης αξίας, πέραν των παραδοσιακών.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να μελετηθούν προσεκτικά τα «πράσινα» επαγγέλματα και να αποφασιστούν οι δράσεις που απαιτούνται. Ποιες είναι οι μελλοντικές ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό για ταχεία Πράσινη Μετάβαση; Εάν, όπως προβλέπεται από το Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα 2030, τα επόμενα χρόνια θα εισαχθούν χιλιάδες ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ποιες ενέργειες πρέπει να γίνουν για να μετεκπαιδευτούν οι μηχανικοί συμβατικών αυτοκινήτων σε ηλεκτρολόγους, ούτως ώστε να προστατευθούν οι θέσεις εργασίας;
Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημα σας είναι ΝΑΙ, υπάρχουν πολλές προοπτικές που μπορούμε να αξιοποιήσουμε ως χώρα.

ΤΟ «RESHORING» ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΥΝΟΗΣΕΙ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Η βιομηχανία είναι οριστικά χαμένη υπόθεση για την Κύπρο; Με εξαίρεση τη φαρμακοβιομηχανία, που αντέχει, και την παραγωγή γαλακτοκομικών, μπορούμε να προσβλέπουμε σε άλλες αναπτύξεις στη βιομηχανία; Οι καταιγιστικές εξελίξεις στην τεχνολογία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό μπορούν να βοηθήσουν τη μικρή Κύπρο σε αυτή την κατεύθυνση;
Η περίοδος που διανύουμε με τη διεθνή τάση του «reshoring» που προανέφερα, θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία προσέλκυσης βιομηχανιών στην Κύπρο. Αναφέρθηκα, επίσης, στο παράδειγμα μιας άλλης EU-27 χώρας, της Ουγγαρίας, η οποία προσέλκυσε επενδύσεις από την Κίνα σε εργοστάσια κατασκευής ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Εάν λοιπόν το κόστος παραγωγής δεν είναι ο μόνος σημαντικός παράγοντας, γιατί να μην τοποθετηθεί και η Κύπρος ως μια από τις επιλογές για παραγωγή προϊόντων;
Για να γίνει όμως αυτό, απαιτούνται αρκετές μέσο-μακροπρόθεσμες ενέργειες. Κάποιες από αυτές, υπό μορφή ερωτημάτων, είναι: εάν για παράδειγμα, μας πλησιάσει σήμερα ένας παραγωγός μπαταριών αποθήκευσης ενέργειας από τρίτη χώρα για κατασκευή εργοστασίου στην Κύπρο, επειδή θέλει να βρίσκεται εντός της ευρωπαϊκής αγοράς, πού θα του υποδείξουμε να εγκατασταθεί;
Εφόσον εκ των πραγμάτων το κόστος της ενέργειας δεν είναι ακόμη χαμηλό, έχουμε διαθέσιμους χώρους για να επιτρέψουμε στην ίδια βιομηχανία να λειτουργήσει με ΑΠΕ, καθιστώντας την έτσι ανταγωνιστική; Πού θα βρει εξιδεικευμένο προσωπικό;
Εάν, λοιπόν, θέλουμε να αναπτύξουμε τη βιομηχανία στη Κύπρο, οι σημερινές διεθνείς τάσεις μας προσφέρουν μια ευκαιρία. Θα πρέπει όμως να προσεγγίσουμε αυτή τη προοπτική με στρατηγικό προγραμματισμό, χωροταξικό σχεδιασμό που να λαμβάνει υπόψη το κόστος της ενέργειας, στοχευμένα κίνητρα, δημιουργία εξιδεικευμένου ανθρώπινου δυναμικού κ.ο.κ.
ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΜΑΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ INSIDER