«Τ’ άλογο! Τ’ άλογο! Ομέρ Βρυώνη./ Το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει./ Τ’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς σουρίζουν/ ζεστά τα βόλια τους, μάς φοβερίζουν.» (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Φυγή»)
Η αγαπημένη μου γάτα είναι η Τόσκα. Είναι η μόνη που έχει το προνόμιο να κοιμάται στο κρεβάτι μας το βράδυ. Διορθώνω: εμείς έχουμε το προνόμιο να κοιμόμαστε στο κρεβάτι της. Δεν πίνει νερό αν δεν της το προσφέρουμε φρέσκο στο ποτήρι, κανείς δεν τολμά να «σφετεριστεί» τα σημεία του σπιτιού που έχει σταμπάρει για την ιερή της άνεση, δεν τρέχει ποτέ να ζητιανέψει ή να διεκδικήσει λιχουδιές και κοιτάζει με απαξίωση τα υπόλοιπα κατοικίδια του σπιτιού όταν σπεύδουν σαν πειραματόζωα του Παβλόφ. Για την ακρίβεια, εκείνη δεν είναι κατοικίδιο. Εμείς –δίποδα και τετράποδα- είμαστε τα κατοικίδιά της. Αυτή είναι η λατρεμένη και μοσχαναθρεμμένη κοκόνα μας.
Η αγαπημένη μου γάτα είναι η Τόσκα. Είναι η μόνη που έχει το προνόμιο να κοιμάται στο κρεβάτι μας το βράδυ. Διορθώνω: εμείς έχουμε το προνόμιο να κοιμόμαστε στο κρεβάτι της. Δεν πίνει νερό αν δεν της το προσφέρουμε φρέσκο στο ποτήρι, κανείς δεν τολμά να «σφετεριστεί» τα σημεία του σπιτιού που έχει σταμπάρει για την ιερή της άνεση, δεν τρέχει ποτέ να ζητιανέψει ή να διεκδικήσει λιχουδιές και κοιτάζει με απαξίωση τα υπόλοιπα κατοικίδια του σπιτιού όταν σπεύδουν σαν πειραματόζωα του Παβλόφ. Για την ακρίβεια, εκείνη δεν είναι κατοικίδιο. Εμείς –δίποδα και τετράποδα- είμαστε τα κατοικίδιά της. Αυτή είναι η λατρεμένη και μοσχαναθρεμμένη κοκόνα μας.
Η Τόσκα δεν θέλει να με βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Είναι απερίγραπτα στριφνή. Και εξωφρενικά χαριτωμένη, ακόμη κι όταν μοιάζει να σκέφτεται τρόπους να με κόψει κομματάκια. Είναι ένας πειρασμός να τη χαϊδέψει κανείς. Αν κάνω ότι την πλησιάζω για οποιονδήποτε λόγο, ακόμη κι αν έχει προλάβει να καπαρώσει τη θέση μου στο κρεβάτι και κάνω τη διστακτική απόπειρα να τη μετακινήσω, κουνά την ουρά της σαν ελικόπτερο. Δείγμα ενόχλησης. Στρεσάρεται αφόρητα και μόνο που αναπνέω.
Άραγε υπάρχει κίνδυνος αυτό να εκληφθεί ως ομολογία και να βρω κανένα μπελά με το Κόμμα των Ζώων, να κατηγορηθώ για κακοποίηση ζώου; Κανονικά την Τόσκα, εγώ πρέπει να την καταγγείλω σε κάποια ανθρωπιστική οργάνωση για την ψυχολογική και σωματική μου κακοποίηση. Εκτός του ότι σπανίως μου κάνει την τιμή να δεχτεί τα χάδια μου, αν κάνω το λάθος να ξεχάσω μια χαραμάδα στην ντουλάπα τρυπώνει μέσα και κάνει τα ρούχα γης Μαδιάμ. Άσε που οι νυχιές που έχει χαράξει η ευέξαπτη πριμαντόνα μας στο ταλαιπωρημένο μου κορμί, αθροίζονται σε χιλιόμετρα. Επίσης, η Λάρα, η υπέργηρη πια σκύλα μας, όταν τύχαινε να της βάλω λουρί δυσανασχετούσε και διαφωνούσε εμπράκτως με την επιλεχθείσα διαδρομή. Είμαι υπόλογος και γι’ αυτό;
Με το άλογο στον τίτλο δεν εννοώ τους συμπαθέστατους ίππους, αλλά το παράλογο της κυπριακής πραγματικότητας. Βουτηγμένη στην υπερβολή και την αμετροέπεια έχει από καιρού χάσει τον μπούσουλα, το μέτρο, την ψυχραιμία. Και η λογική καλπάζει αχαλίνωτη στα μακρινά λιβάδια της υστερίας. Στον κυπριακό μικρόκοσμο δεν υπάρχει μέτρο. Μόνο παρωπίδες. Η διαμαρτυρία γίνεται κραυγή. Μόνο όταν ουρλιάζεις βρίσκεις το όποιο δίκιο σου. Η τρίχα γίνεται τριχιά. Παρεμπιπτόντως, από την ουρά του αλόγου προέρχονται και οι τρίχες για το δοξάρι των εγχόρδων. Ρωτήσαμε το άλογο αν στρεσάρεται όταν τις αφαιρούμε; Μήπως να καταργήσουμε και τη μουσική να τελειώνουμε;
Το άλογο είναι πανέμορφο ζώο. Από το 4500 π.Χ. που έκανε το λάθος να εξημερωθεί μέχρι σήμερα κανένα ίσως ζωντανό στην πλάση δεν έχει ταλαιπωρηθεί από τον δίποδο δυνάστη όσο αυτό. Το να βολτάρει για λίγο σε μια ευρύχωρη σκηνή είναι το λιγότερο που μπορεί να του συμβεί. Δεχόμενο μάλιστα τόση φροντίδα που ανεπιφύλακτα θα ζήλευε ο αλυσοδεμένος σκύλος του μέσου Κύπριου «φιλόζωου».
Το πρόβλημα λοιπόν για την ευημερία των ζώων στην Κύπρο είναι ο Καστελούτσι. Στο παρελθόν ήρθε άπειρες φορές σε σύγκρουση με τη λαίλαπα της πολιτικής ορθότητας, αλλά τέτοια χοντροκομμένη εκδίωξη δεν είμαι σίγουρος ότι την έχει υποστεί. Δεν τη φανταζόταν ούτε όταν πρωτοπαρουσίαζε το «Inferno», το 2008 στην Αβινιόν, με τον ίδιο επί σκηνής με ειδική στολή να κατασπαράσσεται από σκυλιά. Μόνο στη νήσο των κυνηγών και των ψητάδων, είμαστε υπερευαίσθητοι –επιλεκτικά πάντα- για τα δικαιώματα των ζώων. Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα, είναι απολίτιστοι. Άραγε ο σκηνοθέτης κοίταξε έστω και φευγαλέα έξω από το παράθυρο όταν απογειωνόταν πρόωρα από το βορειότερο σημείο της Αφρικής; Ενδεχομένως, ναι. Θα το θυμάται κι ενδεχομένως θα το σημειώσει και στο βιογραφικό του.
ΥΓ 1: «Mene, Tekel, Peres»: Προφητεία που εμφανίστηκε στον ιερόσυλο ηγεμόνα της Βαβυλώνας Βαλτάσαρ και σήμαινε ότι βασιλεία του μετρήθηκε από τον θεό, βρέθηκε ελλιπής και θα λάβει τέλος.
ΥΓ 2: Άντη μου, Παρτζίλη μου, τι ήθελες κι έφερες τέτοια πράγματα στο νησί των αγρίων; Μια χαρά δεν ήμασταν με τις «Φόνισσες της Παπαδιαμάντη»;
Φιλgood, τεύχος 241