Όσο φουντώνει ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σχεδόν σε όλο τον πλανήτη, με την Κίνα, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, να ανακοινώνει χθες αντίποινα με δασμούς 34% σε αμερικανικές εισαγωγές, οι τράπεζες αρχίζουν να κάνουν δεύτερες σκέψεις για τον πραγματικό αντίκτυπο στην Κύπρο, ακόμη και αν οι επιπτώσεις έρθουν με χρονική υστέρηση.

Δυο μέρες μετά την ανακοίνωση των δασμολογικών μέτρων, στα τραπεζικά επιτελεία επικρατεί μεν ψυχραιμία, αλλά είναι υπαρκοί και οι πρώτοι προβληματισμοί ως προς το πού θα οδηγηθεί η κατάσταση και πόσο θα κρατήσει η κλιμάκωση του παγκόσμιου εμπορικού πολέμου.

Τραπεζικοί κύκλοι ανέφεραν στον «Φ» ότι αυτό που δημιουργεί ανησυχία είναι ο έμμεσος αντίκτυπος που θα έχει στην εγχώρια ανάπτυξη μια πρόσθετη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, παρά ο άμεσος αντίκτυπος, καθώς oι οικονομικές και εμπορικές σχέσεις της Κύπρου με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι περιορισμένες.

Αυτός είναι και ο προβληματισμός του Υπουργείου Οικονομικών, όπως τον μετέφερε χθες το πρωί στο κρατικό ραδιόφωνο ο Μάκης Κεραυνός, ο οποίος εξήγησε πως «ήδη οι μεγάλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε κατάσταση ύφεσης, επομένως σίγουρα, αν υπάρξει διάρκεια σε αυτές τις εξελίξεις, θα επηρεαστεί πολύ αρνητικά η ευρωπαϊκή οικονομία και κατ’ επέκταση θα επηρεαστεί και η κυπριακή οικονομία, η οποία βασίζεται στον τομέα των υπηρεσιών και στον τουρισμό».

Αν και τα ιστορικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η επιβράδυνση των οικονομιών της Ευρωζώνης -τουλάχιστον μέχρι τώρα –δεν επηρεάζει δραματικά τον ρυθμό ανάπτυξης της Κύπρου, με το ΑΕΠ της χώρας να ακολουθεί ανοδική πορεία, εντούτοις οι προβληματισμοί είναι τι θα γίνει τώρα με έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο και τις δευτερογενείς επιπτώσεις που θα δημιουργηθούν σε πολλά μέτωπα και επίπεδα.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που οι αυτοκινητοβιομηχανίες στην Ευρώπη, ο τομέας της μεταποίησης και οι επιχειρήσεις εξαγωγικού χαρακτήρα αρχίσουν και περιορίζουν θέσεις εργασίας, κάτι που σημαίνει μείωση εισοδημάτων και περιορισμό καταναλωτικών δαπανών αλλά και ταξιδιών. Κάτι τέτοιο θα επηρέαζε την κυπριακή τουριστική βιομηχανία μέσα στην καρδιά της φετινής τουριστικής σεζόν.
Τραπεζικοί κύκλοι εκφράζουν την προσδοκία ότι ο αντίκτυπος στην μικρή οικονομία της Κύπρου θα είναι περιορισμένος αλλά δεν διαφεύγει της προσοχής όλων ότι εξακολουθούμε να διάγουμε μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας, στη διάρκεια της οποίας δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις για σημαντικά οικονομικά ζητήματα, για παράδειγμα για το ποια θα είναι η επόμενη μέρα ως προς τα επιτόκια.

Δεν κλείδωσε η μείωση επιτοκίων

Την Τετάρτη, λίγες ώρες μετά τις ανακοινώσεις του Αμερικανού Προέδρου, υπήρχαν δηλώσεις κεντρικών τραπεζιτών, μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, που τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ της μείωσης των επιτοκίων στη συνεδρίαση που είναι προγραμματισμένη για τις 17 Απριλίου.

Xθες, οι κεντρικοί τραπεζίτες απέφυγαν τις επώνυμες δηλώσεις, κάτι που θεωρείται αναμενόμενο όσο πλησιάζει ο χρόνος συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ και μπαίνει απαγορευτικό στις δηλώσεις για θέματα νομισματικής πολιτικής.
Αυτό, όμως, που αναφέρεται ανώνυμα σε ηλεκτρονικά πρακτορεία ειδήσεων είναι ότι ορισμένοι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εξακολουθούν να διστάζουν σχετικά με το αν πρέπει να μειωθούν τα επιτόκια μέσα στον Απρίλιο.

Ο τρόπος με τον οποίο οι δασμοί θα επηρεάσουν τα επιτόκια εξαρτάται από το μέγεθος των εμπορικών αναταραχών και της αύξησης, έστω σε μικρό ποσοστό, του πληθωρισμού. Αν οι δασμοί (ανεξαρτήτως προέλευσης) αυξήσουν με διάφορους τρόπους τις επόμενες ημέρες το κόστος των εισαγόμενων αγαθών, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο των τιμών για προϊόντα και υπηρεσίες. Σ΄αυτή την περίπτωση, ο αυξημένος πληθωρισμός μπορεί να ωθήσει την ΕΚΤ να αυξήσει εκ νέου τα επιτόκια για να τον περιορίσει, όπως έγινε πριν δυο χρόνια, με στόχο να μειώσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Αν η ΕΚΤ θεωρήσει ότι δεν θα επιτρέψει να ανέβει ξανά ο πληθωρισμός αισθητά πάνω από τον στόχο του 2%, μπορεί να προχωρήσει σε μικρή αύξηση των επιτοκίων για να περιορίσει την πίεση, αλλά εάν οι παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν λόγω της αναταραχής που προκλήθηκε, η ΕΚΤ θα έχει την επιλογή να μειώσει τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τις αρνητικές συνέπειες και να τονώσει την ανάπτυξη.