Tρεις μέρες μετά την εμπορική επίθεση του Ντόναλντ Τραμπ προς πάσα κατεύθυνση, με την επιβολή σειράς νέων δασμών, οι επενδυτές συνεχίζουν να αναρωτιούνται για τις επιπτώσεις στον πληθωρισμό, την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και στο κόστος που δυνατό να επιφέρει στην ίδια την αμερικανική οικονομία και τα νοικοκυριά της χώρας.
Οι αναγνώσεις για τα σαρωτικά δασμολογικά μέτρα που ανακοίνωσε ο πρόεδρος Τραμπ έχουν αρκετά κοινά σημεία και ξεχωρίζει -και επαναλαμβάνεται- η εκτίμηση ότι οι επιπτώσεις θα είναι σκληρές και για τους Αμερικανούς πολίτες, πέρα από όσους ζουν και δραστηριοποιούνται στις χώρες που οι οικονομίες τους εξαρτώνται από τις εξαγωγές στις ΗΠΑ.
Ο «Φ» συγκέντρωσε απόψεις που δείχνουν και την άλλη πλευρά του νομίσματος, ότι δηλαδή το πλήγμα δεν θα το υποστούν μόνο οι χώρες που βρίσκονται αντιμέτωπες με τους αυξημένους δασμούς του Τραμπ, όπως τα μέλη της ΕΕ, η Κίνα, η Ιαπωνία και ο Καναδάς αλλά και οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η επιστροφή επενδυτών
«Γιατί καταφεύγει σε αυτό το όπλο ο Αμερικανός Πρόεδρος, την ώρα που όλοι προειδοποιούν πως οι συνέπειες θα είναι σκληρές όχι μόνο για τους εμπορικούς συμμάχους, αλλά και για την ίδια την αμερικανική οικονομία και τα νοικοκυριά της; Γιατί πιστεύει βαθύτατα πως οι άδικες πρακτικές των άλλων χωρών, που «εξαπατούν» και «βιάζουν» επί χρόνια τις ΗΠΑ, ευθύνονται για την αποβιομηχάνισή τους. Και γιατί τον έχουν πείσει πως έτσι θα επιστρέψουν εργοστάσια και θέσεις εργασίας σε αμερικανικό έδαφος», αναφέρει η ηλεκτρονική έκδοση της «Ναυτεμπορικής».
Αυτή είναι επισήμως η επιδίωξη. Γιατί, όπως σχολιάζει o Dr James Scott, του King’s College London, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πει κανείς με βεβαιότητα πού πραγματικά αποσκοπεί ο Τραμπ. Οι δασμοί ανακοινώνονται, μετά αναβάλλονται, μετά επιβάλλονται, μετά ακυρώνονται εν μέρει, μετά αυξάνονται ως αντίποινα σε αντίποινα άλλων χωρών και ούτω καθεξής, δημιουργώντας ένα ατελείωτο χάος αντικρουόμενων μηνυμάτων και αταξίας.
«Η οικονομία γυρίζει, αν όχι στον 19ο, σίγουρα στον 20ό αιώνα, τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν χάσει το 30% του ΑΕΠ της», τόνισε ο καθηγητής Οικονομικών, Χαράλαμπος Γκότσης, μιλώντας στην εκπομπή On Politics.
Όπως σημείωσε ο ίδιος, «μπορεί ο κύριος Τραμπ να δίνει εντολές αλλά την τελική απόφαση θα την πάρουν οι καταναλωτές των Ηνωμένων Πολιτειών». Ερωτηθείς για το αν θα υπάρχουν κερδισμένοι, ο κ. Γκότσης απάντησε πως όλοι θα είναι χαμένοι, ενώ οι ΗΠΑ θα είναι οι πρώτες που θα υποστούν ζημιά.
Μια μέρα πριν ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοινώσει τα δασμολογικά μέτρα, η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ ανέφερε ότι «αρκετά συχνά αυτές οι κλιμακώσεις δασμών, επειδή αποδεικνύονται επιβλαβείς ακόμα και γι’ αυτούς που τις επιβάλλουν, οδηγούν σε διαπραγματευτικά τραπέζια, όπου οι άνθρωποι κάθονται και συζητούν και τελικά αίρουν κάποια από αυτά τα εμπόδια».
Τι θα γίνει με τα αυτοκίνητα
Οι δασμοί έχουν τεθεί σε ισχύ και αυτοί που πιστεύεται από πολλούς ότι θα πλήξουν περισσότερο τους Αμερικανούς και θα κλονίσουν την αυτοκινητοβιομηχανία τους είναι οι φόροι στα εισαγόμενα αυτοκίνητα.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το CNN, «η οικονομία της Αμερικής έχει εξελιχθεί. Σήμερα είναι μια οικονομία υπηρεσιών και όχι μια οικονομία που βασίζεται στην κατασκευή. Οι ΗΠΑ κατασκευάζουν πολύ λιγότερα αυτοκίνητα σήμερα, τα οποία ωστόσο εξακολουθούν να αποτελούν βασικό πυλώνα της οικονομίας, για την προώθηση της ανάπτυξης και εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Τα αυτοκίνητα είναι ζωτικής σημασίας για την καθημερινή ζωή των Αμερικανών: πηγαίνουν στη δουλειά, ψωνίζουν, ταξιδεύουν για διακοπές.
Οι τιμές είναι ήδη κοντά σε επίπεδα ρεκόρ, με ένα νέο αυτοκίνητο να κοστίζει σχεδόν 50.000 δολάρια κατά μέσο όρο. Και τις επόμενες εβδομάδες ή μήνες οι τιμές θα ανέβουν περισσότερο, καθιστώντας πολύ πιο δύσκολη την αγορά των αυτοκινήτων». Όπως τονίζει το CNN, πλέον, ένα εισαγόμενο αυτοκίνητο αξίας 40.000 δολαρίων θα επιβαρυνθεί με φόρο 10.000 δολαρίων. Και αυτό είναι ένα κόστος που θα επωμιστεί η αλυσίδα εφοδιασμού. Την τελευταία εβδομάδα, σύμφωνα με το CNN, οι Αμερικανοί έσπευσαν να αγοράσουν αυτοκίνητα, πριν εφαρμοστούν οι δασμοί, με τις αυτοκινητοβιομηχανίες να σημειώνουν άλμα στις πωλήσεις τον Μάρτιο, κυρίως στα εισαγόμενα μοντέλα.
Υπάρχει και άλλη οπτική γωνία για την επόμενη μέρα. «Η Κίνα και η Κορέα ίσως είναι ένα παράθυρο ευκαιρίας για την ΕΕ, για να δούμε νέες συνεργασίες με άλλες περιοχές του πλανήτη και να μην δούμε αύξηση στις τιμές αλλά εναλλακτική τροφοδοσία σε βασικά είδη», ανέφερε ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου – Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), Σταύρος Καφούνης, σχετικά με τους νέους δασμούς από τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με ανάλυση του Piero Cingari στο Euronews, υπάρχει η πιθανότητα ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξε ο Ντόναλντ Τραμπ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις παραγωγικές της δυνάμεις να οδηγήσει βραχυπρόθεσμα σε μείωση των τιμών πώλησης ευρωπαϊκών προϊόντων στις αγορές των χωρών μελών, λόγω υπερπροσφοράς. Όπως εξηγεί το Euronews, οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 12% των συνολικών εξαγωγών της ΕΕ, πράγμα που σημαίνει ότι η αντικατάσταση αυτής της ζήτησης από τη μια μέρα στην άλλη είναι σχεδόν αδύνατη.
Ο Στέλιος Πλατής για την αποτελεσματικότητα των μέτρων
Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τους νέους δασμούς ως μέσο ενίσχυσης των δημοσίων εσόδων, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, αντιμετώπιση των εμπορικών ελλειμμάτων και, στο βάθος, ανάκτηση της βιομηχανικής κυριαρχίας των ΗΠΑ, εξηγεί στον «Φ» ο Δρ. Στέλιος Πλατής, οικονομολόγος.
Από την άλλη, όμως, σημειώνει ότι «αυτή η βίαιη διατάραξη των κανόνων της παγκόσμιας εμπορικής ισορροπίας, ενδέχεται να επιφέρει πληθωριστικές πιέσεις, αυξημένο κόστος για τους καταναλωτές, αυξημένο κίνδυνο εμπορικού πολέμου, όσο και γεωπολιτικές αναταράξεις».
Η εμπειρία των δασμών που επιβλήθηκαν από την κυβέρνηση Τραμπ την περίοδο 2018–2022 παρέχει χρήσιμο ιστορικό πλαίσιο στην όποια ανάλυση, υποδεικνύει ο κ. Πλατής. «Παρά την αρχική ενίσχυση ορισμένων εγχώριων βιομηχανιών, τότε, οι δασμοί ουσιαστικά μετακυλίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στους Αμερικανούς καταναλωτές, αυξάνοντας τις τιμές και μειώνοντας την αγοραστική τους δύναμη.
Μελέτες υπολόγισαν μείωση του πραγματικού εισοδήματος κατά περίπου $1,4 δισ. μηνιαίως στα τέλη του 2018. Αν και οι δασμοί χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο διαπραγμάτευσης (π.χ. με τον Καναδά και το Μεξικό), τα αποτελέσματα τους παρέμειναν αμφιλεγόμενα, ενώ προκάλεσαν εμπορικές εντάσεις, χωρίς τα αντίστοιχα οικονομικά οφέλη».
Πιο κοντά σε μας, εξηγεί ο κ. Πλατής, «οι νέοι δασμοί Τραμπ αναμένεται να επιφέρουν ένα σημαντικό πλήγμα στην ΕΕ, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τον σημαντικότερο εξαγωγικό της εταίρο (€504 δισ. το 2023). Κρίσιμοι τομείς, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η βιομηχανία μετάλλων, αναμένεται να πληγούν σημαντικά, επιφέροντας απώλειες σε εξαγωγές, παραγωγή και απασχόληση.
Ευρωπαίοι ηγέτες ήδη χαρακτήρισαν τα μέτρα αδικαιολόγητα, ενώ η ΕΕ εξετάζει αντίμετρα, όπως δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα και περιορισμούς σε τεχνολογικές ή χρηματοπιστωτικές εταιρείες των ΗΠΑ.
Από την άλλη, λόγω των ιδιαίτερων προβλημάτων εντός της ΕΕ και την έλλειψη κοινής δημοσιονομικής αλλά και εξωτερικής πολιτικής, φοβάμαι ότι περαιτέρω κλιμάκωση ενδέχεται να ενισχύσει τις ενδο-ενωσιακές εντάσεις, ιδιαίτερα όσον αφορά στις χώρες με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, όπως η Γερμανία και η Ιταλία.
Γενικά, οι δασμοί Τραμπ του 2025 εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς την αποτελεσματικότητά τους και δημιουργούν ευρύτερες αβεβαιότητες για την παγκόσμια οικονομία, αλλά και την ευρωπαϊκή συνοχή».