Η επίλυση των περιουσιακών διαφορών μεταξύ πρώην συζύγων μπορεί να διευθετηθεί με την έκδοση δικαστικής απόφασης, η οποία όμως να τελεί υπό όρους και να επαφίεται σε αυτούς να εκπληρώσουν επάλληλες υποχρεώσεις που ο ένας ανέλαβε έναντι του άλλου.
Εάν υπάρξει συνεργασία και καλή θέληση, τότε ο καθένας από τους συζύγους λαμβάνει αυτό που του αναλόγισε και οι δύο μένουν ικανοποιημένοι. Υπάρχει όμως ενδεχόμενο ο ένας από αυτούς να μην εκπληρώνει την υποχρέωση που ανέλαβε ή να αιτιάται τον άλλον ότι ταυτόχρονα δεν είναι έτοιμος να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση ή ακόμη να καταχώρισε Μέμο και να εμποδίζει στην εκπλήρωση της υποχρέωσης του άλλου. Συνακόλουθα, το θέμα περιπλέκεται και μπορεί να λάβει χρόνιες διαστάσεις και νέες δικαστικές διαμάχες μέχρι να βρει το δρόμο της επίλυσης του.
Είναι φρονιμότερο όταν επιλύονται περιουσιακές διαφορές να βρίσκονται λύσεις που να αποκλείουν τη δυνατότητα άρνησης συζύγου να εκπληρώσει υποχρέωση που ανέλαβε. Όπου συμφωνείται η πληρωμή συγκεκριμένου ποσού, η πληρωμή του να μην εξαρτάται από όρους, όπως η επάλληλη και ταυτόχρονη μεταβίβαση ακινήτου από τον ένα προς τον άλλο σύζυγο. Το ζητούμενο είναι η απόφαση αναφορικά με το χρηματικό μέρος να είναι εκτελεστή και να δημιουργεί εξ αποφάσεως πιστωτή και εξ αποφάσεως οφειλέτη. Η μεταβίβαση εκατέρωθεν περιουσιακών στοιχείων μπορεί να υλοποιηθεί με συμφωνία των συζύγων πριν την έκδοση απόφασης ή με την απόφαση και για το χρηματικό μέρος να ακολουθεί και να δίδεται αναστολή εκτέλεσης, όπως τα μέρη συμφωνήσουν.
Απαλλαγή από τέλη και δικαιώματα
Σημειώνεται ότι οι μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας μεταξύ συζύγων στα πλαίσια επίλυσης των περιουσιακών διαφορών τους είναι απαλλαγμένες από μεταβιβαστικά τέλη, φόρο κεφαλαιουχικών κερδών ή/και από οποιουσδήποτε άλλους φόρους και μεταξύ πρώην συζύγων με την απόφαση του Δικαστηρίου χωρεί κατά νόμο απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής τελών και δικαιωμάτων.
Απόφαση Εφετείου
Το Εφετείο στην απόφαση που εξέδωσε στην Π.Ε.Αρ.Ε135/2023, ημερ.18.11.2024, επίλυσε χρόνια διαφορά μεταξύ πρώην συζύγων για την εκτέλεση απόφασης που τελούσε υπό όρους για πληρωμή ποσού ύψους €1.000.000 από μέρους του συζύγου και συναρτάτο με επάλληλη υποχρέωση μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας ταυτόχρονα από μέρους και των δύο συζύγων.
Τα διάφορα μέτρα που η σύζυγος έλαβε προς εκτέλεση της απόφασης που αφορούσε το χρηματικό μέρος δεν ήταν επιτυχή και οι αιτήσεις της απορρίφθηκαν πρωτόδικα όσο και από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, διότι δεν ακολούθησε τις πρόνοιες της Δ.40 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που ίσχυαν, για εξασφάλιση άδειας εκτέλεσης της απόφασης, εφόσον η απόφαση τελούσε υπό όρους.
Η σύζυγος, με γνώμονα τις αποφάσεις του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, καταχώρησε αίτηση πρωτόδικα και ζήτησε διάταγμα για έκδοση άδειας για εκτέλεση της εκ συμφώνου απόφασης, με το οποίο να κρίνεται ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι υποκείμενο σε εκτέλεση και ότι η ίδια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και ο πρώην σύζυγος εξ αποφάσεως οφειλέτης της και ότι η σύζυγος ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στη δική της υποχρέωση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση της συζύγου δεν μπορεί να επιτύχει για τον λόγο ότι η σύζυγος δεν ήταν δυνατό να εκπληρώσει τη δική της υποχρέωση, η οποία έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα με την υποχρέωση από πλευράς του συζύγου, ο οποίος καταχώρησε Μέμο για οφειλόμενα δικαστικά έξοδα.
Η επέμβαση του Εφετείου
Στα πλαίσια της έφεσης της συζύγου, το Εφετείο έκρινε ότι διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η σύζυγος, όταν κάλεσε τον πρώην σύζυγο στο Κτηματολόγιο σε συγκεκριμένη ημερομηνία για ταυτόχρονη μεταβίβαση, το ακίνητο που όφειλε, σύμφωνα με τους όρους της εκ συμφώνου απόφασης να μεταβιβάσει, ήταν ελεύθερο παντός βάρους και ότι η ίδια είχε συμμορφωθεί με όλες τις υποχρεώσεις της.
Πρόσθεσε, επίσης, ότι παρέλειψε να ασχοληθεί με την από μέρους του πρώην συζύγου αδυναμία να ανταποκριθεί στην ταυτόχρονη υποχρέωση να πετύχει μεταβίβαση συγκεκριμένου ακινήτου στη σύζυγο, λόγω πώλησής του πολύ προηγουμένως. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι η σύζυγος είχε πλήρως συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, ενώ ο σύζυγος ούτε παρουσιάστηκε ούτε θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να υλοποιήσει όλες τις δικές του υποχρεώσεις.
Σε εκείνο το χρονικό σημείο, έδωσε στη σύζυγο το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια έκδοσης μέτρων εκτέλεσης, αφού αυτή κατέστη εξ αποφάσεως πιστωτής και ο πρώην σύζυγος εξ αποφάσεως οφειλέτης, γι’ αυτό επέμβηκε και εξέδωσε το διάταγμα.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα