Χωρίς υπερβολή, το μισό καλοκαίρι του ’24 το περάσαμε συζητώντας για τις απαιτήσεις του ΑΔΜΗΕ από τη ΡΑΕΚ και τη ΡΑΑΕΥ Ελλάδος και τα «τελεσίγραφα της Nexans» για αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Κρήτης.
Οι αλλαγές συμφωνήθηκαν και ανακοινώθηκαν προς τα τέλη Σεπτεμβρίου, μαζί με την υπογραφή πλαισίου συμφωνίας μεταξύ των κυβερνήσεων Κύπρου και Ελλάδας για τα επόμενα βήματα της διασύνδεσης. Όλα είχαν γίνει εσπευσμένα και μέσα σε κλίμα έντασης, ώστε να… μην εκπνεύσει το «τελεσίγραφο της Nexans», το οποίο αρχικά έληγε 2 Σεπτεμβρίου και στη συνέχεια ανανεωνόταν άτυπα για «λίγες μέρες», σύμφωνα με δημοσιεύματα στην Ελλάδα.
Και χθες, η έγκυρη ιστοσελίδα newmoney.gr έγραψε για νέες αξιώσεις του ΑΔΜΗΕ, για δυσφορία των Κινέζων μετόχων του για καθυστερησεις αλλά και… για την εκκρεμότητα στην οποία βρίσκεται το full notice to proceed προς τη Nexans, δηλαδή η τελική δέσμευση του φορέα υλοποίησης προς τη γαλλική εταιρεία για τελεσίδικη ανάληψη των υποχρεώσεων από το συμβόλαιο του 1.4 δισ. για την κατασκευή και πόντιση του καλωδίου.
Όπως λεγόταν μέσα στον Σεπτέμβριο, το full notice to proceed θα δινόταν στη Nexans από τον ΑΔΜΗΕ μόλις έπαιρναν τις κρίσιμες αποφάσεις οι δύο ρυθμιστικές αρχές. Οι αποφάσεις λήφθηκαν το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου αλλά, όπως διαρρέει σήμερα -και επιβεβαιώνεται από αρμόδιες πηγές- ο ΑΔΜΗΕ δεν έχει αναλάβει τελική δέσμευση για όλο το έργο έναντι της κατασκευάστριας εταιρείας.
Και διαφαίνεται μία υποψία πρόθεσης να ξαναπαίξουν κάποιοι στην Ελλάδα το χαρτί του full notice to proceed και ενός νέου… τελεσιγράφου από τη Nexans αν δεν ικανοποιηθούν κάποιες νέες αξιώσεις τους, οικονομικής χροιάς.
Με τον μήνα και βλέπουμε
Η πληροφόρηση του Φιλελευθέρου αναφέρει πως Κύπριοι εμπλεκόμενοι σχημάτισαν την εντύπωση ότι ο ΑΔΜΗΕ δεν πρόκειται να αναλάβει δέσμευση για το σύνολο του έργου που προωθεί η Nexans (1.4 δισ.) πριν η κυπριακή Κυβέρνηση λάβει οριστικά και αμετάκλητα την τελική επενδυτική απόφαση να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο του Great Sea Interconnector, που θα αναλάβει σε μεταγενέστερη φάση από τον ΑΔΜΗΕ τον ρόλο του φορέα υλοποίησης. Για την ώρα, ο Great Sea Interconnector είναι μία θυγατρική του ΑΔΜΗΕ, χωρίς καμία νομική ή άλλη σύνδεση με την ηλεκτρική διασύνδεση.
Εγείρονται ερωτηματικά γιατί η Nexans δηλώνει πως η κατασκευή του καλωδίου προχωρεί κανονικά, αφού δεν έλαβε ακόμα το full notice to proceed, το οποίο αξίωνε με τελεσίγραφα, πραγματικά ή εικονικά, μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Ανεπίσημες πηγές ανέφεραν στον Φιλελεύθερο ότι αυτό που θεωρούν ότι άλλαξε το τελευταίο δίμηνο είναι η έναρξη πληρωμών της γαλλικής εταιρείας από τον ΑΔΜΗΕ, σε μηνιαία βάση. Αυτό ενδεχομένως σημαίνει πως η Nexans λαμβάνει την αποζημίωση που προβλέπει το συμβόλαιο για την εργασία που κάνει ανά μήνα. Αν για κάποιο λόγο η συνεργασία της με τον ΑΔΜΗΕ διακοπεί, πιθανό να είναι πληρωμένη για όσο καλώδιο κατασκεύασε και θα κατέχει και το καλώδιο.
Τα 48.8 εκατ. της EuroAsia
Στο δημοσίευμα του newmoney.gr αναφέρεται πως μία από τις εκκρεμότητες που προβληματίζουν τον ΑΔΜΗΕ και την κινεζική κρατική εταιρεία State Grid, που κατέχει το 24% των μετοχών του, είναι η άρνηση της ΡΑΕΚ να αναθεωρήσει την απόφαση που έλαβε τον Σεπτέμβριο -ήταν κοινή απόφαση με τη ΡΑΕΕΥ- να μην εγκρίνει στον ΑΔΜΗΕ την ανάκτηση και των 48.8 εκατ. ευρώ που πλήρωσε στη EuroAsia Interconnector για να αναλάβει φορέας υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης.
Όπως είχε γράψει στις 24/9/24 ο Φιλελεύθερος, οι δύο ρυθμιστικές Αρχές ενέκριναν στον ΑΔΜΗΕ ανάκτηση μόνο 12 εκατ. ευρώ από τα 48.8 εκατ. που είχε συμφωνήσει να πληρώσει ο ΑΔΜΗΕ στην EuroAsia Interconnector (τον προηγούμενο φορέα υλοποίησης) για την παραχώρηση του έργου. Τα 12 εκατ. που του ενέκριναν αφορούν δαπάνες που έκανε η EuroAsia (κυρίως μελέτες και έρευνες) για το τμήμα της διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης. Οι ρυθμιστές απέρριψαν τα λεφτά που πλήρωσε ο ΑΔΜΗΕ στη EuroAsia και αφορούσαν δαπάνες για το τμήμα Κύπρου – Ισραήλ και για το τμήμα Κρήτης – Αττικής, που δεν αφορούν το έργο που προωθείται σήμερα.
Απέρριψαν επίσης ένα μέρος των 48.8 εκατ. που θεωρήθηκαν επιχειρηματική απόφαση εξαγοράς του έργου (το κέρδος της EuroAsia από τη μεταβίβαση της διασύνδεσης στον ΑΔΜΗΕ). Η ιστοσελίδα στην Ελλάδα έγραψε ότι ασκούνται πανταχόθεν πιέσεις για να αποδεχθούν οι ρυθμιστές να πληρώσουν τα 48.8 εκατ. ευρώ, χωρίς αποτέλεσμα μέχρι στιγμής.
Γράφεται επίσης ότι ο ΑΔΜΗΕ πιέζει τη ΡΑΑΕΥ να αυξήσει το WACC (ποσοστό απόδοσης κεφαλαίου) στο 8.3%, όπως το καθόρισε η ΡΑΕΚ, αντί του 7.2% που παραχώρησε η ελληνική ρυθμιστική αρχή. Για την ώρα, το αίτημα απορρίπτεται από τη ΡΑΑΕΥ, καθώς υπάρχει ανησυχία ότι τυχόν αποδοχή του θα οδηγήσει σε ανάλογα αιτήματα αύξησης του WACC και για άλλες διασυνδέσεις στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο, με σοβαρή επιβάρυνση του ελληνικού Δημοσίου και των καταναλωτών στην Ελλάδα.
Η σημασία της απόφασης της ΚΔ
Παρ’ ότι ουδέποτε ο ΑΔΜΗΕ έχει δηλώσει δημόσια ότι η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μετοχικό κεφάλαιο του φορέα υλοποίησης (υπό προϋποθέσεις ο Great Sea Interconnector) δεν αποτελεί προϋπόθεση για συνέχιση και ολοκλήρωση του έργου, οι εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος οδηγούν στο συμπέρασμα πως είναι πιθανό να υπάρξουν ανατροπές αν τελικά η κυπριακή Κυβέρνηση αποφασίσει να μην συμμετάσχει επενδυτικά.
Αν και δημοσίως λέχθηκε πως η κρίσιμη απόφαση θα ληφθεί τέλη Νοεμβρίου, οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο δεν είναι πολλές. Είναι πιο πιθανό η απόφαση να ληφθεί τέλη Δεκεμβρίου ή και νωρίς τον Ιανουάριο.
Καθυστέρηση υπάρχει και για τη λήψη απόφασης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) κατά πόσο θα παραχωρήσει ή όχι το δάνειο των 500 εκατ. ευρώ προς τον φορέα υλοποίησης. Αν η απόφαση είναι θετική, εκτιμάται ότι θα διευκολύνει την κυπριακή Κυβέρνηση να πάρει και η ίδια θετική απόφαση για αγορά μετοχικού κεφαλαίου στον GSI.
Αν όμως τα χρονικά περιθώρια στενέψουν χωρίς τοποθέτηση από την ΕΤΕπ, τότε η Κυβέρνηση θα στηριχθεί μόνο στη μελέτη δέουσας επιμέλειας που ετοιμάζει αμερικανικός οίκος και θα κληθεί να πάρει απόφαση εν μέσω αυξημένης πολιτικής πίεσης για το ενδεχόμενο ενός επικίνδυνου οικονομικού ανοίγματος, που δεν θα αφορά μόνο τα 100 εκατ. που θα δοθούν για αγορά μετοχών, αλλά και την παραχώρηση εγγυήσεων για τα δάνεια ύψους 1.2 δισ. που θα απαιτηθούν, νοουμένου μάλιστα ότι το τελικό κόστος (1.9 δισ.) δεν θα αυξηθεί στην πορεία.