Για ακόμα μία φορά, μέσω της ετήσιας έκθεσής της για το 2023, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) προειδοποιεί για τους κινδύνους, που σχετίζονται με την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού, δηλαδή των δανείων, των τραπεζών.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ΚΤΚ, δεδομένης της αβεβαιότητας στο εξωτερικό περιβάλλον, απαιτείται η συνέχιση της στενής παρακολούθησης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών και η εφαρμογή συνετών πρακτικών με έμφαση στη δυνατότητα αποπληρωμής κατά τη χορήγηση νέων δανείων
Επιπρόσθετα, υπενθυμίζει πως ως και οι συστάσεις που στάλθηκαν κατά καιρούς τόσο σε τράπεζες όσο και σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, οι εποπτευόμενοι οργανισμοί πρέπει να συνεχίσουν να επικεντρώνονται στην παροχή βιώσιμων αναδιαρθρώσεων χωρίς καθυστερήσεις για την έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων των ευάλωτων δανειοληπτών.
Η εποπτική Αρχή υπενθυμίζει πως πάγια θέση της ήταν και παραμένει η ύπαρξη ενός σταθερού, ισορροπημένου και ολοκληρωμένου νομοθετικού πλαισίου για την επίλυση των υφιστάμενων, αλλά και τυχόν νέων Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων, το οποίο να περιλαμβάνει ως ύστατο εργαλείο τις εκποιήσεις και βάσει του οποίου να μη διακυβεύεται η χρηματοπιστωτική και οικονομική σταθερότητα της χώρας. Μετά την ψήφιση των τελευταίων αλλαγών στο νομοθετικό πλαίσιο των εκποιήσεων στα τέλη του 2023, συγκεκριμένοι βουλευτές επανήλθαν προ μερικών εβδομάδων ζητώντας εκ νέου αλλαγές, διαταράσσοντας για ακόμα μία φορά τα νερά, επιχειρώντας ουσιαστικά να δημιουργήσουν εκ νέου αβεβαιότητα μη επιτρέποντας στο σύστημα να λειτουργήσει αναπόσπαστο.
Θεωρητικά όταν ανοίξει εκ νέου η Βουλή τον Σεπτέμβριο, η Επιτροπή Οικονομικών θα συζητήσει τις δύο προτάσεις νόμου που κατέθεσαν ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ. Με την μία πρόταση νόμου, γίνεται εισήγηση όπως μετά την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου, αν τα χρήματα που θα εισπράττονται από τους πιστωτές από την πώληση ή τον πλειστηριασμό δεν καλύπτουν το ποσό του ενυπόθηκου χρέους, συν τους τόκους, να διαγράφεται το υπόλοιπο της οφειλής.
Με τη δεύτερη πρόταση νόμου ζητείται να τροποποιηθεί ο νόμος περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου, ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να μην επιβάλλει επιπλέον τόκους στην περίπτωση που το οφειλόμενο ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης, περιλαμβανομένων των τόκων, ανέρχεται στο διπλάσιο του αρχικού χρέους. Πρόκειται για προτάσεις που εκ των πραγμάτων θα δημιουργήσουν δύο κατηγορίες δανειζομένων και θα εντείνουν το γενικότερο αίσθημα μη ανάληψης ευθύνης που επικρατεί τα τελευταία χρόνια. Υπενθυμίζεται πως η μεγάλη πλειοψηφία των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων αφορά περιπτώσεις που χρονίζουν (περισσότερο από 7 χρόνια) πολλές εκ των οποίων οι δανειζόμενοι δεν πλήρωσαν καμία ή ελάχιστες δόσεις στα τόσα χρόνια.
Ανησυχία για προτάσεις
Την ίδια ώρα, επικρατεί ανησυχία πως η συζήτηση αυτών των προτάσεων θα επαναφέρει στο προσκήνιο κι άλλες προτάσεις νόμου που είχαν δει το φως της δημοσιότητας τα προηγούμενα χρόνια, περιπλέκοντας για ακόμα μία φορά τη συζήτηση, δημιουργώντας εκ νέου καθυστερήσεις και δίδοντας επιπρόσθετη πίστωση χρόνου στους λεγόμενους στρατηγικούς κακοπληρωτές.
Σύμφωνα με την ΚΤΚ, οι ΜΕΧ στους ισολογισμούς των τραπεζών μειώθηκαν σε €1,9 δισ. (7,9% των συνολικών δανείων) τον Δεκέμβριο του 2023 σε σύγκριση με €2,3 δισ. (9,5%) τέλος του 2022 και €20,6 δις. (43,7%) τέλος του 2017. «Η συνολική αυτή μείωση επιτεύχθηκε κυρίως μέσω πωλήσεων/μεταφορών δανειακών χαρτοφυλακίων σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων (ΕΕΠ) καθώς και οργανικών μειώσεων όπως διαγραφές δανείων, αποπληρωμές δανείων και συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με στοιχεία ενεργητικού (ακίνητη περιουσία)», σχολιάζει η ΚΤΚ.
Επιβαρύνουν το ιδιωτικό χρέος
Η Κεντρική Τράπεζα υπενθυμίζει πως «οι πωλήσεις ΜΕΧ σε ΕΕΠ βελτιώνουν μεν την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου του τραπεζικού τομέα, παραμένουν ωστόσο μέρος του ιδιωτικού χρέους. Τα δάνεια αυτά εξακολουθούν να επιβαρύνουν τους δανειολήπτες, με την διαχείριση τους πλέον να πραγματοποιείται από τις ΕΕΠ. Εν κατακλείδι, παρά τη συνεχή πρόοδο που καταγράφεται, οι προκλήσεις που συντελούνται στο διαρκώς μεταβαλλόμενο εγχώριο και διεθνές περιβάλλον δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Για τον λόγο αυτό ο χρηματοπιστωτικός τομέας πρέπει να είναι ευπροσάρμοστος και να εξελίσσεται, διατηρώντας ταυτόχρονα την σταθερότητα και την αξιοπιστία του, με στόχο την περαιτέρω θωράκιση του από μελλοντικούς αναδυόμενους κινδύνους».