Η αυξημένη κερδοφορία των τραπεζών δεν θα επηρεάσει τη διατήρηση εκ μέρους των εποπτικών αρχών μίας συνετής πολιτικής όσον αφορά τη διανομή μερισμάτων από τις τράπεζες, αναφέρει στην ετήσια έκθεσή της για το 2023 η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου.

Η ΚΤΚ σημειώνει ότι η διαχείρηση των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων βρίσκεται στο επίκεντρο, αναφέροντας ότι έχει συνάψει συμφωνία με κοινοπραξία που αποτελείται από έμπειρους διεθνείς οίκους για την εξεύρεση μιας συστημικής λύσης που, με τα υφιστάμενα διαθέσιμα εχέγγυα, θα οδηγήσει σε ακόμη πιο δραστική μείωση των ΜΕΧ σε όλες τις τράπεζες.

Η έκθεση της ΚΤΚ αφορά το 2023, ενώ γίνεται αναφορά και στις οικονομικές εξελίξεις το πρώτο εξάμηνο του 2024.

Οι προβλέψεις στις οποίες γίνεται αναφορά για το 2024, 2025, 2026, αφορούν τις προβλέψεις ΚΤΚ Μαρτίου 2024.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι τα στοιχεία αντικατοπτρίζουν την εξομάλυνση του αντικτύπου των συνεχιζόμενων κυρώσεων κατά της Ρωσίας στον κύκλο εργασιών των χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών, ενώ, σε ό,τι αφορά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι όποιες επιπτώσεις αναφέρει ότι είναι περιορισμένες.

Στην εισαγωγή του, ο τέως Διοικητής της ΚΤΚ, Κωνσταντίνος Ηροδότου, αναφέρει ότι η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα παρά τις συνεχείς προκλήσεις που πηγάζουν κυρίως από τις ασταθείς, διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις. «Οι προοπτικές κρίνονται θετικές και υποδηλώνουν ενίσχυση της ανόδου του ΑΕΠ αλλά και περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού».

Προσθέτει, ακόμα, ότι, ως αποτέλεσμα των οικονομικών, δημοσιονομικών και τραπεζικών μεταρρυθμίσεων που επιτυχώς έχουν εφαρμοστεί αλλά και λόγω του εξορθολογισμού στον τραπεζικό τομέα τα τελευταία χρόνια, το αξιόχρεο της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκεται από τον περασμένο Σεπτέμβριο στην επενδυτική βαθμίδα από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης.

«Η ταχύτερη υλοποίηση του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας τόσο στην Κύπρο όσο και στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ θα συμβάλει στην αύξηση των επενδύσεων για την πράσινη μετάβαση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό αλλά και στην περαιτέρω ώθηση της οικονομικής ανάπτυξης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα», αναφέρει.

Αναφορικά με τη μεγαλύτερη της αναμενόμενης αύξησης του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2024, στο 3,5%, η ΚΤΚ αναφέρει ότι η ανάκαμψη προέρχεται κατά κύριο λόγο από την άνοδο στην εγχώρια ζήτηση, ιδιαίτερα της ιδιωτικής κατανάλωσης και, σε μικρότερο βαθμό, των επενδύσεων. Σε αυτό συμβάλλουν η άνοδος στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και η συνεχιζόμενη υλοποίηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων.

Σύμφωνα με την έκθεση, η αγορά εργασίας συνεχίζει να καταγράφει σημαντική ανθεκτικότητα. Σε συνάρτηση με τη θετική πορεία του ΑΕΠ, το πρώτο τρίμηνο του 2024 καταγράφηκε ετήσια άνοδος 2,2% στην απασχόληση και μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 6%, από 2% και 6,8%, αντίστοιχα, το πρώτο τρίμηνο του 2023.

Η ΚΤΚ προσθέτει ότι κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2024, τα εγχώρια μέσα δανειστικά επιτόκια σταθεροποιήθηκαν στα υψηλά επίπεδα που παρατηρήθηκαν το 2023, μετά τις αυξήσεις που κατέγραψαν κατά το προηγούμενο ενάμισι έτος. Όσον αφορά τα καταθετικά επιτόκια, αυτά παρέμειναν σχετικά σταθερά τους πρώτους μήνες του 2024, μετά την ήπια ανοδική πορεία που σημείωσαν κατά το δεύτερο κυρίως εξάμηνο του 2023. Συνεχίζουν ωστόσο να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, αναφέρει η εποπτική αρχή.

Ο εγχώριος πληθωρισμός συνέχισε την επιβραδυντική του πορεία καταγράφοντας κατά μέσο όρο, ετήσια αύξηση 2,2% κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου του 2024 σε σύγκριση με 5,4% την αντίστοιχη περίοδο του 2023. Η υποχώρηση του εγχώριου πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στην επίδραση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής της ζώνης του ευρώ σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στις τιμές της ενέργειας και τα κρατικά μέτρα ανακούφισης.

Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, αναφέρεται ότι έχει αποδείξει τα τελευταία χρόνια πως έχει οχυρωθεί έναντι απρόσμενων κραδασμών, επιτυγχάνοντας θετική και σταθερά ανοδική πορεία παρά τις έντονες και αλλεπάλληλες προκλήσεις.

Συγκεκριμένα, όπως και τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, κατά το 2023 καταγράφεται ικανοποιητική κάλυψη ρευστότητας με τον δείκτη να είναι στο 358% τον Δεκέμβριο του 2023, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο του αντίστοιχου μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Επιπρόσθετα, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών (CET1) ανερχόταν στο 20,4% τον Δεκέμβριο του 2023, σε σύγκριση με τον Ευρωπαϊκό δείκτη που ήταν στο 16% την αντίστοιχη περίοδο.

«Οι στέρεοι δείκτες του εγχώριου τραπεζικού συστήματος δημιουργούν προοπτικές για αποτελεσματική αντιμετώπιση ακόμη και ενδεχόμενων ακραίων αναταράξεων», αναφέρει στην εισαγωγή του ο τέως Διοικητής.

Κατά το Δεκέμβριο του 2023, οι Μη Εξυπηρετούμενες Χορηγήσεις (ΜΕΧ) παρουσίασαν περαιτέρω μείωση, ως ποσοστό του συνολικού αποθέματος δανείων, στο 7,9%. Τα δάνεια που κατατάσσονται στο Στάδιο 2, που αποτελεί τον προθάλαμο για δάνεια πριν την ταξινόμησή τους ως ΜΕΧ, παρουσίασαν επίσης μείωση και ανέρχονταν στο 7% του συνόλου των δανείων κατά την ίδια περίοδο. «Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών δεν έχει επηρεαστεί από τις αλλεπάλληλες προκλήσεις που καταγράφηκαν το 2023».

Παρόλα αυτά, η διαχείριση των ΜΕΧ εξακολουθεί να διατηρείται στο επίκεντρο, τόσο λόγω του συνεχιζόμενου αβέβαιου εξωτερικού οικονομικού και γεωπολιτικού περιβάλλοντος όσο και λόγω του ότι η μείωση του κινδύνου από τα ΜΕΧ στους ισολογισμούς των τραπεζών δεν υπήρξε ομοιογενής, αφού η ουσιαστική απομόχλευση αφορούσε κυρίως στις μεγάλες τράπεζες.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η αυξημένη κερδοφορία των τραπεζών ένεκα της απότομης ανόδου των επιτοκίων αναφοράς από τον Ιούλιο του 2022, οφείλεται και στην κατακόρυφη αύξηση του επιτοκιακού εισοδήματος επί της υψηλής ρευστότητας των τραπεζών στο 358% ως αναφέρθηκε πιο πάνω, σημαντικό μέρος του οποίου προκύπτει από τοποθετήσεις στην ΕΚΤ.

Η αυξημένη κερδοφορία των τραπεζών δεν θα επηρεάσει τη διατήρηση εκ μέρους των εποπτικών αρχών μίας συνετής πολιτικής όσον αφορά τη διανομή μερισμάτων από τις τράπεζες, με κύρια προτεραιότητα την περαιτέρω ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας όλων των τραπεζών, αναφέρεται στην έκθεση. Τονίζεται ότι εντός του 2023, μόνο σε μια κυπριακή τράπεζα εγκρίθηκε η διανομή μερίσματος.

Σύμφωνα με την ΚΤΚ, κατά το υπό επισκόπηση έτος συνέχισαν να υφίστανται κι άλλες προκλήσεις που δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού στις εποπτικές και ρυθμιστικές αρχές. Ειδική αναφορά γίνεται στον κίνδυνο από την κλιματική αλλαγή, ο οποίος επιδεινώνεται ραγδαία και απαιτεί άμεση και συλλογική προσπάθεια από όλους τους εμπλεκόμενους για αντιμετώπισή του, όπως αναφέρει.

Επισημαίνεται επίσης ο κίνδυνος τεχνολογίας, πληροφορίας και επικοινωνιών που συνεχίζει να είναι όσο ποτέ επίκαιρος εν μέσω της εντεινόμενης προσπάθειας των τραπεζών για ψηφιοποίηση αλλά και λόγω των απειλών στον κυβερνοχώρο, αναφέρει.

Στο μεταξύ, βελτίωση κατέγραψε το ισοζύγιο πληρωμών και η διεθνής επενδυτική θέση (ΔΕΘ) της Κύπρου, καθώς και μείωση του καθαρού εξωτερικού χρέους, το πρώτο τρίμηνο 2024, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2023, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία του Τμήματος Στατιστικής της Κεντρικής Τράπεζας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών για το Τ1 2024, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Κύπρου κατέγραψε βελτίωση, με το έλλειμμα να μειώνεται από €1.881,7 εκατ. που ήταν το Τ1 2023, στα €890,2 εκατ. το Τ1 2024. Προσαρμόζοντας τα στοιχεία, ως προς την επίδραση των οντοτήτων ειδικού σκοπού (SPEs), δηλαδή κατατάσσοντας τις SPEs ως μη κάτοικους, το έλλειμα διαμορφώθηκε στα  €1.007,1 εκατ. το Τ1 2024, έναντι ελλείμματος ύψους €1.234,5 εκατ. το Τ1 2023.

Η διεθνής επενδυτική θέση (ΔΕΘ) το Τ1 2024 σημείωσε, επίσης, βελτίωση παρουσιάζοντας καθαρή θέση παθητικού στα €28.491,4 εκατ., έναντι €28.743,3 εκατ. που ήταν το Τ4 2023. Η ΔΕΘ, με την προσαρμογή των στοιχείων ως προς την επίδραση των SPEs, κατέγραψε καθαρή θέση παθητικού στα €10.834,1 εκατ. το Τ1 2024, έναντι €10.847,3 εκατ. το Τ4 2023.

Επιπλέον, η ΚΤΚ αναφέρει ότι το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος αυξήθηκε στα €172.162 εκατ. το Τ1 2024, έναντι €171.696,6 εκατ. που ήταν το Τ4 2023. Από την άλλη, τα εξωτερικά στοιχεία ενεργητικού σε χρεωστικά μέσα σημείωσαν αύξηση στα €157.952,6 εκατ., από €154.615,2 εκατ. το Τ4 2023. Συνεπώς, το καθαρό εξωτερικό χρέος μειώθηκε κατά €2.872 εκατ., στα €14.209,4 εκατ. το Τ1 2024.

Προσαρμοσμένο ως προς την επίδραση των SPEs, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος ανήλθε στα €58.839,3 εκατ. το Τ1 2024, έναντι €58.448,5 εκατ. το Τ4 2023, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για το καθαρό εξωτερικό χρέος μειώθηκε στα -€15.464,9 εκατ. το Τ1 2024, από -€15.141,3 εκατ. το Τ4 2023.