Μέσω της τελευταίας τριμηνιαίας έκθεσης του για την ελληνική οικονομία, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων επισημαίνει ότι τα κέρδη των εταιρειών (στην ελληνική αγορά) είχαν υπερδιπλάσια συνεισφορά στην αύξηση του πληθωρισμού από την περίοδο μετά την πανδημία του κορωνοϊού μέχρι το 2024, σε σχέση με το μισθολογικό κόστος.

Δηλαδή, οι τιμές στην αγορά δεν αυξήθηκαν επειδή αυξήθηκαν οι μισθοί και υποχρεώθηκαν οι εμπορευόμενοι να ανεβάσουν τις τιμές για να ανακτήσουν το εργατικό κόστος, αλλά αυξήθηκαν κυρίως γιατί οι εταιρείες, σε μεγάλο ποσοστό, μετέφεραν μεν στους καταναλωτές το αυξημένο κόστος για αγορά αποθεμάτων προϊόντων ή πρώτων υλών, αλλά επιπρόσθετα επέβαλαν και πρόσθετη αύξηση στις τιμές, για επιπλέον εταιρικό κέρδος.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού στη Βουλή των Ελλήνων επισημαίνει ωστόσο ότι η δυναμική των κερδών έχει υποχωρήσει σημαντικά από το πρώτο τρίμηνο του 2023 έως το πρώτο τρίμηνο του 2024 και το μερίδιο του μισθολογικού κόστους στον πληθωρισμό ΑΕΠ υπερέχει πλέον κατά το διπλάσιο περίπου του μεριδίου των κερδών.

«Η ανάλυση αυτή παρέχει ισχυρές ενδείξεις ότι οι επιχειρήσεις είτε για λόγους μειωμένου ανταγωνισμού, είτε λόγω αυξημένης ζήτησης που προήλθε από το αυξημένο απόθεμα αποταμίευσης των νοικοκυριών και τον τουρισμό, κατάφεραν να περάσουν τις αυξήσεις του εισαγόμενου κόστους στις τιμές και να ενισχύσουν σημαντικά τα κέρδη τους, κυρίως κατά την έντονη φάση των πληθωριστικών πιέσεων» αναφέρεται.

Ο πληθωρισμός της απληστίας

Πριν από ένα χρόνο (Ιούλιος 2023), το Γραφείο Προϋπολογισμού στη Βουλή των Ελλήνων είχε επισημάνει, σε ανάλογη έκθεση, πως τουλάχιστο μέχρι το πρώτο τρίμηνο του ’23 ένοχος για τη μεγάλη ακρίβεια ήταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό ο πληθωρισμός απληστίας (greedflation) παρά το αυξημένο κόστος χονδρικής αγοράς προϊόνταν και το εργατικό κόστος.

Συγκεκριμένα, στην περσινή έκθεση αναφέρονταν τα εξής: «Σε πρόσφατη έρευνά του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διαπιστώνει ότι ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης από τις αρχές του 2022 οφείλεται κατά 45% στα υψηλότερα επιχειρηματικά κέρδη, κατά 40% στις τιμές εισαγωγών και κατά μόλις 25% στην αύξηση των μισθών, ενώ η φορολογία είχε αρνητική επίδραση.

Το φαινόμενο έχει χαρακτηριστεί ως greedflation (πληθωρισμός απληστίας) και θέτει νέα διλήμματα στην αντιμετώπισή του.

Συγκεκριμένα, η αποτελεσματικότητα της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής εξαρτάται περισσότερο από τη συγκράτηση των επιχειρηματικών κερδών και λιγότερο από τον έλεγχο των μισθολογικών αυξήσεων. Με άλλα λόγια, χωρίς μείωση των περιθωρίων κέρδους, η επιστροφή του πληθωρισμού στο επίπεδο του 2% θα απαιτήσει περισσότερο χρόνο και υψηλότερα επιτόκια, με τις ανάλογες αρνητικές συνέπειες στην ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα».

Πόσο βοηθά η μείωση του ΦΠΑ;

Στη φετινή του έκθεση για την ελληνική οικονομία, το Γραφείο Κρατικού Προϋπολογισμού στη Βουλή των Ελλήνων υποστηρίζει ότι τα οφέλη από τη μείωση του ΦΠΑ σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης δεν είναι σημαντικά και -όπου υπάρχουν- εξανεμίζονται γρήγορα, προς όφελος των εμπορευόμενων.

Ειδικότερα, σε ειδική ανάλυση για τις μειώσεις στον ΦΠΑ σε ορισμένες κατηγορίες βασικών αγαθών, όπως τα τρόφιμα, το Γραφείο Προϋπολογισμού σημειώνει ότι με βάση μελέτες που έχουν γίνει από μεταβολές του ΦΠΑ σε χώρες-μέλη της Ε.Ε. τα τελευταία 15-20 έτη προκύπτει ότι:

  1. Μόλις το 6% των μειώσεων στον ΦΠΑ διαχέεται στις τελικές τιμές και το όφελος των μειώσεων είναι βραχυχρόνιο, αφού οι επιχειρήσεις αυξάνουν τις τιμές (σ.σ. και το κέρδος τους), παρότι μειώνεται ο φόρος. Αντιθέτως, όταν αυξάνεται ο ΦΠΑ οι αυξήσεις διαχέονται στις τελικές τιμές κατά 34% περίπου -καθώς ως ένα βαθμό οι αυξήσεις απορροφώνται από τις επιχειρήσεις.
  2. Όταν τερματίζεται το μέτρο του μηδενικού ή μειωμένου ΦΠΑ, οι τιμές επανέρχονται ή και ξεπερνούν το αρχικό επίπεδο πριν τις μειώσεις ΦΠΑ.
  3. Οι μειώσεις του ΦΠΑ φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων και όχι σε όφελος των καταναλωτών.
    Ειδικά στην περίπτωση της Ισπανίας, αναφέρεται στην έκθεση, τα πρώτα ευρήματα ειδικής μελέτης δείχνουν ότι η σχεδόν πλήρης διάχυση της μείωσης ΦΠΑ κατά τους πρώτους μήνες υποχωρεί σημαντικά εντός τριμήνου.
    Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και τις συνθήκες ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά, σε σχέση με την ισπανική, το Γραφείο Προϋπολογισμού εκτιμά ότι η όποια επίπτωση στις τελικές τιμές καταναλωτή από μείωση του ΦΠΑ στην Ελλάδα, εάν υπάρχει, αναμένεται να είναι μικρότερη ή πολύ μικρότερη, καθώς και πιο βραχύβια, από αυτήν στην Ισπανία.
    Επίσης, η έκθεση εκτιμά ότι «οι όποιες προτεινόμενες μειώσεις του ΦΠΑ δεν αποτελούν κατάλληλο εργαλείο για τη λύση του δομικού προβλήματος της ακρίβειας (σ.σ. κάτι που υποστηρίζει και η ελληνική Κυβέρνηση). Αντίθετα, θεωρεί ως απαραίτητα μέτρα την ενίσχυση του ανταγωνισμού, με την άρση γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων για είσοδο νέων επιχειρήσεων, όπως και την ενδυνάμωση και εκπαίδευση των καταναλωτών με πληροφορίες μέσω ψηφιακών εργαλείων για τη σύγκριση τιμών και χαρακτηριστικών προϊόντων ώστε να διαθέτουν ικανή πληροφόρηση για να λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις στις αγορές τους».

Ο ρόλος της ιδιωτικής ετικέτας

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της ελληνικής Βουλής θεωρεί ως απαραίτητα μέτρα για συγκράτηση της ακρίβειας:

  • την ενίσχυση του ανταγωνισμού με άρση γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων για είσοδο νέων επιχειρήσεων, την αύξηση του αριθμού των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, καθώς φαίνεται ότι βοηθούν στην αποκλιμάκωση τιμών επώνυμων προϊόντων, και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των αγροτικών παραγωγών με ίδρυση υγιών συνεταιρισμών.
  • την ενίσχυση των market watch apps, συμπληρωματικά με το e-καταναλωτής (σ.σ. e-kalathi στην Κύπρο, περί τα τέλη του ’24) για μεγαλύτερη διαφάνεια και παρακολούθηση τιμών, αλλά και δυνατότητα σύγκρισης συνολικού καλαθιού αγορών που θα επιλέγει ο καταναλωτής.