Μετά την ηρεμία που επήλθε τους τελευταίους μήνες από την αλλαγή του νομικού πλαισίου για τις εκποιήσεις, νέες νομοθετικές ρυθμίσεις που κατατέθηκαν στη Βουλή από τα κόμματα έρχονται να αναστατώσουν τον τραπεζικό τομέα.

ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ κατέθεσαν την Πέμπτη δύο προτάσεις νόμου, με τις οποίες αγγίζουν εκ νέου τη νομοθεσία για τις εκποιήσεις και παράλληλα βάζουν φρένο στους τόκους. Εκείνο που ανησυχεί την Κυβέρνηση και την Κεντρική Τράπεζα είναι κατά πόσο και τα υπόλοιπα κόμματα θα ανασύρουν από τα συρτάρια της Βουλής άλλες προτάσεις νόμου, οι οποίες πιθανόν να βάλουν σε περιπέτειες την οικονομία.

Από την άλλη, τα κόμματα θεωρούν πως δύσκολα οι προτάσεις θα διαταράξουν το τραπεζικό σύστημα, καθώς κατέχει μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους €2 δισ. «μόνο», ενώ τα υπόλοιπα κόκκινα δάνεια, ύψους €22 δισ., βρίσκονται στις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων.

Οι νέες προτάσεις

Τις δύο νέες προτάσεις κατέθεσαν στην Ολομέλεια της Βουλής ο Άριστος Δαμιανού του ΑΚΕΛ, οι βουλευτές του ΔΗΚΟ Ζαχαρίας Κουλίας, Παύλος Μυλωνάς, Πανίκος Λεωνίδου και ο Χρίστος Ορφανίδης, καθώς και ο βουλευτής της ΔΗΠΑ Αλέκος Τρυφωνίδης.

Με την πρώτη πρόταση νόμου προτείνουν νέα τροποποίηση του νόμου για τις εκποιήσεις. Εισηγούνται όπως, μετά την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου, αν τα χρήματα που θα εισπράττονται από τους πιστωτές από την πώληση ή τον πλειστηριασμό δεν καλύπτουν το ποσό του ενυπόθηκου χρέους, συν τους τόκους, να διαγράφεται το υπόλοιπο της οφειλής.

Με τη δεύτερη πρόταση νόμου ζητείται να τροποποιηθεί ο νόμος περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου, ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να μην επιβάλλει επιπλέον τόκους στην περίπτωση που το οφειλόμενο ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης, περιλαμβανομένων των τόκων, ανέρχεται στο διπλάσιο του αρχικού χρέους.

Το ζήτημα των εκποιήσεων πάντα προκαλούσε κοινωνικές αντιδράσεις, με τις τράπεζες να υποστηρίζουν ότι οι συνεχείς προσπάθειες κομμάτων να αλλάξουν το θεσμικό πλαίσιο  κινδύνευαν τα θεμέλια της οικονομίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί πως, παρά την ενδυνάμωση του νομικού πλαισίου τους τελευταίους έξι μήνες, δυστυχώς οι δανειολήπτες δεν αξιοποιούν εργαλεία που τους παρέχει πλέον ο νόμος, για να προστατεύσουν τις περιουσίες τους.

Είναι δεδομένο πως οι πιστωτές δεν πρόκειται να αποδεχθούν τις αλλαγές για τις εκποιήσεις ή και τη μη επιβολή των επιπρόσθετων τόκων. Στην ίδια γραμμή αναμένεται να κινηθούν η Κεντρική Τράπεζα αλλά και το Υπουργείο Οικονομικών.

Υπενθυμίζεται πως, προ ημερών, είχαν εκφραστεί  έντονες επιφυλάξεις στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών, όταν συζητήθηκε η πρόταση νόμου του μεμονωμένου βουλευτή Κωστή Ευσταθίου, με την οποία επιδιώκεται να μπει τέλος στον ανατοκισμό των τόκων από τις τράπεζες, σε καθυστερημένα δάνεια.

Στο τραπέζι και φορολόγηση τραπεζών

Στο μεταξύ, πέραν των συγκεκριμένων προτάσεων, οι οποίες προκαλούν μεγάλη ανησυχία στις τράπεζες και στις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, σύντομα αναμένεται να τεθεί ενώπιον της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών για συζήτηση και η πρόταση νόμου του ΑΚΕΛ, για τη φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών, λόγω της συνεχούς αύξησης των επιτοκίων.

Η πρόταση νόμου προνοεί την επιβολή έκτακτου τέλους ύψους 5% επί των καθαρών εσόδων από τόκους για τα έτη 2023 και 2024, και τη δημιουργία ταμείου με τα χρήματα αυτά, ώστε να υλοποιούνται σχέδια του κράτους για τη στεγαστική πολιτική.

Ήδη ο Διοικητικής της Κεντρικής Τράπεζας Χριστάκης Πατσαλίδης διαφώνησε με την πρόταση νόμου, προειδοποιώντας ότι θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά παρά όφελος.

Τραπεζικά στελέχη έχουν ταχθεί εναντίον της επιπρόσθετης φορολογίας των τραπεζών, καθώς, όπως υποστήριξαν δημόσια, θα επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία της χώρας.