Την ίδια ώρα που στην τελευταία του αξιολόγηση για την Κύπρο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί πως η μη αποτελεσματική εφαρμογή του πλαισίου εκποιήσεων υποσκάπτει την επίλυση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων που πάνε πίσω όσο η κρίση του 2013, μία ακόμα εξέλιξη έρχεται να αναταράξει εκ νέου τα δεδομένα.

Ο λόγος για τα νομοσχέδια που τροποποιούν το πλαίσιο λειτουργίας των εταιρειών εξαγοράς και διαχείρισης δανείων, τα οποία συζητούνται αυτήν την περίοδο στη Βουλή. Το γενικότερο ζήτημα που προκύπτει, σχετίζεται με τη δημιουργία αγοράς δύο ταχυτήτων αφού στη βάση των νομοσχεδίων προτείνεται όπως η υφιστάμενη νομοθεσία περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων καλύπτει μόνο τα υφιστάμενα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΔ) που βρίσκονται ήδη εκτός του τραπεζικού συστήματος και έχουν μεταβιβαστεί σε Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων.

Με απλά λόγια, με την προτεινόμενη τροποποίηση, οι αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων που ήδη έχουν αγοράσει και διαχειρίζονται ΜΕΔ και κατ’ επέκταση δραστηριοποιούνται στη δευτερογενή αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Κύπρο θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν τον υφιστάμενο νόμο για τα δάνεια που ήδη κατέχουν. Αντίθετα, για τυχόν νέα δάνεια που θα αποκτήσουν από Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα μετά την ψήφιση του εναρμονιστικού νόμου, θα υποχρεούνται να εφαρμόζουν τον νέο εναρμονιστικό νόμο.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε επιστολή του προς τη Βουλή ο Σύνδεσμος Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων & Διαχειριστριών Εταιρειών Πιστωτικών Διευκολύνσεων σε μία τέτοια περίπτωση ουσιαστικά θα υπάρχουν δύο παράλληλα νομικά πλαίσια εντός των οποίων θα καλούνται να λειτουργούν οι αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων στην Κύπρο, εφαρμόζοντας το ένα ή το άλλο αναλόγως του πότε αποκτήθηκαν τα δάνεια. «Αυτό θα προκαλέσει αχρείαστη πολυπλοκότητα, ασάφεια και περιττό διοικητικό κόστος τόσο για τους υφιστάμενους αγοραστές και διαχειριστές, αλλά και για τις Εποπτικές Αρχές».

Τέλος οι δικαιολογίες

Το ΔΝΤ είναι ξεκάθαρο στην τελευταία του έκθεση, ότι μετά από πολλές και χρονοβόρες αναστολές και αλλαγές, η αδιάκοπη εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου θα πρέπει να εφαρμοστεί για να επιταχυνθεί η επίλυση των χρόνιων Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων. Αν δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες σταθερότητας και αξιοποιηθούν όλα τα εργαλεία, συμπεριλαμβανομένων των εκποιήσεων, θα υποστηριχθεί η επίλυση του ζητήματος των ΜΕΔ, ο τραπεζικός δανεισμός θα καταστεί πιο παραγωγικός και ο ιδιωτικός τομέας θα ενδυναμωθεί, τονίζεται χαρακτηριστικά.

Υπενθυμίζεται πως οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων απέκτησαν ΜΕΔ ύψους €22 δις με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, βοηθώντας έτσι στην απομόχλευση των υψηλών αποθεμάτων ΜΕΔ που είχαν οι τράπεζες και κατά συνέπεια στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Κύπρο. Τυχόν δημιουργία δύο νομικών πλαισίων, στη βάση των προτεινόμενων νομοσχεδίων  θα δημιουργήσει συνθήκες δυσμενούς διάκρισης των παλιών με τους νέους αγοραστές δανείων οι οποίοι θα αγοράζουν δάνεια με βάση τον νέο εναρμονιστικό νόμο.

Συγκεκριμένα,  οι νέοι αγοραστές με βάση τον εναρμονιστικό νόμο δεν θα υπόκεινται σε αδειοδότηση από την αρμόδια Αρχή, ούτε σε υποχρεώσεις ελάχιστου κεφαλαίου και διαδικασιών εσωτερικής διακυβέρνησης, ενώ οι υφιστάμενοι αγοραστές θα συνεχίσουν να είναι αδειοδοτημένοι και εποπτευόμενοι με βάση τον υφιστάμενο εθνικό νόμο.

Με άλλα λόγια, ελλοχεύει ο κίνδυνος σε μία περίοδο που έχει σταθεροποιηθεί το νομικό πλαίσιο που διέπει τις εκποιήσεις, να δημιουργηθούν άλλου είδους προβλήματα με τη διάσπαση της αγοράς λόγω των προτεινόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων. Με δεδομένο ότι πρόκειται για εναρμόνιση με ευρωπαϊκή οδηγία, ως πιο λογική λύση στο ζήτημα, φαντάζει η κατάργηση του εθνικού νόμου και η ένταξη όλων των επηρεαζόμενων κάτω από τον εναρμονιστικό νόμο.

Επιπρόσθετα, ο Σύνδεσμος Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων & Διαχειριστριών Εταιρειών Πιστωτικών Διευκολύνσεων εξέφρασε στη Βουλή τη διαφωνία του και σε σχέση με το διαχωρισμό που έχει γίνει και την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του εναρμονιστικού νόμου των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν μεταβιβαστεί πριν την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου πλαισίου σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και επομένως βρίσκονται εκτός του τραπεζικού συστήματος. Τα λεγόμενα legacy loans θα τυγχάνουν χειρισμού με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο, δυνάμει του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για συναφή θέματα νόμου καθότι εκπίπτουν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. «Ο πιο πάνω διαχωρισμός θα έχει ως αποτέλεσμα επενδυτές που ενδιαφέρονται για την αγορά νέων πιστωτικών διευκολύνσεων να μην απαιτείται η αδειοδότηση τους από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ενώ επενδυτές που ενδιαφέρονται για την αγορά legacy loans να απαιτείται η αδειοδότηση τους.

«Η εν λόγω διάκριση μεταξύ των Αγοραστών Πιστώσεων, θα έχει δυσμενείς συνέπειες στη διαχείριση των legacy loans που υπολογίζεται ότι ανέρχονται στα €22 δις και κατ’ επέκταση στην οικονομία ευρύτερα. Η δευτερογενής αγορά και μεταπώληση των legacy loans θα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα λόγω του διαχωρισμού που επιβάλλει το προτεινόμενο νομοσχέδιο και δύσκολα θα βρεθούν επενδυτές να αγοράσουν τα legacy loans λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό κόστος που εμπεριέχει η αδειοδότηση των εταιρειών.

Τέλος, σημειώνεται ότι η απαίτηση αδειοδότησης εταιρειών Αγοράς Πιστώσεων δεν συνάδει με το πνεύμα της οδηγίας αλλά ούτε και με την πρακτική που εφαρμόζεται σε άλλα κράτη-μέλη όπου η απαίτηση αδειοδότησης επικεντρώνεται μόνο στους Διαχειριστές Πιστώσεων». Επιπρόσθετα, διαφωνία εκφράζεται και σε σχέση με τον διαχωρισμό που γίνεται και για τους Διαχειριστές Πιστώσεων. Η απαίτηση αναφορικά με τους Διαχειριστές Πιστώσεων για αδειοδότηση αφορά μόνο τους Διαχειριστές που διαχειρίζονται πιστωτικές διευκολύνσεις κατόπιν εξαγοράς. Συνεπώς οι Διαχειριστές Πιστώσεων που διαχειρίζονται πιστωτικές διευκολύνσεις  τραπεζών δεν απαιτείται η αδειοδότηση τους. Επιπρόσθετα, για Διαχειριστές Πιστώσεων που διαχειρίζονται πιστωτικές διευκολύνσεις τραπεζών πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νόμου απαιτείται η αδειοδότηση.