Τέσσερα χαρακτηριστικά αποτυπώνονται στη γενικότερη απόδοση των κυπριακών τραπεζών, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε χθες η Κεντρική Τράπεζα: Μείωσαν το προσωπικό, επωφελήθηκαν από τα ψηλά επιτόκια της ΕΚΤ για να παράγουν κέρδη, δεν έχουν άλλες σημαντικές πηγές εσόδων πέρα από την παραχώρηση δανείων και την είσπραξη τόκων και διατηρούν το μεγαλύτερο ποσοστό εποπτικών κεφαλαίων από το 2017 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Κεντρικής).
Ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (Core Tier 1 capital ratio / Common Equity Tier 1 capital ratio) για το σύνολο του τραπεζικού συστήματος βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο και ανήλθε στο 21,3% τέλος Δεκεμβρίου 2023, έναντι 19,5% το τρίτο τρίμηνο του 2023 , 17,8% το Δεκέμβριο του 2022 και 17,7% το Δεκέμβριο του 2021.
Όπως προκύπτει από στοιχεία βασικών συγκεντρωτικών χρηματοοικονομικών δεικτών για τον κυπριακό τραπεζικό τομέα που δημοσίευσε χθες η Κεντρική Τράπεζα, οι τράπεζες μείωσαν τα έσοδα προσωπικού μέσω των σχεδίων εθελούσιας αποχώρησης που έχουν εφαρμόσει την τελευταία δεκαετία και έχουν ξεπεράσει τα δέκα.
Οι τραπεζικές διοικήσεις προχωρούν στην ψηφιοποίηση πολλών διαδικασιών τους και φυσικά αύξησαν τα έσοδά τους στην κατηγορία net interest income (καθαρά έσοδα από τόκους, γνωστά και ως επιτοκιακά έσοδα), με αποτέλεσμα τα υψηλά επιτόκια δανεισμού και τα χαμηλά επιτόκια από καταθέσεις να κρατούν τους ισολογισμούς σε καλά επίπεδα.
Ο δείκτης των επιτοκιακών εσόδων των τραπεζών για τον Δεκέμβρη του 2023 έφτασε το 76,2%, τον Δεκέμβρη του 2022 ήταν στο 69,1% τον Δεκέμβρη του 2021 στο 71,9 %, το Δεκέμβρη του 2020 στο 67,6% , τον Δεκέμβρη του 2019 ήταν στο 68,5% και τον Δεκέμβρη του 2018 στο 67,1%.
Οι υπόλοιπες πηγές εσόδων των τραπεζών είναι αρκετά περιορισμένες. Από τους αριθμούς που δίνει η Κεντρική στους συγκεντρωτικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες για τον κυπριακό τραπεζικό τομέα, φαίνεται πως υπάρχει περιθώριο για βελτίωση και άνοιγμα των τραπεζών σε άλλες εργασίες.
Στην ενότητα trading and foreign exchange results (αποτελέσματα συναλλαγών και συναλλάγματος) στο μίγμα των εσόδων των τραπεζών (income), για το Δεκέμβρη του 2023 το ποσοστό ανήλθε στο 3,8% από 0,9% το Δεκέμβριο του 2022. Το 2021 ανερχόταν στο -0,1%, το Δεκέμβριο του 2020 στο 0,2% και το Δεκέμβριο του 2019 στο 0,13%.
Το κόστος προς τα έσοδα των κυπριακών τραπεζών (cost to income) ανήλθε τον Δεκέμβρη του 2023 στο 32,7%, φανερά χαμηλότερο από το 69,1% το Δεκέμβρη του 2022. Για να υπάρχει και ακριβής σύγκριση, τον Δεκέμβρη του 2021 ο δείκτης ανερχόταν στο 71,9%, τον Δεκέμβρη του 2020 στο 63,7%, τον Δεκέμβρη του 2019 στο 72,3%, τον Δεκέμβρη του 2018 στο 62,5% και το 2017 στο 53,6%.
Το κόστος του προσωπικού των τραπεζών, όπως προκύπτει από τα στοιχεία (staff expenses), ανερχόταν τον Δεκέμβρη του 2023 στο 52,9%, τον Δεκέμβρη του 2022 στο 55,8%, τον Δεκέμβρη του 2021 στο 56,2%, τον Δεκέμβρη του 2020 στο 57,3%, τον Δεκέμβρη του 2019 στο 53,9% και τον Δεκέμβρη του 2018 στο 49,9%.
Τα έξοδα που παράγει το τραπεζικό σύστημα στην κατηγορία general and administrative expenses (γενικά και διοικητικά έξοδα) ανήλθαν τέλος του 2023 στο 38,3%, αυξημένο από το 2022 που ήταν στο 37%, ενώ τον Δεκέμβριο του 2021 ήταν χαμηλότερο στο 35,2%. Τον Δεκέμβριο του 2020 το ποσοστό ήταν ακόμη χαμηλότερο στο 33,9% και τον Δεκέμβριο του 2019 στο 38,9% οριακά πιο πάνω σε σχέση με το 2023. Ο δείκτης διοικητικών εξόδων ήταν στο 44,9% τον Δεκέμβριο του 2018 και 44,4% τον Δεκέμβριο του 2017.