Στις 20 Μαϊου 2024, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης εξέδωσε εντάλματα σύλληψης του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπέτζαμιν Νετανιάχου και των ηγετών της Χαμάς, για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Αυτό το κορυφαίο γεγονός σηματοδότησε ένα νέο ορόσημο για τις διεθνείς σχέσεις και τον ρόλο που πλέον θα πρέπει να παίζουν τα διεθνή δικαστήρια, που έχουν την δικαιοδοσία για να δικάζουν επί αυτού.

Ήδη η Γερμανία και η Γαλλία, καθώς και επισήμως η ΕΕ, που η ίδια είναι μέλος του ΔΠΔ, δήλωσαν ότι θα εφαρμόσουν τις αποφάσεις αυτές, ενώ αντίθετα υπήρξε μεγάλη αντίδραση από τις ΗΠΑ, καθώς επίσης και άλλες χώρες.

Ο δρόμος, όμως, που διανύθηκε για να φτάσουμε στο σημείο μεγάλες χώρες της διεθνούς κοινότητας να στηρίζουν την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, όπως αυτή ερμηνεύεται μέσα από ένα δικαστικό όργανο, είναι τεράστιος και είναι βαμμένος με τόνους αίματος και, αυτό που φάνταζε αδιανόητο πριν μόλις 30 χρόνια, σήμερα αποτελεί μια συνεχόμενη θεμελιωμένη νομική πραγματικότητα.

Ο Huband από τη Ρουάντα

Στις 12 Απριλίου 1994 ο Mark Huband, ανταποκριτής και δημοσιογράφος του Guardian, κατέγραφε από τη Ρουάντα σε ένα άρθρο του, συνοδεία μιας φωτογραφίας που έμελλε να στοιχειώσει όλο τον πλανήτη:

«Τα στρατεύματα των Ηνωμένων Εθνών παρακολουθούν τη σφαγή.

Οι γαλλικές και βελγικές δυνάμεις βοηθούν τους ξένους υπηκόους να εκκενώσουν την χώρα, αλλά αφήνουν τα μέλη της μειονότητας των Τούτσι, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών υπαλλήλων των διεθνών οργανισμών, στην τύχη τους, αναφέρει ο Mark Huband από το Κιγκάλι.

Λίγα μέτρα από τα γαλλικά στρατεύματα, μια γυναίκα από τη Ρουάντα σερνόταν κατά μήκος του δρόμου από έναν νεαρό άνδρα με ματσέτα. Έσυρε τα ρούχα της καθώς αυτή κοίταζε τους ξένους στρατιώτες με την απελπισμένη, τρομοκρατημένη ελπίδα ότι θα μπορούσαν να τη σώσουν από τον θάνατό της.

Αλλά κανένας από τους στρατιώτες δεν κινήθηκε. «Δεν είναι στην εντολή μας», είπε ένας, ακουμπισμένος στο τζιπ του, καθώς παρακολουθούσε τη γυναίκα που καταδικάστηκε, με τη δυνατή βροχή, να πιτσιλίζει το μπλε σήμα των Ηνωμένων Εθνών του.

Τα 3.000 ξένα στρατεύματα που βρίσκονται τώρα στη Ρουάντα δεν είναι τίποτα περισσότερο από θεατές της αγριότητας, που οι εργαζόμενοι ανθρωπιστικής βοήθειας λένε ότι έχει οδηγήσει στη σφαγή 15.000 ανθρώπων – κυρίως από την παραδοσιακά κυρίαρχη μειονότητα των Τούτσι».

Η σκηνή που περιγράφεται στο άρθρο, συνοδεία και της συγκεκριμένης φωτογραφίας, θεωρούνται παγκοσμίως ένα τραγικό ορόσημο της γενοκτονίας που έλαβε χώρα στη Ρουάντα, σχεδόν ενός εκατομμυρίων ανθρώπων, υπό το βλέμμα χιλιάδων ένοπλων κυανόκρανων του ΟΗΕ, που ενώ ήταν παρόντες δεν είχαν εντολές εμπλοκής και άφησαν τη γενοκτονία να λάβει χώρα.

Τον Απρίλιο του 1994, η δολοφονία του Προέδρου Juvenal Habyarimana της Ρουάντα και του Προέδρου Cyprien Ntaryamira του Μπουρούντι, και οι δύο της φυλής/κοινότητας των Χούτου, εξαπέλυσε μια εκρηκτική αλυσιδωτή αντίδραση, που οδήγησε σε μόλις 100 μέρες στη γενοκτονία σχεδόν ενός εκατομμυρίων ανθρώπων, κυρίως από τη μειονότητα των Τούτσι και μετριοπαθών Χούτου.   

Η σκηνή των στρατευμάτων που παρακολουθούν παθητικά τις θηριωδίες υπογραμμίζει την ανικανότητα και τους περιορισμούς των διεθνών παρεμβάσεων στην πρόληψη ή τη διακοπή τέτοιων πράξεων μαζικής βίας.

Αυτό το γεγονός έκτοτε αποτελεί μια κρίσιμη μελέτη περίπτωσης στις διεθνείς σχέσεις, την ανθρωπιστική παρέμβαση και τις εντολές ειρηνευτικών αποστολών, τονίζοντας την ανάγκη για πιο στιβαρά και άμεσα πλαίσια για την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων αποτελεσματικά.

Η δημιουργία του Δικαστηρίου

Το σοκ της γενοκτονίας εξανάγκασε τη διεθνή κοινότητα να λάβει πιο δραστικά μέτρα ώστε να αποτρέπονται τέτοιες θηριωδίες στο μέλλον και οδήγησε στην δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα (International Criminal Tribunal for Rwanda – ICTR), που ιδρύθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη για να δικάσει άτομα υπεύθυνα για τη γενοκτονία στη Ρουάντα το 1994 και άλλες σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν στη Ρουάντα και σε γειτονικές χώρες κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου.

Το ICTR ιδρύθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 8 Νοεμβρίου 1994, με το Ψήφισμα 955 και είχε δικαιοδοσία να δικάσει εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 1994.

Η κύρια εστίασή του ήταν η δίωξη των αρχιτεκτόνων και των κυρίως υπευθύνων για τη γενοκτονία των Τούτσι και τη μαζική βία κατά των Χούτου.

Το ICTR καταδίκασε πολλούς από τους πρωτεργάτες της γενοκτονίας, συμπεριλαμβανομένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων, στρατιωτικών ηγετών και μελών της πολιτοφυλακής.

Μερικές από τις πιο σημαντικές καταδίκες περιλαμβάνουν τον πρώην πρωθυπουργό Jean Kambanda και άλλους υψηλόβαθμους ηγέτες της κυβέρνησης.

Το ICTR έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του διεθνούς ποινικού δικαίου και στην εδραίωση της αρχής της ατομικής ποινικής ευθύνης για εγκλήματα γενοκτονίας και άλλα σοβαρά διεθνή εγκλήματα.

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Έκτοτε, πολλά ad hoc δικαστήρια δημιουργήθηκαν αλλά το κορυφαίο ιστορικό και νομικό ορόσημο ήταν η δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου το 1998, με την ψήφιση, σε Διεθνές Συνέδριο, του Καταστατικού της Ρώμης, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2002 και τη δικαιοδοσία του, μέσω υπογραφής του Καταστατικού του, έχουν αναγνωρίσει μέχρι σήμερα 124 κράτη ενώ κράτη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Κίνα, η Ινδία, το Κατάρ, το Ισραήλ και η Τουρκία δεν αποτελούν μέλη του Δικαστηρίου.

Η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου για εμάς στην Κύπρο αποτελεί μονόδρομο, καθότι είμαστε ίσως η πρώτη χώρα που είχαμε την έμπρακτη βοήθεια από τον ΟΗΕ με την αποστολή ακόμη και ένοπλων τμημάτων που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην αποφυγή περαιτέρω εμπλοκής και εκτράχυνσης της σύρραξης.

Το Ψήφισμα 186/1964 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά ψηφίσματα στην ιστορία της Κύπρου, καθώς διαμορφώθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή για την ειρήνη και τη σταθερότητα στο νησί. Το ψήφισμα αυτό εγκρίθηκε στις 4 Μαρτίου 1964, εν μέσω εντάσεων και συγκρούσεων μεταξύ των εθνοτικών ομάδων στην Κύπρο, και έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη διεθνών προσπαθειών για την ειρηνική επίλυση της κατάστασης.

Η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα του Ψηφίσματος 186 και άρχισε τη λειτουργία της τον Μάρτιο του 1964. Ο κύριος στόχος της αποστολής ήταν η αποτροπή της αναζωπύρωσης των εχθροπραξιών και η συμβολή στη διασφάλιση μιας σταθερής και ασφαλούς περιβάλλοντος για όλους τους κατοίκους του νησιού.

Αν και στην Κύπρο της υπερβολής και της αμνησίας, ακόμη και ο ΟΗΕ έχει αρνητικό πρόσημο, είναι σημαντικό να τονίζουμε ότι η UNFICYP διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή περαιτέρω συγκρούσεων και στην προστασία των πολιτών.

* Advocates-Legal Consultants