Μετά τη ΣΕΚ και η ΔΕΟΚ ζητά από τον Υπουργό Εργασίας να συγκαλέσει αμέσως το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα
Τη σκυτάλη από την ΣΕΚ πήρε η ΔΕΟΚ, διαμαρτυρόμενη με τη σειρά της για την υφιστάμενη στρατηγική απασχόλησης αλλοδαπών από τρίτες χώρες, ζητώντας τάχιστα να υπάρξουν αλλαγές.
Σε ανακοίνωση της η ΔΕΟΚ υποστηρίζει πως απαιτείται επειγόντως η αναθεώρηση της στρατηγικής και πως θα πρέπει να είναι το πρώτο θέμα στην ατζέντα του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος (ΕΣΣ), το οποίο επίσης επειγόντως πρέπει να συγκληθεί.
Η ΔΕΟΚ διαφωνεί με την υφιστάμενη στρατηγική, η οποία επιβλήθηκε, όπως αναφέρει, χωρίς τον απαραίτητο κοινωνικό διάλογο, λίγο πριν την εκπνοή της θητείας της προηγούμενης διακυβέρνησης. Υποστηρίζει ακόμα πως η υφιστάμενη στρατηγική έχει προκαλέσει μεγάλη αύξηση στον αριθμό εργαζομένων από τρίτες χώρες, με προοπτική περεταίρω αύξησης τους και αυτό με τη σειρά του προκαλεί μεταξύ άλλων απορρύθμιση των Συλλογικών Συμβάσεων, καθήλωση της εξέλιξης της διεκδίκησης ωφελημάτων για τους Κύπριους και Ευρωπαίους εργαζόμενους και μέχρι και απώλεια δικαιωμάτων και ωφελημάτων που προνοούνταν από συλλογικές συμβάσεις «ως επίσης και εργαζομένους δύο ταχυτήτων, με ότι αυτό συνεπάγεται».
Η συντεχνία υποστηρίζει πως η θέση της δεν αποτελεί προϊόν κινδυνολογίας αλλά προκύπτει από απτά και ατράνταχτα επιχειρήματα. Αφού, όπως υποστηρίζει, με την ένταξη μεγάλου ή και ανεξέλεγκτου αριθμού εργαζομένων από τρίτες χώρες στην αγορά εργασίας, ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης λειτουργεί ετεροβαρώς κατά των εργαζομένων και υπέρ των εργοδοτών, οι οποίοι αποκτούν την ευχέρεια να πλήξουν τις συλλογικές συμβάσεις, δηλαδή να καθηλώσουν ή και να μειώσουν μισθούς και ωφελήματα, εφόσον μπορούν να αποταθούν σε άλλη ομάδα εργαζομένων προς ικανοποίηση των εργοδοτικών αναγκών τους.
Φέρτε πίσω τις επιτροπές
Όπως και η ΣΕΚ αλλά και η ΠΕΟ, στην ανακοίνωση της η ΔΕΟΚ αναφέρεται και στην ανάγκη επαναλειτουργίας των συμβουλευτικών τριμερών τεχνικών επιτροπών, καθώς με την κατάργηση τους «η παραχώρηση αδειών εργασίας δεν υπόκειται σε κανένα έλεγχο από το συνδικαλιστικό κίνημα αλλά και ούτε του δίνεται η ευχέρεια έγκαιρα να εκφράσει άποψη».
Η κατάργηση, κατά τη ΔΕΟΚ, ικανοποιεί τις επιθυμίες των εργοδοτών πλήρως, παραμερίζοντας τα αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Υποστηρίζει επίσης πως αυτή την στιγμή εκτός από τις άδειες παραχώρησης υπηκόων τρίτων χωρών που δίνεται από το Υπουργείο Εργασίας, μπορούν εύκολα να εργοδοτηθούν αλλοδαποί φοιτητές, πολιτικοί πρόσφυγες και μέχρι προσφάτως και αιτητές ασύλου σε συγκεκριμένα επαγγέλματα ενώ «επιπρόσθετα στην ήδη βεβαρημένη κατάσταση, προέκυψε η πρόσφατη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν Ευρωπαϊκής Οδηγίας, για παραχώρηση «μπλε κάρτας» σε αλλοδαπούς από τρίτες χώρες, που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον τριετή φοίτηση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίοι με συνοπτικές διαδικασίες θα μπορούν να έρχονται στην Κύπρο και να εντάσσονται στην αγορά εργασίας, «χωρίς το συνδικαλιστικό κίνημα να γνωρίζει τους όρους εργοδότησης αυτών, αλλά και τις συνέπειες που θα έχει η εργοδότηση τους στην ντόπια αγορά εργασίας, ειδικά όταν η Κύπρος διαθέτει πολύ μεγάλο αριθμό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που υποαπασχολούνται ή ετεροαπασχολούνται».
Για αντιμετώπιση του ζητήματος αμέσως, η ΔΕΟΚ θεωρεί ότι:
· Επιβάλλεται η σύγκληση επειγόντως του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος και καλεί τον Υπουργό Εργασίας να προχωρήσει αμέσως και να καλέσει τους κοινωνικούς εταίρους σε σύσκεψη του σώματος.
· Το Υπουργείο Εργασίας να προσέλθει στη συνεδρίαση του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος με προτάσεις που να αναθεωρούν διορθωτικά την Στρατηγική Απασχόλησης, με βάση τις εμπεριστατωμένες θέσεις του συνδικαλιστικού κινήματος.
· Η κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει μεταφορά στο Υπουργείο Εργασίας, των εξουσιών για την έκδοση και διαχείριση αδειών εργασίας σε ξένο εργατικό δυναμικό, που σήμερα έχει το Υπουργείο Εσωτερικών.
Τέλος, η ΔΕΟΚ εκφράζει την καλή της θέληση για διάλογο, διαμηνύοντας πως δεν θα αποδεχτεί διευθετήσεις που θα πλήττουν καίρια τα δικαιώματα και την επιβίωση της εργατικής τάξης και της τάξης των Κυπρίων και Ευρωπαίων εργαζομένων, προς πρόσκαιρο όφελος του εργασιακού κόστους των εργοδοτών.