Διάσπαρτες ήταν οι ιδεολογικές αναφορές στην ομιλία του γενικού γραμματέα του ΑΚΕΛ Στέφανου Στεφάνου για τον προύπολογισμό του 2024, πριν από λίγο στην Ολομέλεια της Βουλής.

Δίνοντας έμφαση στην οικολογική κρίση, «η οποία προκλήθηκε από ένα κοινωνικο/οικονομικό σύστημα το οποίο από τη φύση του επιβάλλει τη διαρκή και ολοένα εντεινόμενη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, προκαλώντας τεράστια ζημιά στο περιβάλλον», ο κ. Στεφάνου είπε πως «η παρούσα κρίση συνοδεύεται από την ενεργειακή κρίση αλλά και την κρίση στις εφοδιαστικές και επισιτιστικές αλυσίδες. Η κρίση επηρεάζει δυσμενώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το ιδιωτικό χρέος. Η κρίση μεγεθύνει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Είναι ενδεικτικό της κατάστασης το γεγονός ότι οι είκοσι έξι πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη έχουν περιουσία ίση με τα εισοδήματα τεσσάρων δισεκατομμυρίων ανθρώπων στις φτωχότερες χώρες».

Αναφερόμενος στην κοινωνική ανισότητα, ο κ. Στεφάνου είπε ότι «στον κόσμο υπάρχει αμύθητος πλούτος συσσωρευμένος στα χέρια λίγων και απύθμενη φτώχεια σχεδόν στον μισό παγκόσμιο πληθυσμό. Αυτή η ντροπιαστική κατάσταση για τον σύγχρονο πολιτισμό έγινε εντονότερη τις τελευταίες δεκαετίες, ως αποτέλεσμα -κυρίως- της παγκόσμιας επιβολής του νεοφιλελευθερισμού. Πρόκειται για ένα μοντέλο επιθετικού καπιταλισμού, που φορτώνει τις συνέπειες των αδιεξόδων και των προβλημάτων του συστήματος στους πολλούς, ενώ ενισχύει τους λίγους και τους προνομιούχους με αποτέλεσμα οι ανισότητες να έχουν γίνει κολοσσιαίες».

Επικριτικός εμφανίστηκε ο ηγέτης του ΑΚΕΛ έναντι της ΕΕ και της ηγεσίας της. «Οι εξουσιαστικές ελίτ των Βρυξελλών», είπε, «λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες φορτώνουν τις συνέπειες των κρίσεων στα λαϊκά στρώματα. Με αυτές τις αποφάσεις τα βασικά προβλήματα ανατροφοδοτούνται, συντηρούνται, μεταλλάσσονται ή επανέρχονται με άλλη μορφή. Είναι γι’ αυτό που η Ένωση συνεχίζει να απομακρύνεται από τους πολίτες της. Η ευρωπαϊκή ηγεσία αντί να αλλάξει ρότα, προσπαθεί να αποσπάσει την κοινωνική συναίνεση με τον έλεγχο της πληροφόρησης και τη χειραγώγηση των συνειδήσεων. Ζούμε στην εποχή που το διαδίκτυο κατάργησε σχεδόν τους όποιους φραγμούς στην ελευθερία της έκφρασης. Το ίδιο όμως συμβαίνει με το εύρος και την αποτελεσματικότητα των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την επιβολή περιορισμών στην ελευθερία της σκέψης και τον έλεγχό της».

»Η όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων και αδιεξόδων», πρόσθεσε, «μαζί με την αδυναμία ορθολογικής και ανθρώπινης διαχείρισης του μεταναστευτικού, τροφοδοτούν την ακροδεξιά, η οποία ενισχύει επικίνδυνα τα κοινωνικά ερείσματά της. Δυνάμεις προερχόμενες από τη δεξιά, ενώ επικαλούνται τον κίνδυνο της ακροδεξιάς, τη συναγωνίζονται σε μισαλλόδοξη, ξενοφοβική, εθνικιστική, αντικομμουνιστική ρητορική και ενίοτε δεν διστάζουν να συνεργαστούν μαζί της. Κάτι τέτοιες συμπεριφορές έχουμε κι εδώ στην Κύπρο».

Κατά τον κ. Στεφάνου, «είναι φανερό ότι στην ΕΕ υπάρχει και κρίση ηγεσίας. Η παρούσα ηγεσία όχι μόνο αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα πολιτικά προβλήματα, αλλά εγκλωβισμένη στις ιδεοληψίες και τις αντιφάσεις της τα επιτείνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία. Αντί να λειτουργήσει προς όφελος των κοινωνιών της, σύρεται δογματικά πίσω από τα αμερικανικά συμφέροντα. Ενώ οι ΗΠΑ θησαυρίζουν από τον πόλεμο, οι Ευρωπαίοι πληρώνουν τεράστιο κόστος με την απογείωση των τιμών στην ενέργεια και στα βασικά καταναλωτικά αγαθά και η Ε.Ε. κινδυνεύει να εισέλθει σε ύφεση».

Για την κυπριακή οικονομία, ο γγ του ΑΚΕΛ είπε ότι βρίσκεται σε φάση επιβράδυνσης της ανάπτυξής της. «Από το 3% που ήταν η πρόβλεψη για φέτος, η ανάπτυξη περιορίστηκε στο 2,4%. Η επιβράδυνση οφείλεται τόσο σε εξωγενείς παράγοντες (κόστος ενέργειας και μεταφορών, ψηλά επιτόκια, δυσκολίες στις τροφοδοτικές αλυσίδες, κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας κ.α.), όσο και σε διαρθρωτικά προβλήματα, στρεβλώσεις και αδυναμίες της κυπριακής οικονομίας». Εξήγησε ότι από το 2013 βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία μεγάλης υποβάθμισης της εργασίας και μείωσης των πραγματικών εισοδημάτων των εργαζομένων. Αυτές οι μειώσεις φαίνονται σε δύο μεγέθη: στον πραγματικό μισθό και στο μερίδιο της εργασίας. Ο μέσος πραγματικός μισθός μειώθηκε το 2022 εξαιτίας του πληθωρισμού κατά 3%, ενώ το μερίδιο της εργασίας στο εθνικό εισόδημα έχει μειωθεί κατά περίπου 4% του ΑΕΠ. Μείωση που προστίθεται στη μεγάλη μείωση της περιόδου επιβολής του μνημονίου 2013-2015. Από την άλλη, το μερίδιο των κερδών είναι αυξημένο κατά 7,5% του ΑΕΠ συγκρινόμενο μ’ αυτό του 2011. Αυτό το συν για τα εισοδήματα του κεφαλαίου αφαιρέθηκε από το εισόδημα της εργασίας, γεγονός που εξηγεί τη μεγέθυνση των οικονομικών ανισοτήτων που γίνεται ακόμα πιο έντονη εξαιτίας του γεγονότος ότι η μέση αύξηση των μισθών κινείται πιο κάτω από τη μέση αύξηση των τιμών (7,1% αύξηση οι μισθοί, 8,4% οι αυξήσεις των τιμών). Η μεταφορά παραγόμενου πλούτου από τους μισθούς στα κέρδη συμβαίνει εξαιτίας της απορρύθμισης της εργασίας και της μεγέθυνσης της απασχόλησης με φθηνή εργασία. Συμβαίνει, επίσης, γιατί απουσιάζουν επαρκείς πολιτικές αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου προς όφελος της μισθωτής εργασίας, των χαμηλοεισοδηματιών και των ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας. Είναι σ’ αυτά που πρέπει να παρέμβει η κυβέρνηση και δεν βλέπουμε να το κάνει».

Απαντώντας στο ερώτημα «ποια οικονομία θέλουμε;», ο κ. Στεφάνου είπε μεταξύ άλλων ότι «θέλουμε μια οικονομία η οποία να μην περιορίζεται σε λογιστική προσέγγιση των αναγκών της χώρας και της κοινωνίας. Οικονομία που να διασφαλίζει σταθερότητα στα δημόσια οικονομικά και να στηρίζει ένα αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος. Απαιτείται ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που να μεγεθύνει την οικονομία μέσα από παραγωγικές επενδύσεις μόνιμου χαρακτήρα και να στηρίζει αποφασιστικά την επιστημονική καινοτομία και την τεχνολογία που αποτελούν τους κύριους μοχλούς της οικονομίας του 21ου αιώνα».