Υπό επεξεργασία βρίσκονται τα νομοσχέδια που ετοιμάζει το Υπουργείο Οικονομικών, με τα οποία θα επιβληθεί η πράσινη φορολογία ή φόρος του άνθρακα στα καύσιμα ή και σε άλλα προϊόντα, στις αρχές του 2024.

Παράλληλα, ετοιμάζονται και προτάσεις που θα προβλέπουν αντισταθμιστικά μέτρα προς τα νοικοκυριά, ώστε η επιβάρυνση από τη νέα φορολογία να μετριαστεί.

Το ύψος της πράσινης φορολογίας που θα επιβληθεί στους φορολογούμενους θα το αποφασίσει το Υπουργείο Οικονομικών, αφού προηγουμένως εξετάσει σειρά σεναρίων. Ακολούθως, η μελέτη που κλήθηκε ήδη να διεξάγει το Πανεπιστήμιο Κύπρου -και να παραδώσει μέσα Νοεμβρίου- θα προτείνει τα αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία θα μετριάσουν τις επιπτώσεις που θα έχουν οι φορολογούμενοι.

Εκτός από το πράσινο χαράτσι στα καύσιμα, οι πολίτες θα κληθούν να καταβάλουν και ειδικά τέλη για το νερό, καθώς και για τα οικιακά απορρίμματα.

Αναπόφευκτη απόφαση

Η επιβολή της συγκεκριμένης φορολογίας είναι δρόμος χωρίς επιστροφή, καθώς η Δημοκρατία έχει δεσμευτεί επί της προηγούμενης Κυβέρνησης έναντι της Κομισιόν, στο πλαίσιο της έγκρισης και εφαρμογής του Εθνικού Ταμείου Ανάκαμψης.

Βάσει των προαπαιτουμένων για την εκταμίευση των χρηματικών δόσεων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, το νομοσχέδιο για την επιβολή πράσινης φορολογίας και φόρου άνθρακα στα καύσιμα θα πρέπει να ψηφιστεί μέχρι τέλος του 2023. Ωστόσο, εκτιμάται πως είναι δύσκολο να υλοποιηθεί κάτι τέτοιο, καθώς ακόμη τα σχετικά νομοσχέδια δεν έχουν ολοκληρωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Ακόμα και όταν ετοιμαστούν, θα τεθούν σε δημόσια διαβούλευση, θα σταλούν στη Νομική Υπηρεσία για νομοτεχνικό έλεγχο και ακολούθως θα πρέπει να εγκριθούν από το Υπουργικό Συμβούλιο και να κατατεθούν στη Βουλή για την τελική ψήφισή τους σε νόμους. Λόγω της σοβαρότητας του θέματος, η συζήτηση των νομοσχεδίων από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή θα απαιτήσει κάποιο χρονικό διάστημα, συνεπώς η έγκριση αναπόφευκτα θα γίνει με τον νέο χρόνο.

Προσπάθεια για κάποια παράταση

Η αναμενόμενη έγκριση της τροποποίησης του κυπριακού Σχεδίου Ανάκαμψης στη βάση τροπολογίας που κατέθεσε η Κυβέρνηση στην Κομισιόν, ίσως δώσει κάποια πίστωση χρόνου στις αρμόδιες Αρχές να ετοιμάσουν τα νομοθετήματα για την πράσινη φορολογία, παρ’ ότι ήδη καταγράφεται καθυστέρηση από μέρους της Δημοκρατίας.

Όπως πληροφορείται ο «Φ», σε κύκλους της Κυβέρνησης επικρατεί έντονη δυσφορία, καθώς θεωρούν ότι έχουν κληρονομήσει από την Κυβέρνηση Αναστασιάδη τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις για φορολογικές επιβαρύνσεις, τις οποίες καλείται να εφαρμόσει σε μια οικονομικά πολύ δύσκολη περίοδο αλλά και με περιορισμένα περιθώρια χρόνου.

Επιπλέον, κάποια κυβερνητικά στελέχη ανησυχούν πως με τις επιπλέον φορολογίες, σε μια περίοδο ψηλού και παρατεταμένου πληθωρισμού, ιδιαίτερα στα ενεργειακά προϊόντα αλλά και στα βασικά τρόφιμα, θα πληγεί σοβαρά η εικόνα της Κυβέρνησης. Από την άλλη, είναι παραδεκτό πως η συγκεκριμένη φορολογία θα πρέπει να επιβληθεί κοντά στα χρονοδιαγράμματα που συμφωνήθηκαν από την προηγούμενη Κυβέρνηση με την ΕΕ, ώστε να μην μπει σε μπελάδες η χώρα σε σχέση με τις χορηγίες εκατοντάδων εκατομμυρίων που προβλέπονται μέσα από το Σχέδιο Ανάκαμψης.  

Τι εντόπισε η Κομισιόν

Οι αδυναμίες, τα κενά και οι παραλείψεις που εντόπισαν οι Βρυξέλλες στη διαχείριση των περιβαλλοντικών ζητημάτων οδήγησαν στην απόφαση για επιβολή του φόρου άνθρακα. Στο κυπριακό Σχέδιο Ανάκαμψης, στην κατηγορία μέτρων που αποσκοπούν στην κλιματική ουδετερότητα, ενεργειακή απόδοση και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υιοθετούνται μέτρα για βελτίωση της περιβαλλοντικής πολιτικής, όπως είναι η πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση.

Η συγκεκριμένη δράση υποστηρίζει την εφαρμογή των ανά χώρα συστάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ) για τα έτη 2019 και 2020 στον τομέα της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Όπως αναφέρεται στην έκθεση της ΕΕ, το αναπτυξιακό μοντέλο της Κύπρου έχει αρνητικό αντίκτυπο στο περιβάλλον και εμποδίζει την κλιματική ουδετερότητα.

Παράλληλα, υποδεικνύεται πως με την πάροδο των χρόνων το συγκεκριμένο μοντέλο  έχει επηρεάσει αρνητικά το φυσικό περιβάλλον της Κύπρου. Επιπλέον, τονίζεται πως η Κύπρος παρουσιάζει επιδόσεις κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, με τάση επιδείνωσης, σε σχέση με την παραγωγικότητα των φυσικών πόρων και συνεπώς η αποδοτική προστασία και χρήση των πόρων είναι υψίστης σημασίας, για να διασφαλιστεί η βιώσιμη ανάπτυξη στο μέλλον.

Σε τρεις τομείς οι αδυναμίες

Οι αδυναμίες της Κύπρου στη διαχείριση περιβαλλοντικών θεμάτων, με βάση την Ειδική ανά Χώρα Έκθεση Συστάσεων της ΕΕ, εστιάζονται σε τρεις τομείς: Τη διαχείριση των αποβλήτων και υδάτων, την κλιματική αλλαγή και την ενεργειακή απόδοση.

Αναλυτικά, για τη διαχείριση των αποβλήτων αναφέρεται στην έκθεση της ΕΕ πως τα ποσοστά παραγωγής αποβλήτων είναι ψηλά, τα ποσοστά ανακύκλωσης χαμηλά και υπάρχει ισχυρή εξάρτηση από την υγειονομική ταφή αποβλήτων. Εντοπίζει, παράλληλα, πως η παραγωγή αστικών αποβλήτων είναι πολύ ψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. «Η παραγωγή αστικών αποβλήτων είναι ψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ-640 kg ανά έτος ανά κάτοικο, σε σύγκριση με περίπου 482kg στην EE (2016), με το μεγαλύτερο ποσοστό να καταλήγει στους χώρους υγειονομικής ταφής, γεγονός που συμβάλλει σε υψηλές εκπομπές αερίων» αναφέρεται στην έκθεση.

Αναφορικά με τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, στην έκθεση υπογραμμίζεται πως η Κύπρος είναι μια από τις χώρες που αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη έλλειψη υδάτινων πόρων, ιδιαίτερα σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας.

Επιπρόσθετα, τονίζεται πως παρά τις σημαντικές επενδύσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, ύψους μέχρι και 3.5% του ΑΕΠ (σημαντικός αριθμός των οποίων δεν αναμένεται να υλοποιηθεί πριν το 2027) απαιτείται πιο αποδοτική διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Στην έκθεση γίνεται αναφορά και για την κλιματική αλλαγή και την ενεργειακή απόδοση. Σύμφωνα με την έκθεση, η Κύπρος είναι ανάμεσα στα κράτη μέλη με τη μεγαλύτερη εκπομπή αερίων των θερμοκηπίου μεταξύ των κρατών μελών (11.6 τόνους CO2/ κατά κεφαλή σε σύγκριση με το μέσο όρο της ΕΕ που ανέρχεται σε 8.8. τόνους CO2/ κατά κεφαλή).

Πόσο φόρο επέβαλαν άλλα χώρες της Ευρώπης

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές χώρες έχουν λάβει μέτρα για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, συμπεριλαμβανομένης της θέσπισης περιβαλλοντικών κανονισμών και φόρων άνθρακα.

Το 1990, η Φινλανδία ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που εισήγαγε φόρο άνθρακα. Ακολούθησαν άλλες 20 ευρωπαϊκές χώρες που επέβαλαν φόρους (κατά του) άνθρακα, οι οποίοι είναι κάτω από €1 ανά μετρικό τόνο εκπομπών άνθρακα στην Ουκρανία μέχρι και πέραν των €100 στη Σουηδία, το Λιχτενστάιν και την Ελβετία.

Αναλυτικά, τις ψηλότερες φορολογίες άνθρακα επιβάλλουν Ελβετία και Λιχτενστάιν, με την επιβάρυνση να είναι στα €120,16 ανά τόνο εκπομπών άνθρακα. Ακολουθούν η Σουηδία με €115,34 ανά τόνο εκπομπών άνθρακα και η Νορβηγία με €83,47.

Οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές άνθρακα επιβάλλονται στην Ουκρανία, με €0,75 και στην Εσθονία με €2 ανά τόνο εκπομπών άνθρακα. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στο Tax Foundatıon και αφορούν την περίοδο μέχρι τέλος Μαρτίου του 2023.

Στο μεταξύ, οι χώρες που έχουν επιβάλει πιο πρόσφατα τη συγκεκριμένη φορολογία είναι η Αυστρία, το 2022, με την επιβάρυνση να κυμαίνεται στα €32.50 ανά τόνο εκπομπών άνθρακα. Το 2021, το συγκεκριμένο μέτρο επέβαλαν και η Γερμανία, με €30, το Λουξεμβούργο με €44.19 και η Ολλανδία με €51.07 ανά μετρικό τόνο για εκπομπές άνθρακα.

Οι Ευρωπαίοι έδωσαν τα φώτα τους

Να σημειωθεί πως η Δημοκρατία, για την επιβολή της πράσινης φορολογικής μεταρρύθμισης, έλαβε και τεχνική βοήθεια από την ΕΕ, για την εκπόνηση σχετικής μελέτης. Εμπειρογνώμονες από την ΕΕ ανέλαβαν το έργο, στα πλαίσια του προγράμματος Technical Support Instrument.

Το έργο άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2021 και ολοκληρώθηκε Νοέμβριο 2022. Πέρσι τον Ιούνιο είχε παρουσιαστεί στους εμπλεκόμενους φορείς.

Κατά την ετοιμασία του έργου εξετάστηκαν οι βέλτιστες πρακτικές των άλλων κρατών μελών στους τομείς της διαχείρισης αποβλήτων, των υδάτινων πόρων και της κλιματικής αλλαγής και  αποκλείστηκαν πολιτικές οι οποίες δεν θεωρήθηκαν αρμόζουσες για την Κύπρο ή δεν ήταν εφικτό να υιοθετηθούν.

Εξετάστηκε και η αλληλεπίδραση με τις προτάσεις της ΕΕ που περιλαμβάνονται στο Σχέδιό της για μια πράσινη μετάβαση (FIT 55) και υπάρχει ανταλλαγή απόψεων/διαβούλευση με άλλους εμπλεκόμενους κυβερνητικούς φορείς.