Τα απολεσθέντα εισοδήματα της ΑΗΚ από την απόφαση της ΡΑΕΚ να απορρίψει το αίτημα της για αυξήσεις στις διατιμήσεις ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζονται στα 107 εκατ. ευρώ δήλωσε στον «Φ» η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Αρχής, Δέσποινας Θεοδοσίου.
Σύμφωνα με δήλωση στον «Φιλελεύθερο» της προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ΑΗΚ, Δέσποινας Θεοδοσίου, τα απολεσθέντα εισοδήματα της ΑΗΚ από την απόφαση της ΡΑΕΚ την περασμένη Παρασκευή να απορρίψει στο σύνολό του το αίτημα για αυξήσεις στις διατιμήσεις ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζονται στα 107 εκατ. ευρώ.
Η κ. Θεοδοσίου προειδοποιεί ότι «η συνέχιση της στέρησης κεφαλαίων από την ΑΗΚ, που με την απόφαση της ΡΑΕΚ υπολογίζεται σε απολεσθέντα εισοδήματα συνολικού ποσού €107εκατ., οδηγεί σε βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους, όπως για παράδειγμα στην υλοποίηση του εγκεκριμένου αναπτυξιακού της προγράμματος, σε μια περίοδο που αυτό περιλαμβάνει ζωτικής σημασίας υποδομές, οι οποίες θα συμβάλουν ουσιαστικά στον μεγάλο στόχο που έχει θέσει η Πολιτεία για Πράσινη Μετάβαση του τόπου».
Η άρνηση της ΡΑΕΚ να εγκρίνει τις αυξήσεις στις διατιμήσεις, που σύμφωνα με τη ρυθμιστική αρχή θα επιβάρυναν την τιμή της κιλοβατώρας κατά 25% συζητήθηκε κατά τη χθεσινή μακρά συνεδρία του Δ.Σ. της ΑΗΚ. Σύμφωνα με την πρόεδρο του σώματος, « απόφαση της ΡΑΕΚ είναι σεβαστή αλλά στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ΔΣ και έχοντας ως γνώμονα τους στόχους του οργανισμού, το ΔΣ αποφάσισε όπως διενεργηθεί τεχνική και οικονομική ανάλυση των επιπτώσεων της απόφασης, έτσι ώστε να καθοριστούν οι επόμενες ενέργειες του οργανισμού, προς όφελος των καταναλωτών και διασφαλίζοντας την βιωσιμότητα της ΑΗΚ».
Απορρίπτοντας το αίτημα της ΑΗΚ, η ΡΑΕΚ δεν το έκρινε αδικαιολόγητο, αλλά επικαλέστηκε το δημόσιο συμφέρον. Συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής: «Οι σταθερά υψηλές τιμές της ενέργειας έχουν όλο και πιο αρνητικό αντίκτυπο στους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Μέριμνα και καθήκον της ΡΑΕΚ είναι η προστασία των καταναλωτών ενάντια σε μονοπωλιακές τιμές. Δεδομένων των έκτακτων συνθηκών και των οικονομικών επιπτώσεων της τρέχουσας κρίσης στην παγκόσμια οικονομία, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τους Κύπριους καταναλωτές, κρίνεται ότι είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος να παραμείνουν σε ισχύ για το έτος 2023 οι διατιμήσεις του έτους 2022 (σ.σ. οι οποίες είχαν αυξηθεί κατά 14% σε σχέση με εκείνες του 2021)».