Τα μάτια τους δεκατέσσερα πρέπει να έχουν οι καταναλωτές όταν ψωνίζουν από υπεραγορές, καθώς υπάρχουν, σύμφωνα με την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, δυνατότητες αποφυγής αχρείαστης δαπάνης -σε ποσοστό έως και 40%- ακόμα και για προϊόντα της ίδιας κατηγορίας, στο ίδιο κατάστημα.

Έρευνα που διενήργησε η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή και δημοσιοποιήθηκε χθες, δείχνει πως η απόκλιση των τιμών για αγορές προϊόντων της ίδιας κατηγορίας από την ίδια υπεραγορά έφτασε στο 39.9%, με αποτέλεσμα ο τελικός λογαριασμός για το καλάθι με τα φθηνότερα προϊόντα στην υπεραγορά -συγκρινόμενος με τον λογαριασμό για πιο ακριβά προϊόντα των ίδιων κατηγοριών- να είναι ψηλότερος κατά σχεδόν €57.

Η Υπηρεσία προχώρησε σε εικονική αγορά 44 βασικών προϊόντων από δύο υπεραγορές. Οι λειτουργοί δημιούργησαν δύο καλάθια: Στο πρώτο καλάθι τοποθετήθηκαν τα φθηνότερα προϊόντα που πωλούνταν στην υπεραγορά και στο δεύτερο τα ακριβότερα όμοια προϊόντα από το ίδιο ράφι.

Η έρευνα κατέδειξε πως στην πρώτη υπεραγορά το κόστος του φθηνού καλαθιού ήταν €131.27 και το κόστος του ακριβού καλαθιού €177.94. Η διαφορά μεταξύ των δύο καλαθιών από την πρώτη υπεραγορά ήταν €46.67. Η  απόκλιση τιμών ήταν 35.55%.

Εξάλλου, για τις ίδιες αγορές από τη δεύτερη υπεραγορά το κόστος του φθηνού καλαθιού ήταν €142.52 και του ακριβού €199.39. Η διαφορά άγγιξε τα €56.87 (39.9%).

Επισημαίνουμε πως στην ανακοίνωση δεν δίνονται συγκριτικά στοιχεία ποιότητας ή προδιαγραφών των προϊόντων. Προφανώς, αυτό που υποβάλλει η Υπηρεσία είναι ότι σε περίοδο παρατεταμένης ακρίβειας ίσως κάποιοι καταναλωτές να θελήσουν να επιλέξουν τη χαμηλότερη τιμή για κάποια προϊόντα αντί της υψηλότερης ποιότητας και τιμής. Επιβεβαιώνεται ταυτόχρονα με την έρευνα πως υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις τιμές που προσφέρουν για τα ίδια ακριβώς προϊόντα κάποιες υπεραγορές, συνεπώς η δυνατότητα σύγκρισης δυνατό να αποβεί επωφελής.

Μέχρι και €9 η διαφορά

Ίδιου μεγέθους ή χωρητικότητας ή βάρους προϊόντα (όχι της ίδιας εταιρείας και ίσως όχι της ίδιας ποιότητας) στο ίδιο ράφι είχαν διαφορά τιμής η οποία έφτασε σχεδόν τα €9.

Για παράδειγμα, η δεύτερη υπεραγορά πωλούσε συσκευασία 12 ρολών χαρτιού υγείας προς €2.99, ωστόσο σε διπλανό ράφι άλλη συσκευασία 12 ρολών προσφερόταν σε τιμή €11.75. Συνεπώς, στη δεύτερη υπεραγορά το προϊόν είχε διαφορά €8.76.

Την ίδια ώρα, η χαμηλότερη τιμή των ίδιων προϊόντων από την πρώτη επιχείρηση ήταν €4.25 και η ψηλότερη ήταν €11.15. Μεγάλη ήταν η απόκλιση των τιμών και για την αγορά ενός λίτρου ελαιολάδου.

Για παράδειγμα, στη δεύτερη υπεραγορά η πιο φθηνή τιμή για το ελαιόλαδο ήταν €7.49 και η πιο

ακριβή ήταν €12.59 (διαφορά €5.10). Εξάλλου, στην πρώτη υπεραγορά η πιο χαμηλή τιμή του ίδιου προϊόντος ήταν €5.45 και η πιο ψηλή €6.35.

Επιπρόσθετα, οι λειτουργοί της Υπηρεσίας Καταναλωτή διαπίστωσαν πως η πιο χαμηλή τιμή ενός κιλού στραγγιστού γιαουρτιού στην πρώτη επιχείρηση ήταν €2.15 και η πιο ψηλή €4.25 (διαφορά €2.10). Η ίδια ποσότητα και τύπος γιαουρτιού πωλείτο στη δεύτερη υπεραγορά στην τιμή €3.99 (χαμηλότερη) και €4.15 (ψηλότερη).

Στο προσκήνιο το e-kalathi

Αξιοποιώντας τα ευρήματα της έρευνας, η Υπηρεσία Καταναλωτών καλεί τους καταναλωτές να κάνουν έρευνα αγοράς πριν προχωρήσουν στα ψώνια τους.

Ωστόσο, οι καταναλωτές δεν μπορούν να συγκρίνουν εύκολα μεταξύ των υπεραγορών, καθώς δεν έχουν πρόσβαση σε όλες τις τιμές και δεν έχουν διαθέσιμη την ηλεκτρονική εφαρμογή e- kalathi.

Την Τρίτη το αναθεωρημένο νομοσχέδιο για το e-kalathi θα τεθεί ξανά στην Επιτροπή Εμπορίου.

Τον Μάιο είχε συζητηθεί το νομοσχέδιο αλλά ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ, επαγγελματικοί φορείς και η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού είχαν εκφράσει αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του μέτρου.