Ελπίδες ότι θα αρχίσουν οι μειώσεις των επιτοκίων τον Μάρτιο του 2024 προβλέπουν οι οικονομολόγοι σε δημοσκόπηση του Bloomberg ενώ θα προηγηθεί μία ακόμη αύξηση τον Σεπτέμβριο στα επίπεδα του 0,25% ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο στο 4,50%. Στην προηγούμενη έρευνα οι οικονομολόγοι προέβλεπαν μείωση των επιτοκίων τον Απρίλιο του 2024.

Παρά το γεγονός ότι οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν, οι οικονομολόγοι συνεχίζουν να προβλέπουν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προβεί σε ακόμη μία αύξηση (η τελευταία) των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.

Αν και στο Bloomberg σχολιάζουν ότι οι οικονομολόγοι παραμένουν ασυγκίνητοι από την υποχώρηση του πληθωρισμού, εν τούτοις στα στοιχεία που παρατίθενται είναι σαφές ότι ο δομικός πληθωρισμός -που συγκεντρώνει τις υποβόσκουσες πιέσεις- διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, χωρίς σαφή πτωτική τάση.

Τα αποτελέσματα έρχονται καθώς οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες επανεξετάζουν τη στρατηγική τους. Η πρόεδρος της ΕΚΤ δήλωσε ότι στη συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 13-14 Σεπτεμβρίου θα εξεταστεί η 10η συνεχόμενη αύξηση ή μια παύση.

Ωστόσο, η Κριστίν Λαγκάρντ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο προσωρινής παύσης στην επόμενη συνεδρίαση. Υπάρχει, άλλωστε, το προηγούμενο της Fed, η οποία έκανε παύση τον Ιούνιο, μετά από 10 συνεχόμενες αυξήσεις, για να έχει περισσότερο χρόνο να κρίνει την αποτελεσματικότητά τους, ενώ τον Ιούλιο επανήλθε με νέα αύξηση.

Συνεπώς, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας ανόδου κατά τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, η οποία θα επιφέρει επιπλέον πλήγματα στους δανειολήπτες, οι οποίοι βιώνουν τη μείωση των εισοδημάτων τους, εξαιτίας της ακρίβειας κυρίως στα τρόφιμα, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί. Ένα βασικό ζήτημα που προκύπτει είναι το πως επηρεάζονται τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Κύπρο.

Οι δανειολήπτες θα δουν τις δόσεις τους να αυξάνονται για ακόμα μία φορά από τον Ιούλιο του 2022 (9η φορά), όπως και όσοι επιθυμούν να λάβουν τώρα δάνειο. Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι πελάτες των τραπεζών θα δούνε το επιτόκιο των στεγαστικών τους δανείων να φθάνουν στο 6,5% ή ακόμη περισσότερο από τις 14 Σεπτεμβρίου.

Ακόμη και αν αρχίσουν από τον Μάρτιο, όπως είναι οι προβλέψεις, οι μειώσεις των επιτοκίων θα είναι σταγόνα στον ωκεανό. Οι μειώσεις θα είναι σταδιακές με αποτέλεσμα μικρές να είναι και οι ελαφρύνσεις στις δόσεις των δανείων.

Η σχετική βεβαιότητα στην ΕΚΤ το προηγούμενο διάστημα, ότι ήταν μονόδρομος η επόμενη αύξηση των επιτοκίων, δεν υπάρχει πλέον μετά από μία τόσο μεγάλη προσαρμογή και σε μία φάση που προβλέπεται περαιτέρω μείωση του πληθωρισμού και σοβαρή επιβράδυνση της οικονομίας.

Αυτό φάνηκε σε δηλώσεις που έκανε ένα από τα «γεράκια» στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, ο Ολλανδός Κλάας Κνοτ, o οποίος ανέφερε τον περασμένο μήνα ότι μία αύξηση τον Σεπτέμβριο μόνο βέβαιη δεν πρέπει να θεωρείται.

Το δίλημμα που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ συνόψισε το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της, Φάμπιο Πανέτα, που θεωρείται «περιστέρι», λέγοντας ότι η διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.

«Βρισκόμαστε σε μία συγκυρία, όπου ο πληθωρισμός μειώνεται, με τα σοκ από την πλευρά της προσφοράς να ξεθυμαίνουν και την προηγούμενη νομισματική σύσφιξη να μην έχει γίνει ακόμη αισθητή.

Με τα επιτόκια να είναι τώρα σε περιοριστικό έδαφος, η νομισματική πολιτική πρέπει να διαμορφώνεται με τρόπο που θα επιτρέπει να επιτύχουμε τον στόχο μας για τον πληθωρισμό, αποφεύγοντας ένα αχρείαστο κόστος στην οικονομία», είπε ο Πανέτα σε συνέντευξή του.

Ενώ η Ευρωζώνη έχει μέχρι στιγμής αποφύγει την ύφεση και είναι πιθανό να συνεχίσει να το κάνει, το μεγαλύτερο μέλος της — η Γερμανία — υπέστη χειμερινή ύφεση και έμεινε στάσιμη το δεύτερο τρίμηνο.

Οι οικονομολόγοι αναμένουν άλλο ένα τρίμηνο μηδενικής ανάπτυξης τους τρεις μήνες έως τον Σεπτέμβριο και εξακολουθούν να βλέπουν τη γερμανική παραγωγή να συρρικνώνεται κατά 0,3% φέτος, με τις προοπτικές για το 2024 επίσης να μετατοπίζονται στο 0,8% από 1%.