Ένα από τα ερωτήματα που απασχολεί τους δανειολήπτες ειδικά τώρα που έχουν αυξηθεί τα επιτόκια και οι τράπεζες προωθούν προγράμματα αλλαγής επιτοκίου από κυμαινόμενο σε σταθερό, είναι τι συμφέρει στον πελάτη και πότε μπορεί να γίνει.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, η απάντηση εξαρτάται κυρίως από το πόσο κοντά βρίσκεται στη λήξη το δάνειο, τα περιθώρια στα νέα δάνεια και πόσο κίνδυνο μπορεί να αντέξει ο δανειολήπτης.
Ένας παράγοντας για τη σύγκριση μεταξύ κυμαινόμενου και σταθερού επιτοκίου είναι το νέο περιθώριο βάση της τιμολόγησης του πιστοληπτικού προφίλ που θα δώσει η τράπεζα στον πελάτη σε σχέση με παλαιότερα, πόσο είναι το επιτόκιο της ΕΚΤ και που βρίσκεται το Euriobor 3μηνου ή το Euribor 6μηνου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι το αν συμφέρει και πότε η μετατροπή του κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό.
Η απόφαση θα πρέπει να ληφθεί αφού αναλυθούν τα χαρακτηριστικά του κάθε δανείου ξεχωριστά, αλλά και του κάθε πελάτη. Τραπεζικά στελέχη αναφέρουν στον «Φ» ότι δεν θα υπάρχει σημαντικό όφελος εάν η λήξη του δανείου βρίσκεται προς το τέλος.
Σημαντικός παράγοντας για την οποιαδήποτε απόφαση είναι πόσο έχει ωριμάσει ένα δάνειο και πόσος χρόνος απομένει μέχρι τη λήξη του. Αυτό συμβαίνει διότι τα στεγαστικά δάνεια είναι τοκοχρεωλυτικά, δηλαδή, στην αρχή του δανείου, το μεγαλύτερο μέρος της δόσης προκύπτει από τον τόκο και το μικρότερο από την αποπληρωμή του κεφαλαίου.
Όσο το δάνειο πλησιάζει προς το τέλος του, ο τόκος αποτελεί το μικρότερο μέρος της δόσης. Έτσι, η δόση αποπληρώνει κυρίως κεφάλαιο και σε μικρό βαθμό επηρεάζεται από το ύψος του επιτοκίου από όπου προκύπτει ο τόκος.
Τα σταθερά επιτόκια διαμορφώνονται γενικά σε υψηλότερα επίπεδα από τα νέα κυμαινόμενα, καθώς «κλειδώνουν» τον κίνδυνο, αλλά τα σημερινά επίπεδα δεν είναι και τόσο αντιπροσωπευτικά καθώς αυξήθηκαν τα κυμαινόμενα επιτόκια σημαντικά σ’ ένα χρόνο (4,25%).
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ», σταθερό επιτόκιο για τα στεγαστικά τους δάνεια αρχίζουν και επιλέγουν οι δανειολήπτες έστω και μικρής χρονικής διάρκειας για 3 ή 5 χρόνια ανατρέποντας μια συνήθεια ετών που ήθελε την πλειοψηφία των δανειακών συμβάσεων να είναι με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Είναι σαφές πως τα σταθερά επιτόκια που προ των αυξήσεων της ΕΚΤ, αναφέρουν τραπεζικές πηγές, θεωρούνταν απαγορευτικά για την πλειονότητα των δανειοληπτών ενώ τώρα με την σφιχτή νομισματική πολιτική που εφαρμόζει η ΕΚΤ, αποδεικνύονται μια λύση που προσφέρει κλείδωμα της δόσης για όσα χρόνια επιθυμεί ο πελάτης.
Φυσικά τα σταθερά επιτόκια πάντα είναι ψηλότερα από τα κυμαινόμενα αλλά ο πελάτης βγάζει τον μπελά την αύξηση της δόσης σχεδόν κάθε μήνα λόγω αποφάσεων της ΕΚΤ.
Τι θα γίνει τον Σεπτέμβριο
Η μείωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη τον Ιούλιο μπορεί να μην ήταν εντυπωσιακή, αλλά πιθανόν θα είναι αρκετή για να μην αυξήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τα επιτόκια στις 14 Σεπτεμβρίου, στην πρώτη συνεδρίαση μετά τις διακοπές του Αυγούστου.
Μετά από εννιά συνεχόμενες αυξήσεις από τον Ιούλιο του 2022, η ΕΚΤ είναι πλέον κοντά σε μία παύση τους (pause), χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι δεν θα ακολουθήσει κάποια νέα αύξηση στη συνέχεια, ανάλογα με τα νεότερα στοιχεία για τον πληθωρισμό και την οικονομία, όπως ξεκαθάρισε και πρόσφατα η Κριστίν Λαγκάρντ.
Υπάρχει, άλλωστε, το προηγούμενο της Fed, η οποία έκανε παύση τον Ιούνιο, μετά από 10 συνεχόμενες αυξήσεις, για να έχει περισσότερο χρόνο να κρίνει την αποτελεσματικότητά τους, ενώ τον Ιούλιο επανήλθε με νέα αύξηση.
Στη τελευταία συνέντευξη Τύπου, μετά την αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης και με τη συνολική αύξησή τους να έχει φτάσει τις 4,25 ποσοστιαίες μονάδες, η Κριστίν Λαγκάρντ άφησε ανοικτό το αποτέλεσμα της συνεδρίασης του Σεπτεμβρίου, λέγοντας ότι η ΕΚΤ μπορεί να κάνει παύση ή να κάνει και άλλη αύξηση, ανάλογα με τα στοιχεία και κυρίως την πορεία του πληθωρισμού.
Περίπλοκη νομισματική πολιτική
Το δίλημμα που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ συνόψισε το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της, Φάμπιο Πανέτα, που θεωρείται «περιστέρι», λέγοντας ότι η διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.
«Βρισκόμαστε σε μία συγκυρία, όπου ο πληθωρισμός μειώνεται, με τα σοκ από την πλευρά της προσφοράς να ξεθυμαίνουν και την προηγούμενη νομισματική σύσφιξη να μην έχει γίνει ακόμη αισθητή.
Με τα επιτόκια να είναι τώρα σε περιοριστικό έδαφος, η νομισματική πολιτική πρέπει να διαμορφώνεται με τρόπο που θα επιτρέπει να επιτύχουμε τον στόχο μας για τον πληθωρισμό, αποφεύγοντας ένα αχρείαστο κόστος στην οικονομία», είπε ο Πανέτα σε συνέντευξή του.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη μειώθηκε τον Ιούλιο στο 5,3% από 5,5% τον Ιούνιο και βρίσκεται περίπου στα μισά σε σχέση με το peak του πέρυσι τον Οκτώβριο.