Mαχαίρι στα έξοδα που αφορούν τρόφιμα και ταξίδια έβαλαν αρκετά νοικοκυριά στην Κύπρο που έχασαν εισόδημα, ενώ κάποια υποχρεώνονται ακόμα και σε αναβολή στην πληρωμή ενοικίου ή δόσης σε τράπεζα. Σύμφωνα μάλιστα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), αυτή η τάση ξεκίνησε το 2021, πριν ακόμη εμφανιστεί στην οικονομία το πρόβλημα του ψηλού πληθωρισμού.
Η έκθεση της ΕΚΤ δημοσιεύτηκε χθες και φέρει τίτλο «Household Finance and Consumption Survey: Methodological report for the 2021 wave». Σε αυτήν αποτυπώνονται τα προβλήματα που ξεκίνησαν πριν δυο χρόνια ως απόρροια της πανδημίας αλλά δεν καλύπτει και την περίοδο εκτόξευσης της ακρίβειας (2022-23), κατά την οποία λογικά οι περικοπές εξόδων από τα νοικοκυριά είναι μεγαλύτερες.
Στην έκθεση οι τεχνοκράτες της ΕΚΤ αναφέρουν ότι στην Κύπρο τα βάρη των νοικοκυριών έχουν αναθεωρηθεί και κατά συνέπεια οποιαδήποτε σύγκριση παλιών και νέων δεδομένων πρέπει να γίνεται με προσοχή.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Αυξήθηκαν οι τιμές για συντήρηση και μαστορέματα σπιτιού
Στην έκθεση σημειώνεται ότι κάποια νοικοκυριά που είχαν απώλειες εισοδήματος κατάφεραν να αντισταθμίσουν αυτές τις ζημίες μέσω διαφόρων στρατηγικών. Όπως εξηγούν στην έκθεση οι συντάκτες, τις περισσότερες φορές καταναλωτές μείωσαν τις δαπάνες για τρόφιμα, ρούχα, ταξίδια ή άλλα μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες. Στην έκθεση σημειώνεται ότι αυτή η στρατηγική ακολουθήθηκε τουλάχιστον από τα δύο τρίτα των νοικοκυριών σε Κύπρο, Εσθονία, Ελλάδα, Γαλλία, Μάλτα, Πορτογαλία και Σλοβενία (από τα νοικοκυριά που έχασαν εισόδημα).
Στην Αυστρία, την Ιταλία, την Ολλανδία και τη Σλοβακία, τα ποσοστά αυτά ήταν χαμηλότερα αλλά και πάλι υψηλά (42% ή περισσότερο). Στην Κύπρο, την Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Μάλτα και Πορτογαλία, η αναβολή πληρωμών δανείων ή ενοικίων ήταν επίσης εκτεταμένη και η προσαρμογή που έγινε από τα νοικοκυριά υπερβαίνει το 8% στις χώρες αυτές.
Ενώ η οικονομική κατάσταση των περισσότερων νοικοκυριών σε όλες τις χώρες της ΕΕ δεν υποβαθμίστηκε λόγω του COVID-19, υπήρξαν και μειοψηφικά ποσοστά πολιτών που επηρεάστηκαν δυσμενώς. Για παράδειγμα, το 4% των νοικοκυριών στην Ολλανδία και το 24% στην Ελλάδα δήλωσε υποβάθμιση της οικονομικής του κατάστασης. Αντίθετα, παρόμοιο ποσοστό των νοικοκυριών ανέφερε αύξηση του χρηματοοικονομικού πλούτου, με το χαμηλότερο μερίδιο να παρατηρείται στην Κύπρο και την Ελλάδα και το υψηλότερο στη Γαλλία.
Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο της έκθεσης είναι ότι δεν μπορούν να αποτυπωθούν οι στρατηγικές που ακολουθήθηκαν σε κάθε κράτος για αντιμετώπιση της κρίσης από την πανδημία, καθώς δεν υπάρχουν ομοιόμορφα διαθέσιμα στοιχεία. Για παράδειγμα, στην Ισπανία και τη Γαλλία μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν προσωπικά στοιχεία περιουσίας και ατομικά δεδομένα και στη Λιθουανία πραγματικά περιουσιακά στοιχεία.
Για Εσθονία, Φινλανδία, Λετονία, Λουξεμβούργο και Σλοβακία χρησιμοποίησαν δεδομένα προσωπικού εισοδήματος σε υπερδειγματοληψία. Ένδειξη πλούτου ήταν επίσης η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε επίπεδο νοικοκυριού (Κύπρος), το μέγεθος της κατοικίας (Πορτογαλία, Κροατία) και η εκτιμώμενη αξία της κατοικίας (Ουγγαρία). Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά του νοικοκυριού και οι θεσμικοί παράγοντες ποικίλουν από χώρα σε χώρα. Στην έκθεση σημειώνεται ότι σε αυτή την έρευνα ο πλούτος μετριέται σε επίπεδο νοικοκυριού, αλλά το μέσο μέγεθος ενός νοικοκυριού διαφέρει από χώρα σε χώρα. Το μερίδιο ενός ατόμου στα νοικοκυριά είναι περισσότερο από 40% στη Γερμανία, την Εσθονία, τη Λετονία, την Ολλανδία και Φινλανδία, αλλά μόνο 25% ή λιγότερο στην Κύπρο, την Πορτογαλία και τη Σλοβακία.