Η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να καταγράφει σημαντική ανθεκτικότητα σε πείσμα της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας, με την ανάπτυξη να αναμένεται πως θα διατηρηθεί κοντά στο 2.5% το 2023 σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου Κύπρου(ΔΣΚ).
Η εκτίμηση του ΔΣΚ κινείται στο 2.4%, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στο 2.6% και του Υπουργείου Οικονομικών στο 2.8% .
Τι καταγράφεται στην ενδιάμεση έκθεση
Η εικόνα της αγοράς εργασίας θα παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερή, με τα στοιχεία να καταδεικνύουν μεν οριακή αύξηση στους δείκτες ανεργίας, αλλά ταυτόχρονα και αύξηση της συνολικής απασχόλησης, με την οικονομία να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας. Ωστόσο, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγνωση των στοιχείων της απασχόλησης για το 2023 λόγω των σημαντικών στρεβλώσεων που δημιουργούνται στα εν λόγω στοιχεία εξ αιτίας προσωρινών εξελίξεων.
Το πιστωτικό ρίσκο παραμένει υψηλό, εν μέρει λόγω των αυξημένων επιτοκίων αλλά και λόγω της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας στην οικονομία . Η επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης δεν εμπνέει αυτή τη στιγμή ανησυχία αλλά ασκεί πιέσεις στην ανάπτυξη. Επιπλέον, φυσιολογικά οι συνθήκες υψηλών επιτοκίων και πληθωρισμού οδηγούν σε ανακατανομή του πλούτου στην οικονομία, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν το ρίσκο δυσμενούς επιλογής.
Η ανάπτυξη θα καθοδηγηθεί κυρίως μέσα από τη συνεχιζόμενη διατήρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, αλλά και λόγω των προβλέψεων για την ανάκαμψη των εσόδων από τον τουρισμό. Σημαντική θα είναι επίσης η συμβολή του τομέα της τεχνολογίας στην ανάπτυξη .
Ο πληθωρισμός αναμένεται πως θα αποκλιμακωθεί σημαντικά και να κινηθεί χαμηλότερα από το 4% για το έτος, με δικαιολογημένες τις ελπίδες πως θα συγκρατηθεί κοντά στο 3.5% . Η μείωση των τιμών των καυσίμων (-14.1% μέχρι τον Μάη και -20% τον Ιούνιο) έχει ομαλοποιήσει τον συγκεκριμένο παράγοντα επί του πληθωρισμού και αναμένεται σημαντική μείωση στην διακύμανση των τιμών μέχρι το τέλος του έτους. Η λήξη των μέτρων που έχουν ληφθεί και η επαναφορά της φορολόγησης των καυσίμων στα φυσιολογικά τους επίπεδα, αναμένεται πως θα ασκήσει σημαντική αλλά παροδική επίδραση στον πληθωρισμό, η οποία δεν αναμένεται πως θα συνεχιστεί μετά τις αρχές του Φθινοπώρου.
Ωστόσο, κάποιες κατηγορίες τροφίμων (μη εποχιακά) και ο ηλεκτρισμός συνεχίζουν να ασκούν αυξητικές πιέσεις στον πληθωρισμό, ενώ και οι μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες αναμένεται πως θα συνεχίσουν να καταγράφουν σοβαρές αυξήσεις. Έτσι, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αναμένεται πως θα καταγράψει υποχώρηση για το 2023, αλλά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα συνεχίσει να δέχεται πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες λόγω μεθοδολογικών χαρακτηριστικών δεν καταγράφονται πλήρως. Ο αποπληθωριστής αναμένεται να παραμείνει κοντά στο 5.75%.
Η Δημοσιονομική εικόνα παραμένει αυτή τη στιγμή σταθερή παρά τις σημαντικές αυξήσεις στις δαπάνες. Όπως είναι φυσιολογικό (και όπως ήταν αναμενόμενο), η ανάληψη της εξουσίας από νέα κυβέρνηση συνεπάγεται και αύξηση δαπανών. Το φαινόμενο αυτό είναι μεν σύνηθες, αλλά δεν παύει από το να ασκεί σημαντικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, παρά την συνεχιζόμενη αύξηση και των εσόδων.
Σημαντική παράμετρο αποτελεί η μεγάλη αυξομείωση των εσόδων ανά μήνα, κάτι που ενδέχεται να αυξήσει τις πολιτικές πιέσεις για δημοσιονομική επέκταση, τόσο μέσα από τo αίσθημα επανάπαυσης, όσο και μέσα από την δημιουργία πολιτικών πιέσεων οι οποίες βασίζονται σε βραχυπρόθεσμα στοιχεία πως οδηγούν στο πολιτικό συμπέρασμα πως υπάρχει δημοσιονομικός χώρος («μαξιλαράκι») για επιπλέον αύξηση των δαπανών.
Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί πως τα επίσημα στοιχεία βασίζονται σε ταμειακή βάση και επομένως δεν περιλαμβάνουν σημαντικές δεσμεύσεις δαπανών οι οποίες, αν συνεχιστούν, μπορούν να ανατρέψουν την πορεία του πλεονάσματος. Οι εν λόγω δαπάνες εκτιμάται, μέχρι τον Ιούνιο 2023, πως ανέρχονται στα 279.9 εκατ. ευρώ, βάσει συντηρητικών εκτιμήσεων του ΔΣΚ .
Οι εισπράξεις αναμένεται πως θα συγκρατηθούν στις τάσεις του πρώτου πενταμήνου , καθώς η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ καθοδηγεί τα έσοδα από άμεσους φόρους, ενώ και η συνεχιζόμενη πληθωριστική πίεση συμβάλλει στην τόνωση των εσόδων από τον ΦΠΑ.
Γενικότερα, ο συνδυασμός πληθωρισμού με πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας οδηγούν σε αύξηση των εσόδων της Δημοκρατίας. Ωστόσο, σημειώνουμε την αναλυτική ασάφεια ως προς τους παράγοντες που καθοδηγούν τις μεγάλες αυξήσεις εισπράξεων που καταγράφηκαν κατά τους πρώτους πέντε μήνες του έτους, και σημειώνουμε ως κίνδυνο την πιθανότατη ομαλοποίηση των εσόδων σε επίπεδα λιγότερο Όσον αφορά στις δαπάνες, καταγράφεται σημαντική αύξηση η οποία αποδίδεται σε σειρά παραγόντων.
Πρώτο, η αλλαγή στην κυβέρνηση οδηγεί σε διαφοροποίηση προτεραιοτήτων αλλά και σε νέες δαπάνες που σχετίζονται με καινούργιες πολιτικές. Σε αυτές περιλαμβάνονται κοινωνικές δαπάνες καθώς και δαπάνες που προκύπτουν από νέες πολιτικές, όπως την αναθεωρημένη ΑΤΑ.
Δεύτερο, ο πληθωρισμός οδηγεί σε αύξηση αρκετών από τις λειτουργικές και αναπτυξιακές δαπάνες της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων ώριμων έργων.
Τρίτο, αναδυόμενες ανάγκες που παρουσιάζονται και αναγκάζουν το κράτος σε νέες δαπάνες, όπως για παράδειγμα οι δαπάνες για αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών.
Τέλος, αναδυόμενες δαπάνες που προκύπτουν, τόσο από υποχρεώσεις της Δημοκρατίας, όσο και από δικαστικές αποφάσεις οι οποίες, σε κάποιες περιπτώσεις έχουν δυνητικά σημαντικό δημοσιονομικό αντίκτυπο.
Στο εγγύς μέλλον (τους επόμενους 24 με 36 μήνες), διαφαίνεται υψηλός κίνδυνος για νέες μεγάλες δαπάνες ορισμένες από τις οποίες θα αποδειχθούν αναπόφευκτες. Σε αυτές περιλαμβάνονται υποχρεώσεις και ανάγκες που εν μέρει θα καλυφθούν από το ΣΑΑ, αλλά θα συνεπάγονται και σημαντικές (ως ποσοστό του ΑΕΠ) δαπάνες από την ίδια την Δημοκρατία.