Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν επηρέασε προς τα κάτω τις τιμές ακινήτων στη Λεμεσό και δεν μειώθηκαν όπως περίμεναν αρκετοί, αλλά αντίθετα επιταχύνθηκαν, φτάνοντας το 15% σε ονομαστικούς όρους από το 1ο τρίμηνο του 2019.

Στην έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που δόθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στη δημοσιότητα, όσον αφορά την ενότητα ακίνητα, επισημαίνεται ότι αυτό έγινε λόγω τη ισχυρής εγχώριας ζήτησης και της εκ νέου αύξησης της εξωτερικής ζήτησης κατά 30% περίπου από το 1ο τρίμηνο του 2019 έως το 4ο τρίμηνο του 2022, πιθανότατα λόγω νέας μετανάστευσης από τη Ρωσία και την Ουκρανία και μια εισροή εταιρειών και εργαζομένων στον τομέα της τεχνολογίας.

Στην έκθεση του ΔΝΤ σημειώνεται ότι οι τιμές των κατοικιών στην περιοχή της Λεμεσού αυξάνονται ταχύτερα από ό,τι σε άλλες περιοχές. Αρχικά, η εξέλιξη αυτή σημειώνεται, επηρεάστηκε δυσανάλογα από τη ζήτηση από το εξωτερικό λόγω του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος ( CIP). Αλλά όπως εξηγεί το ΔΝΤ, η αύξηση των τιμών δεν επιβραδύνθηκε μετά τον τερματισμό του καθεστώτος το Νοέμβριο του 2020.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Εγκρίθηκε το νέο πλαίσιο για μειωμένο ΦΠΑ στα ακίνητα

Συνολικά, η ξένη ζήτηση φαίνεται να είναι ένας σημαντικός μοχλός των περιφερειακών ανισοτήτων στις εξελίξεις στον τομέα των ακινήτων στην Κύπρο. Οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ αναφέρουν ότι ως αποτέλεσμα της αύξησης των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, η άνοδος των δανειστικών επιτοκίων συνεχίστηκε και κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2022, παρόλο δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει σε ουσιαστικό βαθμό τη ζήτηση. Σημειώνεται ότι η ζήτηση ακινήτων προς ενοικίαση αυξάνεται συνεχώς, λόγω της συνεχιζόμενης καθόδου ξένων στην Κύπρο οι οποίοι αναζητούν στέγη.

Η σημαντικότερη ώθηση στη ζήτηση στέγης φαίνεται να δίνεται από την κάθοδο ξένων επαγγελματιών στα πλαίσια της στρατηγικής για την προσέλκυση εταιρειών για δραστηριοποίηση ή/και επέκταση των δραστηριοτήτων τους στην Κύπρο (headquartering policy).

Οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ βλέπουν ότι αν και διάφοροι δείκτες υποδηλώνουν ότι οι τιμές της αγοράς κατοικιών δεν αποκλίνουν από θεμελιώδεις αξίες, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι.

Παρά τα αυξανόμενα επιτόκια στεγαστικών δανείων και το υψηλό μερίδιο των ευέλικτων στεγαστικών δανείων και των ευάλωτων νοικοκυριών, ο κίνδυνος μιας μεγάλης διόρθωσης της στεγαστικής αγοράς φαίνεται χαμηλός, ειδικά εάν η ξένη ζήτηση συνεχίζει να ενισχύεται από τη μετανάστευση.

Ωστόσο, υπογραμμίζεται, παρά την πρόοδο στη βελτίωση της ανθεκτικότητας των τραπεζών, ο δυνητικός αντίκτυπος της οικονομικής σύσφιξης στην πιστωτική ποιότητα και τους κινδύνους αναπροσαρμογής των εξασφαλίσεων απαιτεί ενισχυμένη παρακολούθηση, ειδικά επειδή τα επίπεδα ιδιωτικού χρέους είναι υψηλά σε σύγκριση με άλλες χώρες.