Σεισμικές είναι οι δονήσεις που προκαλεί η ανακοίνωση των δασμών Τραμπ προς όλους τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Καθώς μετακινούνται οι τεκτονικές πλάκες των αγορών με ασύλληπτα ημερήσια ποσοστά πτώσης για εμπορεύματα και πρώτες ύλες (-6% το πετρέλαιο brent, -7,66% το τρέχον συμβόλαιο TFT για το φυσικό αέριο και χαλκός με πτώση 9% χθες), γίνεται σαφές ότι η ΕΚΤ θα συνεδριάσει στις 17 Απριλίου σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από την προηγούμενη φορά για να λάβει μία κρίσιμη απόφαση.

Τα βασικά στοιχεία που πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα μέλη του ΔΣ της ΕΚΤ είναι δύο: Ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη. Στην προηγούμενη συνεδρίαση για την οποία μόλις δημοσιοποιήθηκαν τα πρακτικά, παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά αποκλίσεις, όπως αναφέρεται πιο αναλυτικά στη συνέχεια. Ωστόσο ενδέχεται μετά από μεγάλη πτώση των τιμών, να αποδειχθεί ότι η επίπτωση των δασμών Τραμπ, είναι εντελώς διαφορετική από την αρχικά αναμενόμενη…

Ουσιαστικά, οι οικονομολόγοι των μεγαλύτερων οίκων προβλέπουν τώρα ότι οι πιθανότητες να μειώσει η ΕΚΤ τα επιτόκια έχουν αυξηθεί, παρά την αβεβαιότητα που επικρατεί. Η έκκληση της μειοψηφίας του ΔΣ της ΕΚΤ για παύση στις μειώσεις επιτοκίων, εκτιμάται ότι ήταν ισχυρότερη πριν από μερικές εβδομάδες, από ότι αυτή τη στιγμή, από την ING. Το μήνυμα των αγορών δεν μοιάζει στασιμοπληθωριστικό. Μοιάζει εντελώς αποπληθωριστικό.

Η αιτία είναι, ότι οι δασμοί που εκτόξευσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, εκτιμάται πως θα επιβαρύνουν την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης, ενώ η αναμενόμενη βραχυπρόθεσμη επίπτωση στον πληθωρισμό δεν είναι σαφής. Για την ώρα μάλιστα τιμές που επηρεάζουν έντονα τον πληθωρισμό (ενέργεια και βιομηχανικά μέταλλα, αλλά και τιμές στα τρόφιμα, σιτάρι, σόγια ακόμα και ο καφές που η τιμή κάλπαζε), είναι σε έντονη πτώση και οποιαδήποτε εκτίμηση είναι παρακινδυνευμένη.

Σύμφωνα με ανάλυση της Morningstar, οίκο στον οποίο ανήκει η DBRS, “οι αγορές τιμολογούν με μειώσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 0,25% τόσο τον Απρίλιο όσο και τον Ιούνιο, γεγονός που θα μειώσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2% μέχρι το τέλος του δεύτερου τριμήνου, με πιθανή τρίτη μείωση αργότερα φέτος”!

Μεγάλοι οίκοι κάνουν τώρα τις παρακάτω εκτιμήσεις:

  • Οι οικονομολόγοι της ίδιας της Morningstar, βλέπουν παύση των μειώσεων από τη συνεδρίαση της 17ης Απριλίου. Θα δώσει την ευκαιρία στην ΕΚΤ να αξιολογήσει την κατάσταση, αν και βλέπει καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, είναι η επίσημη άποψη του οίκου.
  • Η Deutsche Bank εκτιμά τώρα, ότι “η ΕΚΤ πιθανότατα θα μειώσει τα επιτόκια πιο αποφασιστικά από ότι αναμενόταν προηγουμένως. Οι εξαγωγές της Κίνας, θα κατευθυνθούν προς την Ευρώπη, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό τιμών. Αυτό το πλεόνασμα εισαγωγών είναι πιθανό να είναι αποπληθωριστικό, πιέζοντας προς τα κάτω τις τιμές στην Ευρωζώνη”, δήλωσε ο Robin Winkler, επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank Research. Ο ίδιος περιμένει ταυτόχρονα εμπροσθοβαρή δημοσιονομικά μέτρα από τη γερμανική κυβέρνηση για να αναχαιτισθεί αυτή η δυναμική.
  • Οι οικονομολόγοι της Berenberg Bank εξακολουθούν να αναμένουν μόνο μια ακόμη μείωση των επιτοκίων κατά 0,25% από την ΕΚΤ το δεύτερο τρίμηνο, προτού διατηρήσει σταθερά τα επιτόκια, για να τα αυξήσει ξανά στο 3% το 2027. Ωστόσο, η ΕΚΤ θα μπορούσε κάλλιστα να προχωρήσει σε μία ή περισσότερες επιπλέον μειώσεις 25 μονάδων βάσης για να αντιμετωπίσει την πιθανή ζημιά στην οικονομία, εκτιμά τώρα ο ίδιος οίκος.
  • Οι strategists της Fidelity επιμένουν “ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει στη μείωση των επιτοκίων της κατά τη διάρκεια του έτους, λόγω των ακόμη πιο αδύναμων προσδοκιών ανάπτυξης και της συγκρατημένης δυναμικής του πληθωρισμού. Αναμένουμε ότι το επίπεδο-στόχος για το επιτόκιο καταθέσεων θα είναι γύρω στο 1,75% μέχρι το τέλος του έτους”.
  • Η ING εκτιμά ότι “οι ανακοινώσεις των δασμών αύξησαν σαφώς τις πιθανότητες μείωσης των επιτοκίων σε δύο εβδομάδες”. Είναι ο οίκος που επισημαίνει ότι η πίεση για παύση, έχει αποδυναμωθεί, ενώ κάνει και αναφορά στα πρακτικά της προηγούμενης συνεδρίασης της ΕΚΤ.

Τα πρακτικά της ΕΚΤ

Στα πρακτικά αναφέρεται, η ουδέτερη και ακριβής παρουσίαση της Γερμανίδας κας Ιζαμπέλ Σνάμπελ που είχε κάνει αίτημα να συζητηθεί μία παύση.

Ακολούθησε η ακριβής παρουσίαση του Ιρλανδού επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν, που κατέληξε με πρόταση για μείωση των επιτοκίων.

Σύμφωνα με τα πρακτικά, “σχεδόν όλα τα μέλη υποστήριξαν την πρόταση του κ. Lane για μείωση των τριών βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης”. Αλλά υπήρχαν αποκλίσεις. Έτσι σύμφωνα με τα πρακτικά η φρασεολογία αποκάλεσε σημείο διαφορετικών απόψεων με αποκορύφωμα την αποχή του Αυστριακού Κεντρικού Τραπεζίτη Ρόμπερτ Χόλτσμαν (τον οποίο τα πρακτικά δεν κατονομάζουν), για το πόσο περιοριστική είναι η πολιτική της ΕΚΤ.

Τα πρακτικά αναφέρουν ότι “μερικά μέλη τόνισαν ότι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν (σ.σ. σε εκείνη τη συνεδρίαση), την πρόταση για μείωση των επιτοκίων κατά 25 επιπλέον μονάδες βάσης, μόνο εάν υπήρχε επίσης μια αλλαγή στην φρασεολογία”. Κατά τη γνώμη τους, θα έπρεπε να αποφευχθεί “οποιαδήποτε ένδειξη μελλοντικών περικοπών ή της μελλοντικής κατεύθυνσης, κάτι που θεωρήθηκε σαν παροχή μελλοντικής καθοδήγησης”.

Σημειώθηκε επίσης ότι “ένα επιτόκιο διευκόλυνσης καταθέσεων 2,50% ήταν εντός ή τουλάχιστον γύρω από το ανώτατο όριο του εύρους των εκτιμήσεων του προσωπικού του Ευρωσυστήματος για το φυσικό ή ουδέτερο επιτόκιο”.

Υποστηρίχθηκε, ότι τόσο τα μέτρα βάσει μοντέλου όσο και τα μέτρα που βασίζονται στην αγορά υποδηλώνουν ότι ένας βασικός παράγοντας της αξιοσημείωτης αύξησης του ουδέτερου επιτοκίου τα τελευταία τρία χρόνια ήταν η αυξημένη καθαρή προσφορά κρατικών ομολόγων.

Σε αυτό το πλαίσιο, έγινε αναφορά στην επικείμενη επεκτατική δημοσιονομική πολιτική που συνδέεται με αμυντικές και άλλες δαπάνες –και στην πιθανή αύξηση προσφοράς ομολόγων– που θα επηρεάσει τα πραγματικά επιτόκια και πιθανώς να οδηγήσει σε επίμονη και σημαντική αύξηση του ουδέτερου επιτοκίου. Αυτό σήμαινε ότι, για ένα δεδομένο επιτόκιο πολιτικής, η νομισματική πολιτική θα ήταν λιγότερο περιοριστική. Αυτή ήταν η άποψη των “ιεράκων”.

Οι “περιστερές” όμως είχαν αντίλογο: Υποστηρίχθηκε ότι “η νομισματική πολιτική θα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε περιοριστικό έδαφος ακόμη και μετά την προτεινόμενη μείωση των επιτοκίων.

Ο πληθωρισμός βρισκόταν σε σαφή τροχιά επιστροφής στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, ενώ οι προοπτικές ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ ήταν πολύ αδύναμες. Η κατανάλωση και οι επενδύσεις παρέμειναν αδύναμες παρά την υψηλή απασχόληση και τις προηγούμενες αυξήσεις μισθών, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών συνέχισε να είναι χαμηλή και ο δείκτης αποταμίευσης των νοικοκυριών παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα.

Αυτά υποδήλωναν μια οικονομία σε στασιμότητα – σημάδι ότι η νομισματική πολιτική βρισκόταν ακόμα σε περιοριστικό έδαφος”. Τέλος η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με μεγαλύτερη προσφορά κρατικών ομολόγων, ειπώθηκε ότι θα συνέβαλε σε αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης (γιατί θα αυξάνονταν τα επιτόκια).

Έτσι η πρόταση του Φίλιπ Λέιν να αλλάξει η διατύπωση στη δήλωση της νομισματικής πολιτικής, (αντικαθιστώντας το “η νομισματική πολιτική παραμένει περιοριστική” με το “η νομισματική πολιτική γίνεται ουσιαστικά λιγότερο περιοριστική”) θεωρήθηκε γενικά ένας εύλογος συμβιβασμός.

Η διατύπωση δεν απέκλειε περαιτέρω περικοπές, αλλά με την ανακοίνωση φάνηκε ότι έδινε μεγαλύτερες πιθανότητες σε παύση. Τώρα είναι γνωστό πως προέκυψε και το συμπέρασμα εκείνο μπορεί να μην ισχύει.

capital.gr