Ο περιορισμός πρόσβασης στην στεγαστική πίστη -και επομένως στην ιδιοκτησία σπιτιού- μπορεί να αυξήσει τα ενοίκια και να μειώσει την ευημερία, τόσο για τους ενοικιαστές όσο και για τους υποψήφιους αγοραστές, υποστηρίζουν με ανάλυση στην ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) τρεις τεχνοκράτες: Οι Juan Castellanos , Andrew Hannon και Gonzalo Paz-Pardo, οι οποίοι καταπιάνονται με ένα θέμα που ενδιαφέρει εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες.
Όπως εξηγούν, τα στεγαστικά δάνεια και τα ενοίκια είναι αλληλένδετα. «Οι περισσότεροι άνθρωποι νοικιάζουν κατοικίες όταν φεύγουν για πρώτη φορά από το σπίτι. Πολλοί αποταμιεύουν για να δώσουν μια προκαταβολή στην τράπεζα, τελικά αγοράζουν οικιστικό ακίνητο με υποθήκη και σταδιακά το εξοφλούν, συσσωρεύοντας πλούτο. Οι πλουσιότεροι μπορεί ακόμη να γίνουν ιδιοκτήτες και να παρέχουν ενοικιαζόμενες κατοικίες, επενδύοντας σε ακίνητα και συχνά δανείζονται ξανά για να το κάνουν».
Η απόκτηση κατοικίας, αναφέρεται στην ανάλυση, γίνεται δύσκολη εάν η παροχή δανείων είναι περιορισμένη. Οι τρεις συντάκτες εξηγούν ότι τα πλουσιότερα νοικοκυριά μπορούν να επιλέξουν ένα φθηνότερο ακίνητο από αυτό που σχεδίαζαν αρχικά -ίσως μικρότερο, χαμηλότερης ποιότητας ή σε φθηνότερη περιοχή- μειώνοντας το ποσό που δανείζονται για να ικανοποιήσουν τους αυστηρότερους, πλέον, όρους των τραπεζών. Ωστόσο, όσοι ήδη αναζητούν πιο προσιτές κατοικίες μπορεί να βρεθούν εκτός αγοράς εντελώς». Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τους αναλυτές, ότι η ζήτηση για ενοικίαση αυξάνεται και η ζήτηση για πολλές από τις ιδιόκτητες κατοικίες μειώνεται.
Οι μεγαλύτεροι χαμένοι, αναλύουν στο άρθρο οι τρεις αναλυτές, είναι εκείνοι που δεν είναι επί του παρόντος ιδιοκτήτες και θα χρειαστούν δάνειο για να αποκτήσουν πρόσβαση στην ιδιοκτησία σπιτιού. «Είναι ως επί το πλείστον νεαρά νοικοκυριά που ανήκουν στο χαμηλότερο ή το μεσαίο τμήμα κατανομής του εισοδήματος. Ενώ η μειωμένη πρόσβαση σε πιστώσεις μειώνει σημαντικά την ευημερία, τα υψηλότερα ενοίκια έχουν ακόμη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση στην ευημερία στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος. Αντίθετα, τα νοικοκυριά που έχουν ήδη τα σπίτια τους δεν επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό ενώ επωφελούνται οι ιδιοκτήτες ενοικιαζόμενων ακινήτων».
Στο ερώτημα τι γίνεται με τα υψηλότερα επιτόκια, οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν «συνολικά, βρίσκουμε παρόμοια αποτελέσματα με εκείνα των αυστηρότερων πιστωτικών ορίων: τα ενοίκια αυξάνονται, οι τιμές των κατοικιών μειώνονται και τα ποσοστά ιδιοκτησίας ακινήτου μειώνονται».
Πρώτον, σημειώνουν, η αύξηση των επιτοκίων κάνει την αποταμίευση πιο ελκυστική σε σχέση με την επένδυση σε στέγαση. Δεύτερον, τα υψηλότερα επιτόκια διευκολύνουν επίσης την αποταμίευση για να δοθεί ένα μέρος σε προκαταβολή δανείου «αν και βρίσκουμε ότι αυτό το αποτέλεσμα είναι ελάχιστο». Τρίτον, «αυτό το σοκ (αύξηση των επιτοκίων) μειώνει την ευημερία των σημερινών δανειοληπτών, εάν η υποθήκη του δανείου τους έχει μεταβλητό επιτόκιο, καθώς και των επίδοξων δανειοληπτών που θέλουν να αγοράσουν ακίνητο».
Αυτά τα αποτελέσματα, εξηγούν οι αναλυτές στην ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, «υποδηλώνουν ότι οι πραγματικές αυξήσεις των επιτοκίων έχουν άμεσο αντίκτυπο στα ενοίκια, γεγονός που μπορεί να μειώσει την επίδραση της νομισματικής πολιτικής στον πληθωρισμό, όπως μετράται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, καθώς τα ενοίκια αποτελούν μέρος του καλαθιού κατανάλωσης των νοικοκυριών».
Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα αποτελέσματα από την έρευνα που έχουν κάνει αναδεικνύουν την πολύπλευρη φύση της κρίσης προσιτότητας στη στέγαση και οι πιστωτικοί περιορισμοί μπορεί να αποδειχθούν σημαντικοί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ειδικά για νοικοκυριά που είναι νεότερης ηλικίας ή χαμηλότερου εισοδήματος.