Παραμένει ανθεκτικός ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας αλλά υπάρχουν και ορισμένα τρωτά σημεία και αναδυόμενοι κίνδυνοι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP) για το 2024, που ανακοίνωσε χθες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Σε αυτή τη διαδικασία ελέγχου έχουν πάρει μέρος και  οι δυο συστημικές τράπεζες της Κύπρου, αλλά η ΕΚΤ δεν έχει ανακοινώσει αναλυτικά στοιχεία για κάθε τράπεζα της Ευρωζώνης ξεχωριστά.

Η διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης δείχνει την κατάσταση μιας τράπεζας σε σχέση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τον τρόπο με τον οποίο η τράπεζα αντιμετωπίζει τους κινδύνους. Στην απόφαση SREP, την οποία αποστέλλει η εποπτική αρχή στην τράπεζα στο τέλος της διαδικασίας, προσδιορίζονται βασικοί στόχοι για την αντιμετώπιση των διαπιστωθέντων ζητημάτων. Στη συνέχεια, η τράπεζα πρέπει να λάβει τα αντίστοιχα διορθωτικά μέτρα εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.

Συνολικά, σύμφωνα  με τα συμπεράσματα της έκθεσης, οι βαθμολογίες SREP και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και η καθοδήγηση παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές τα τελευταία χρόνια, με τις βελτιώσεις στην ευρωστία των τραπεζών να επιβαρύνονται κάπως από ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου.

Παρά την ισχυρή κερδοφορία, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις, πιέσεις κόστους, και επιδείνωση των προοπτικών για τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς. Επίσης, η πτωτική τάση του λόγου των ΜΕΔ έχει αντιστραφεί, παρά το γεγονός ότι παραμένει σε ιστορικά χαμηλά. Καθώς το περιβάλλον των επιτοκίων στην Ευρώπη συνεχίζει να εξελίσσεται και με τις πρόσφατες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ να μειώσει τα επιτόκια, οι εποπτικές αρχές θα παραμείνουν σε επαγρύπνηση, αναφέρεται στην έκθεση. Η επικέντρωση θα είναι στη διασφάλιση ότι οι τράπεζες εφαρμόζουν ισχυρές, μακροπρόθεσμες πρακτικές διαχείρισης κινδύνου που μπορούν να προσαρμοστούν σε διάφορα σενάρια επιτοκίων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών επιπτώσεων στα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια και τη συνολική οικονομική αξία του ισολογισμού.

Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται ότι μπροστά στο δύσκολο μακροοικονομικό κλίμα των υψηλότερων επιτοκίων, των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και του υψηλότερου πληθωρισμού, οι τράπεζες λειτουργούν σήμερα σε ένα περιβάλλον που αμφισβητεί ολοένα και περισσότερο την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών. Όσον αφορά το μέλλον, οι εποπτικές αρχές θα συνεχίσουν να συνεργάζονται ενεργά με τις τράπεζες για να διασφαλίσουν ότι η διαχείριση των ευάλωτων χαρτοφυλακίων είναι και ισχυρή και ανταποκρίνεται στο εξελισσόμενο τοπίο κινδύνου.

Για το 2025, οι εποπτικές αρχές θα επικεντρωθούν στη διαδικασία αποκατάστασης των τρωτών σημείων που εντοπίστηκαν κατά τις στοχευμένες επιθεωρήσεις, καθώς και στην ολοκλήρωση της εκστρατείας επιτόπιας επιθεώρησης, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί το πρώτο τρίμηνο του 2025. Η μέση βαθμολογία SREP παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερή σε 2,6 (με εύρος από 1 έως 4), καθώς η βαθμολογία του 74% των τραπεζών ήταν ίδια όπως και το 2023, η βαθμολογία του 11% των τραπεζών επιδεινώθηκε και η βαθμολογία του 15% των τραπεζών βελτιώθηκε.

Οι βαθμολογίες των τραπεζών επηρεάστηκαν δυσμενώς από την επίδραση που άσκησαν στην αγορά οι χαμηλότερες αποτιμήσεις των εμπορικών ακινήτων και οι απροσδόκητες μεταβολές των επιτοκίων, οι οποίες οδήγησαν σε υψηλότερους κινδύνους επιτοκίων στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο. Αντίθετα, η αύξηση της κερδοφορίας είχε θετική επίδραση στις βαθμολογίες. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις CET1 αυξήθηκαν ελαφρώς από 1,1% σε περίπου 1,2% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, με μικρές προσαρμογές στις απαιτήσεις του Πυλώνα 2 που οφείλονται σε μεταβολές του προφίλ κινδύνου επιλεγμένων τραπεζών. Οι απαιτήσεις του Πυλώνα 2 για κάθε τράπεζα, οι οποίες προκύπτουν από τις αποφάσεις SREP για το 2024, θα τεθούν σε ισχύ από το 2025.