Αμετάβλητα, όπως αναμενόταν, διατήρησε την Πέμπτη τα βασικά της επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό, χωρίς να δώσει καμία ένδειξη ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αρχίζουν να εξετάζουν το ενδεχόμενο χαλάρωσης της υφιστάμενης πολιτικής.
Το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης, καθώς και τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, θα παραμείνουν αμετάβλητα σε 4,50%, 4,75% και 4,00%, αντιστοίχως, αναφέρει η ΕΚΤ.
Η ΕΚΤ τερμάτισε τον ταχύτερο κύκλο αύξησης των επιτοκίων της τον περασμένο Σεπτέμβριο, αλλά ήταν ανένδοτη, ακόμη και σε μια συζήτηση, στο ενδεχόμενο αλλαγής της πολιτικής της, καθώς οι πιέσεις στις τιμές δεν έχουν ακόμη εξανεμιστεί πλήρως και πολλές μισθολογικές διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.
Οι επενδυτές, ωστόσο, στοιχηματίζουν ότι η ΕΚΤ κάνει λάθος τόσο για την ανάπτυξη όσο και για τον πληθωρισμό και θα αναγκαστεί να κάνει στροφή, πραγματοποιώντας πέντε μειώσεις επιτοκίων, ξεκινώντας από τις αρχές της Άνοιξης.
Όμως η ΕΚΤ δεν έδωσε την Πέμπτη σήμα για μια τέτοια στροφή, επαναλαμβάνοντας ότι η διατήρηση των επιτοκίων στα τρέχοντα επίπεδα για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα θα επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο.
“Το Διοικητικό Συμβούλιο θεωρεί ότι τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ βρίσκονται σε επίπεδα στα οποία αν διατηρηθούν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, θα συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη αυτού του στόχου” για πληθωρισμό 2%, αναφέρει η ΕΚΤ.
“Οι μελλοντικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου θα διασφαλίζουν ότι τα επιτόκια πολιτικής του θα διαμορφώνονται σε επαρκώς περιοριστικά επίπεδα για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί”, προσθέτει η ΕΚΤ σε ανακοίνωσή της.
Η τράπεζα αναφέρει ότι οι τάσεις του πληθωρισμού “σε γενικές γραμμές” επιβεβαίωσαν την προηγούμενη εκτίμησή της, αφαιρώντας παράλληλα αναφορά που υπήρχε σε προηγούμενες δηλώσεις της για αυξημένες εγχώριες πιέσεις στις τιμές και ισχυρή αύξηση του κόστους εργασίας.
Επίσης, η ΕΚΤ αναφέρει επίσης ότι θα συνεχίσει να ακολουθεί μια προσέγγιση που εξαρτάται από τα οικονομικά δεδομένα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν δεσμεύεται για κάποια συγκεκριμένη πορεία πολιτικής και επιφυλάσσεται του δικαιώματος να προσαρμόζει τα επιτόκια ανάλογα με τις ανάγκες.
«Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι έτοιμο να προσαρμόσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του εντός των ορίων της εντολής που του έχει ανατεθεί, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα επανέλθει στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα και να διαφυλάξει την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής», υπογραμμίζει.
Πρόωρο να ξεκινήσει η συζήτηση για μειώσεις των επιτοκίων
Ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω το 2024, διατηρώντας την πτωτική τάση των τελευταίων μηνών, ανέφερε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα ότι η ΕΚΤ θα περιμένει να δει αξιόπιστα στοιχεία ότι κινείται προς τον στόχο του 2% πριν ξεκινήσει τη συζήτηση για μειώσεις των επιτοκίων.
“Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ συμφωνεί ότι είναι πρόωρο να ξεκινήσει η συζήτηση για μειώσεις των επιτοκίων”, ανέφερε η Λαγκάρντ μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου μετά τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της τράπεζας. “Δεν θα κινηθούμε ημερολογιακά“, πρόσθεσε, αναφερομένη σε προηγούμενες δηλώσεις της για την πιθανότητα οι μειώσεις να γίνουν το φετινό καλοκαίρι. “Θα συνεχίσουμε να βασιζόμαστε στα εισερχόμενα στοιχεία”.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε εξάλλου τους ανοδικούς κινδύνους στον πληθωρισμό, ξεχωρίζοντας την ένταση στη Μέση Ανατολή και τις νέες διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
“Οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό περιλαμβάνουν τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις, ειδικά στη Μέση Ανατολή, οι οποίες θα μπορούσαν να ωθήσουν τις τιμές της ενέργειας και το κόστος των φορτίων υψηλότερα βραχυπρόθεσμα και να παρεμποδίσουν το παγκόσμιο εμπόριο. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε επίσης να ξεπεράσει τις εκτιμήσεις εάν οι μισθοί αυξηθούν περισσότερο από το αναμενόμενο ή τα περιθώρια κέρδους αποδειχθούν πιο ανθεκτικά”, σημείωσε.
“Αντίθετα, ο πληθωρισμός μπορεί να εκπλήξει καθοδικά εάν η νομισματική πολιτική περιορίσει τη ζήτηση περισσότερο από το αναμενόμενο ή εάν το οικονομικό περιβάλλον στον υπόλοιπο κόσμο επιδεινωθεί απροσδόκητα. Επιπλέον, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να μειωθεί ταχύτερα βραχυπρόθεσμα, εάν οι τιμές της ενέργειας εξελιχθούν σύμφωνα με την πρόσφατη καθοδική μετατόπιση των προσδοκιών της αγοράς για τη μελλοντική πορεία των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου”, πρόσθεσε.
Σε αυτό το πλαίσιο η πρόεδρος της ΕΚΤ επανέλαβε την αξιολόγηση της τράπεζας ότι τα βασικά της επιτόκια βρίσκονται σε επίπεδα τα οποία, αν διατηρηθούν για επαρκώς μακρό χρονικό διάστημα, θα έχουν σημαντική συμβολή στον στόχο του 2%.
“Θα συνεχίσουμε να ακολουθούμε μια προσέγγιση που εξαρτάται από τα στοιχεία”, τόνισε. “Οι αποφάσεις μας για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγησή μας για τις προοπτικές του πληθωρισμού υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών στοιχείων, για τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και για την ένταση με την οποία μεταδίδεται η νομισματική πολιτική”.
Οικονομική ανάπτυξη
Για την οικονομία της ζώνης του ευρώ η πρόεδρος της ΕΚΤ ανέφερε ότι είναι πιθανό να έμεινε στάσιμη το τελευταίο τρίμηνο του 2023, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι θα παραμείνει αδύναμη σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο. Ωστόσο, ορισμένοι δείκτες δείχνουν ανάκαμψη της ανάπτυξης πιο μακροπρόθεσμα, πρόσθεσε.
Η αγορά εργασίας παρέμεινε εύρωστη, ωστόσο η ζήτηση για εργατικό δυναμικό επιβραδύνεται, με λιγότερες κενές θέσεις να προκηρύσσονται, όπως σημείωσε.
Σε γενικές γραμμές, οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη παραμένουν καθοδικοί, ανέφερε. “Η ανάπτυξη θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη αν ο αντίκτυπος της νομισματικής πολιτικής αποδειχθεί εντονότερος απ’ ό,τι αναμένεται. Μια υποτονικότερη παγκόσμια οικονομία ή η περαιτέρω επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου επίσης θα επηρέαζαν καθοδικά την ανάπτυξη”.
“Ο αδικαιολόγητος πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και η τραγική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποτελούν βασικές πηγές γεωπολιτικού κινδύνου. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών για το μέλλον να μειωθεί και το παγκόσμιο εμπόριο να διαταραχθεί”, πρόσθεσε.
Στον αντίποδα, “η ανάπτυξη θα μπορούσε να είναι υψηλότερη αν η άνοδος των πραγματικών εισοδημάτων ενισχύσει την κατανάλωση περισσότερο από το αναμενόμενο ή αν η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας ξεπεράσει τις εκτιμήσεις”, ανέφερε η πρόεδρος της ΕΚΤ.