Σε δίλημμα θα βρεθεί το ΔΣ της ΕΚΤ στη συνεδρίαση της 14ης Σεπτεμβρίου, ειδικά αν ο πληθωρισμός έχει αλλάξει πορεία και συνεχίζει να κινείται ανοδικά λόγω του πολέμου της Ουκρανίας και ίσως, μιας νέας ανόδου των τιμών της ενέργειας.
Το ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει η ΕΚΤ είναι αν η οικονομία της Ευρωζώνης θα μπορέσει να ανταπεξέλθει σε μια διπλή πίεση.
Της αύξησης των επιτοκίων και παράλληλα, ενός πλέγματος δημοσιονομικών περιορισμών που θα θέσει ή ίδια στον εαυτό της από τον επόμενο χρόνο, αν οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται μετ’ εμποδίων από τον περασμένο Μάρτιο φτάσουν σε μια συμφωνία.
Τούτο, με δεδομένο ότι οι νέοι κανόνες θα έχουν ως τελικό στόχο τη μείωση του χρέους, το οποίο, μοιραία, θα εξυπηρετείται με όλο και υψηλότερα επιτόκια, λόγω της αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η ΕΚΤ βλέπει ότι κορυφώθηκε ο υποκείμενος πλήθωρισμός
Το ερώτημα των τραπεζών
Ένα δεύτερο ερωτηματικό για τα μέλη του νομισματικού συμβουλίου της ΕΚΤ θα είναι η επόμενη μέρα των ευρωπαϊκών τραπεζών μετά από περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων του ευρώ.
Από το περασμένο Ιούλιο, όταν άνοιξε ο κύκλος της ανόδου των επιτοκίων του ευρώ, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αύξησαν μεν τα κέρδη τους, ωστόσο, η συνέχιση ή η αύξηση της έντασης της νομισματικής πολιτικής, θα φέρει πιο κοντά το ενδεχόμενο της μείωσης της ζήτησης για νέα δάνεια ή και αύξηση των μην εξυπηρετούμενων δανείων.
Μάλιστα, φαινόμενα όπως η έκτακτη φορολόγηση των κερδών των τραπεζών, στην οποία προχώρησε η γειτονική Ιταλία, μπορεί να φέρουν πιο κοντά μια κρίση στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η ζημιά στην οικονομία της ευρωζώνης από τα αυξημένα επιτόκια, αναμένεται να φανεί σε όλη της έκταση το 2024. Το 2023 ξεκίνησε με οριακά θετικά επιτόκια της τάξης του 1,5%, τα οποία έφτασαν το τέλος Ιουλίου το 3,75%.
Συνεπώς, ο επόμενος χρόνος θα ξεκινήσει με επιτόκια της τάξης του 4,25%% (αν γίνουν και άλλες αυξήσεις επιτοκίων ως τέλος του χρόνου) τα οποία θα διατηρηθούν στα ίδια επίπεδα όλων τον επόμενο χρόνο, αν δεν αυξηθούν περαιτέρω.
Η θέση της Ελλάδας
Η Ελλάδα βρίσκεται απέναντι σε αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις σε σχετικά πλεονεκτική θέση, λόγω της πολυετούς οικονομικής κρίσης.
Οι αυξήσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ έχουν τη μικρότερη αρνητική επίδραση στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους από όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωζώνης.
Τούτο διότι τα 2/3 του συνολικού χρέους των 360 δις ευρώ, (περίπου 250 δις ευρώ) βρίσκονται στα χέρια του “επίσημου τομέα” και κυρίως προς τον EFSF του διαδόχου του ESM και της Ευρωζώνης (GLF) και είναι “κλειδωμένα” σε σταθερά επιτόκια.
Στην αγορά κυκλοφορούν ελληνικά ομόλογα ύψους περίπου 40 δις ευρώ, τα οποία αναχρηματοδούνται σήμερα με επιτόκια χαμηλότερα από της Ιταλίας.
Επιπλέον, λόγω της έλλειψης της επενδυτικής βαθμίδας από οίκους που αναγνωρίζει η ΕΚΤ, η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε ένα καθεστώς κατ’ εξαίρεση προστασίας των ομολόγων της από την ΕΚΤ, απέναντι σε μεγάλες διακυμάνσεις των αγορών, μέχρι και το τέλος του 2024.
Στο τομέα των τραπεζών, μετά από 13 χρόνια συνεχούς κρίσης, το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει αφήσει πίσω του τα μεγάλα προβλήματα ρευστότητας, ενώ μέσω των τιτλοποιήσεων έχει μειώσει πλέον το ποσοστό των κόκκινων δανείων κοντά στο 7%.
Η πιστωτική επέκταση, λόγω των περιορισμών και των αυξημένων επιτοκίων, είναι οριακά θετική, άρα δεν είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε νέο κύμα κόκκινων δανείων, Ωστόσο θα έχουν συνέπιες στο ενδεχόμενο διάχυσης μιας πανευρωπαϊκής κρίσης.