Κατά την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των ΗΠΑ, η Fitch επισήμανε την ανησυχία της για την αυξανόμενη επιβάρυνση του χρέους και τη διάβρωση της διακυβέρνησης των ΗΠΑ.

 Ωστόσο, η επιδείνωση του δημοσιονομικού προφίλ έχει αποτιμηθεί από τις αγορές και οι επενδυτές έχουν συνηθίσει να περιμένουν λύσεις της τελευταίας στιγμής όσον αφορά τα αδιέξοδα του ορίου χρέους. Παράλληλα, τα αμερικανικά ομόλογα αποτελούν μία κατηγορία assets από μόνα τους και οι επενδυτές επενδύουν σε αυτά και όχι με βάση την αξιολόγησή τους. Συνεπώς, δεν υπάρχει ουσιαστικά φόβος στην αγορά και άρα ανησυχίες για τη μετάδοσή τους στις διεθνείς αγορές γενικότερα, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές των Barclays, DZ Bank, Capital Economics και UBS.

Η Barclays πιστεύει ότι οι επενδυτές θα αγνοήσουν ουσιαστικά την υποβάθμιση. Η αναγκαστική πώληση των αμερικανικών ομολόγων πιθανότατα θα αποφευχθεί, καθώς τα funds έχουν ευρεία εντολή να τα διατηρούν χωρίς αναφορά σε αξιολογήσεις τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει έλλειψη εναλλακτικών λύσεων σε βάθος και ρευστότητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Απροσδόκητη υποβάθμιση των ΗΠΑ από την Fitch – Σφοδρή αντίδραση Τζάνετ Γέλεν

“Κανένα σοκ και δέος: Έμαθε τίποτα η αγορά; Αμφιβάλλουμε”, επισημαίνει έτσι η βρετανική τράπεζα. Η Fitch, όπως τονίζει, σημείωσε ότι η υποβάθμιση της αξιολόγησης αντανακλά “την αναμενόμενη δημοσιονομική επιδείνωση τα επόμενα τρία χρόνια, ένα υψηλό και αυξανόμενο βάρος χρέους της γενικής κυβέρνησης και τη διάβρωση της διακυβέρνησης σε σχέση με άλλες χώρες που έχουν αξιολόγηση “AA” και “AAA” τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η οποία και εκδηλώνεται στις επαναλαμβανόμενες αντιπαραθέσεις για το όριο του χρέους και τις λύσεις της τελευταίας στιγμής σε αυτό το μέτωπο.

Από την άποψη των αγορών, όπως εξηγεί η Barclays, οι επενδυτές έχουν ήδη συνηθίσει να επιλύεται το όριο του χρέους την τελευταία στιγμή. Αν μη τι άλλο, το γεγονός ότι το όριο του χρέους αυξήθηκε εγκαίρως χωρίς να περάσει η ημερομηνία x ήταν στην πραγματικότητα μια ανοδική έκπληξη δεδομένου του πόσο αμφιλεγόμενος αναμενόταν να είναι αυτός ο γύρος αύξησης.

Όσον αφορά τους δείκτες ελλειμμάτων/χρέους, η Fitch σημείωσε ότι τα ελλείμματα της γενικής κυβέρνησης έχουν αυξηθεί και θα παραμείνουν υψηλά. Η συμφωνία για το όριο του χρέους δεν έκανε πολλά για να αλλάξει τις προοπτικές και δεν αναμένονται ουσιαστικές αλλαγές μέχρι τις εκλογές του 2024. Ο οίκος πρόσθεσε ότι ενώ ο λόγος χρέους/ΑΕΠ έχει μειωθεί από την κορύφωση της COVID λόγω της υψηλής αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, εξακολουθεί να είναι υψηλός και θα αρχίσει να επιδεινώνεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2001 τα επιτόκια στις ΗΠΑ

Το CBO δημοσιεύει τακτικά λεπτομερείς προβλέψεις σχετικά με τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις μετρήσεις χρέους/ΑΕΠ, όπως σημειώνει η Barclays. Στην τελευταία του έκθεση για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική προοπτική, προέβλεψε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα κινηθεί στο 6,4% του ΑΕΠ έως το 2033, 8,1% έως το 2043 και 10% έως το 2053 (από 5,8% το 2023). Προβλέπει επίσης ότι ο λόγος χρέους/ΑΕΠ θα αυξηθεί σε 115% έως το 2033, 144% έως το 2044 και 181% έως το 2053 (από 98% που είναι σήμερα). “Το δημοσιονομικό προφίλ των ΗΠΑ επιδεινώνεται πράγματι, αλλά είναι κάτι που το γνωρίζαμε ήδη”, όπως σημειώνει η Barclays. Με άλλα λόγια, ο σχολιασμός της Fitch δεν δίνει νέες πληροφορίες για τους επενδυτές.

“Θα υπάρξει αναγκαστικό sell-off στα ομόλογα των ΗΠΑ;” – Η Barclays αμφιβάλλει και για αυτό. Οι επενδυτικές εντολές αναφέρονται συνήθως στα ομόλογα των ΗΠΑ ως κατηγορία περιουσιακών στοιχείων χωρίς αναφορά σε αξιολογήσεις ενώ όταν οι αξιολογήσεις είναι σχετικές, η κατά μία βαθμίδα υποβάθμιση σε AA+ δεν θα πρέπει να έχει αντίκτυπο, τονίζει η βρετανική τράπεζα.

“Πιστεύουμε ότι οι επενδυτές είναι πιθανό να μην δώσουν ιδιαίτερη σημασία στην υποβάθμιση. Ενώ οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων των ΗΠΑ υποχώρησαν απότομα το 2011 εν μέσω του risk-off κλίματος και έπειτα από αντίστοιχη υποβάθμιση των ΗΠΑ από την S&P, το σοκ και το δέος μιας υποβάθμισης αξιολογήσεων είναι πίσω μας”, τονίζει η Barclays.

Για τους επενδυτές, η υποβάθμιση της Fitch έχει περιορισμένο ενδιαφέρον, όπως εκτιμά και η DZ Bank. Όπως τονίζει, η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων εξακολουθεί να είναι πολύ μεγαλύτερη και πιο ρευστή από τους ανταγωνιστές της με βαθμολογία AAA, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Σουηδία ή η Αυστραλία. Επίσης, σε αντίθεση με αυτές τις αγορές, οι επενδυτές των ομολόγων των ΗΠΑ μπορούν να συναλλάσσονται 24 ώρες την ημέρα. Άλλες μεγάλες αγορές περιλαμβάνουν την Ιαπωνία και την Κίνα. Ωστόσο, η Ιαπωνία βαθμολογείται με A1/A+/A και η αγορά ομολόγων της βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στα χέρια της BoJ. Η Κίνα βαθμολογείται με A1/A+/A+, έχει συναλλαγματικούς ελέγχους και σημαντικό πολιτικό κίνδυνο. Επιπλέον, υπάρχουν πολύ λίγες εντολές επενδυτών που περιορίζονται σε ομόλογα με τρεις αξιολογήσεις AAA, επομένως οι πωλήσεις με βάση τη βαθμολογία θα είναι αμελητέες.

Το να χάσει η αμερικανική κυβέρνηση άλλη μία από τις αξιολογήσεις “AAA” μετά την απόφαση υποβάθμισης της Fitch Ratings δεν είναι πιθανό να έχει μεγάλη σημασία βραχυπρόθεσμα, επισημαίνει από την πλευρά της η Capital Economics. Δεν υπάρχουν ουσιαστικά ενδείξεις ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά ανησυχούν ιδιαίτερα για την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ, όπως τονίζει. Ένας δείκτης για τέτοιες ανησυχίες είναι το “προθεσμιακό ασφάλιστρο” (term premium) που ενσωματώνεται στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων – το υπόλοιπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί από τις προσδοκίες για τα επιτόκια. Αν και η πιο συχνά αναφερόμενη εκτίμηση του όρου term premium έχει αυξηθεί από το 2020, εξακολουθεί να είναι χαμηλή σε ιστορικά πρότυπα. Τα CDS των ΗΠΑ, ένα άλλο μέτρο του πιστωτικού κινδύνου που υποδηλώνεται από την αγορά, είναι επίσης σχετικά χαμηλά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Νέα αύξηση επιτοκίων αναμένεται από την ΕΚΤ με ερωτηματικό για Σεπτέμβριο

Επίσης, η παγκόσμια οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα εξαρτώνται περισσότερο από ποτέ από το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, όπως τονίζει η Capital Economics. Η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αντιπροσωπεύει τώρα περίπου το ήμισυ του συνόλου των “ασφαλών” κρατικών ομολόγων σε κυκλοφορία, από περίπου το ένα τρίτο τις τελευταίες δεκαετίες. Αν και αυτό αντανακλά εν μέρει το ισχυρό δολάριο, το αυξανόμενο μερίδιο των ομολόγων στις παγκόσμιες αγορές χρέους είναι επίσης αποτέλεσμα της ισχυρότερης ονομαστικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ από τις περισσότερες άλλες προηγμένες οικονομίες.

Το οικονομικό σκηνικό ευνοεί το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ και οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων θα υποχωρήσουν περαιτέρω, εκτιμά από την πλευρά της η UBS, “απαντώντας” για τις επιπτώσεις της υποβάθμισης της Fitch. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ έχει δείξει σαφείς ενδείξεις χαλάρωσης, μια ευεργετική εξέλιξη για την αγορά σταθερού εισοδήματος και η UBS αναμένει ότι η πτωτική τάση θα συνεχιστεί.

Αυτό έχει ενισχύει την πιθανότητα ότι η αύξηση κατά 25 μ.β της Fed τον Ιούλιο μπορεί να ήταν και η τελευταία —ή ότι απομένει μόνο μια ακόμη αύξηση ακόμη. Το τέλος της σύσφιξης θα ήταν θετικό για τα κρατικά ομόλογα, κατά την άποψή της. “Έτσι, συνεχίζουμε να συμβουλεύουμε τους επενδυτές να αγοράσουν ποιοτικά ομόλογα, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, τα οποία προσφέρουν ελκυστικές αποδόσεις και δυνατότητες ανατίμησης εάν οι επενδυτές αρχίσουν να ανησυχούν για την επιβράδυνση της ανάπτυξης” τονίζει.