Δέκα χρόνια μετά τις δραματικές, για την εγχώρια οικονομία, μέρες του 2013, η κατάσταση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος δεν θυμίζει πια σε τίποτα την εικόνα που παρουσίαζε τότε: ο τομέας είναι πλέον πιο συμπαγής, μετά το κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας, την απορρόφηση του Συνεργατισμού από την Ελληνική Τράπεζα και τη μετεξέλιξη της RCB Bank σε εποπτευόμενη εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Την ίδια ώρα, οι ΜΕΧ (μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις) καταγράφουν συνεχιζόμενη καθοδική πορεία, οι τράπεζες διαθέτουν σημαντική κεφαλαιακή επάρκεια, ενώ το αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελεί σημαντικό εχέγγυο για την αποφυγή κακών πρακτικών στο μέλλον.

Καταγράφοντας το θετικό αποτύπωμα αυτών των εξελίξεων, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν αναβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της οικονομίας, επαναφέροντας την Κύπρο στην επενδυτική βαθμίδα, με το τραπεζικό σύστημα να προσελκύει τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον διεθνών επενδυτών, κάτι που ευνοεί και η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε πρόσφατες δηλώσεις της η Elizabeth McCaul, μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, οι κυπριακές τράπεζες έχουν σημειώσει «τεράστια πρόοδο» και η κατάσταση έχει βελτιωθεί θεαματικά σε σχέση με «τις σκοτεινές ημέρες του 2013», με το μέλλον να δείχνει ακόμη πιο υποσχόμενο.

Ανεπτυγμένη επενδυτική κινητικότητα

Το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για τον τομέα διαφαίνεται τα τελευταία χρόνια μέσα από τις κινήσεις που καταγράφονται στα τραπεζικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στο νησί. Ενδεικτικό παράδειγμα, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ενώ ακολουθούσε μια στρατηγική αποεπένδυσης από χώρες του εξωτερικού, τερματίζοντας μεταξύ άλλων και τις εργασίες της στη Μάλτα, το τελευταίο διάστημα έχει ενεργοποιήσει εκ νέου την παρουσία της στην Κύπρο, όπου παρουσίασε νέα καταθετικά προϊόντα για τους πελάτες της στο νησί. Παρομοίως, η Alpha Bank Ελλάδας, αφού προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές σε διοικητικό επίπεδο κεντρικά και ανακοίνωσε τη στρατηγική της συνεργασία με τη Unicredit, παράλληλα δρομολογεί την εκ νέου ανάπτυξή της στην Κύπρο, όπου δραστηριοποιείται μέσω της Alpha Bank Cyprus.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Astrobank κινήθηκε το περασμένο φθινόπωρο για την εξαγορά της CDB. Αν και η συγκεκριμένη πρόταση τελικά δεν είχε θετική κατάληξη, η τράπεζα ανακοίνωσε τον Νοέμβριο πως στο πλαίσιο της στρατηγικής της θα συνεχίσει να εξετάζει μη οργανικές ευκαιρίες ανάπτυξης, ενδεικτικό της κινητικότητας που υπάρχει στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα.

Το 2023, άλλωστε, ο όμιλος Eurobank εξέφρασε έμπρακτα την πρόθεσή του για εξαγορά της Ελληνικής Τράπεζας, υπογράφοντας δεσμευτικές συμφωνίες, ώστε να αυξήσει το συνολικό του ποσοστό στην τράπεζα σε 55,3% Η συγκεκριμένη κίνηση εκφράζει τη δεδηλωμένη στόχευση του ελλαδικού τραπεζικού ομίλου στην περαιτέρω διεύρυνση του κύκλου εργασιών του στις χώρες όπου έχει παρουσία, αλλά και στο να καταστήσει την Κύπρο πύλη εισόδου στην ΕΕ για τις επιχειρήσεις από τις σημαντικές αγορές της Μέσης Ανατολής, όπως το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και κυρίως από την ιδιαίτερα αναδυόμενη οικονομία της Ινδίας, κάτι που, αν επιτευχθεί, θα αποτελεί μια σημαντική, θετική εξέλιξη για την κυπριακή οικονομία.

Το ευνοϊκό κλίμα για την πιο ενεργό εμπλοκή επενδυτών από το εξωτερικό είχε ήδη περιγράψει, εγκαίρως, σε δηλώσεις του τον Δεκέμβριο του 2021 στη Βουλή, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, όταν είχε αναφέρει πως οι προκλήσεις ευνοούν τις συγχωνεύσεις στον τραπεζικό τομέακαι δεν αποκλείεται μία ενδεχόμενη περαιτέρω ενοποίησή του. Άλλωστε, την προοπτική των διασυνοριακών συγχωνεύσεων ευνοούν και οι πολιτικές της ΕΚΤ, καθώς με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η σταθερότητα των τοπικών συστημάτων.

Με δεδομένες τις πιο πάνω κινήσεις και την έμπρακτη δραστηριοποίηση των επενδυτών στις κυπριακές τράπεζες, το 2024 αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα, που δείχνει να έχει αφήσει για τα καλά πίσω του τους κλυδωνισμούς της προηγούμενης δεκαετίας.