Η οικονομική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας βρέθηκαν στο επίκεντρο των συζητήσεων κατά την επίσκεψη των κλιμακίων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα. Παρά τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της Ελλάδας, η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας και οι πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν προκλήσεις.
Ο Ντέκλαν Κοστέλο, επικεφαλής της ομάδας παρακολούθησης του Ταμείου Ανάκαμψης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δήλωσε ότι οι προβλέψεις για την οικονομία της Ε.Ε. δεν είναι αισιόδοξες. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η ανάπτυξη αναμένεται να κινηθεί μόλις στο 0,9% το 2025 και στο 1,5% το 2026. Για την Ελλάδα, εκτίμησε ότι παρά τις επιπτώσεις από τη γενικότερη ευρωπαϊκή επιβράδυνση, η οικονομική της ανάπτυξη θα παραμείνει άνω του 2%, διατηρώντας την πορεία σύγκλισης με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η διαδικασία αυτή θεωρείται κρίσιμη για τη σταδιακή μείωση της εισοδηματικής απόκλισης που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό είναι λιγότερο ενθαρρυντικές. Ο Κοστέλο προειδοποίησε για νέες πληθωριστικές πιέσεις λόγω του ενεργειακού ελλείμματος της Ευρώπης, της διακοπής παροχής ρωσικού φυσικού αερίου μέσω Ουκρανίας και των εμπορικών απειλών από τον Ντόναλντ Τραμπ για δασμούς στις εισαγωγές ευρωπαϊκών προϊόντων. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πληθωριστικές τάσεις είχαν αρχίσει να διαφαίνονται ήδη από τον Νοέμβριο, όταν σημειώθηκε απότομη άνοδος στις τιμές του φυσικού αερίου. Οι ανησυχίες εντείνονται, καθώς οι αποθήκες φυσικού αερίου της Ευρώπης είναι γεμάτες σε ποσοστό κάτω του 50% και οι νέες προμήθειες θα κοστίσουν τουλάχιστον 10% ακριβότερα σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι πληθωριστικές πιέσεις αναμένεται να συνεχιστούν τους επόμενους μήνες.
Η ευαισθησία του ελληνικού πληθωρισμού
Οι πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση συμπίπτουν με μία περίοδο κατά την οποία ο ελληνικός πληθωρισμός αποκλίνει από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αυτό οφείλεται σε μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών στις υπηρεσίες και υψηλότερο δομικό πληθωρισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 2,5% τον Ιανουάριο, από 2,4% τον Δεκέμβριο, ενώ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,1%, από 2,9% τον προηγούμενο μήνα.
Η διαφορά αυτή αποδίδεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής αγοράς και στη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ενεργειακές τιμές. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους επηρεάζει ταχύτερα την ελληνική οικονομία, συμπαρασύροντας τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποκαλύπτουν ότι το έλλειμμα καυσίμων έφτασε τα 7,62 δισ. ευρώ το 2024, από 7,15 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος, προσθέτοντας επιπλέον κόστος 550 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά την Ελλάδα πιο ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., γεγονός που μπορεί να διατηρήσει τις πληθωριστικές πιέσεις σε υψηλά επίπεδα.