Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προσφέρει ποικίλες δικαιολογίες για τους δασμούς, ανάλογα με το ακροατήριό του και το τι είναι βολικό σε κάθε συγκυρία. Όταν ο πρόεδρος επιλέγει να παρουσιάσει ένα οικονομικό επιχείρημα για την επιβολή των δασμών, συνήθως συνοδεύεται από τον ισχυρισμό ότι οι εμπορικοί εταίροι κλέβουν τους Αμερικανούς. Τα εργοστάσια πρέπει να επιστρέψουν στην πατρίδα -εάν έφυγαν ποτέ- και οι δασμοί θα φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν ενδιαφέρεται και πολύ για τα “σπασμένα” και ονόμασε την ημέρα της ανακοίνωσης “Ημέρα Απελευθέρωσης” προς τιμήν των προστατευτικών πυρών του. Ωστόσο, το παγκόσμιο σύστημα που βλέπει ως φυλακή, κάθε άλλο παρά φυλακή ήταν.     

Δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου στο γεγονός ότι για δεκαετίες, οι αμερικανικές εταιρείες ωφελήθηκαν από την παραγωγή προϊόντων στο εξωτερικό. Η πρακτική αυτή απέφερε οφέλη για την εγχώρια οικονομία, βοήθησε να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός και παρείχε επιρροή στην Ουάσινγκτον. Οι εταίροι των ΗΠΑ ευημερούσαν και, καθώς το βιοτικό τους επίπεδο ανέβαινε, αγόραζαν με τη σειρά τους αγαθά και υπηρεσίες από εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ. Αλλά θα ήταν πολύ εύκολο να το αποκαλέσουμε “win-win”: τα συνδικάτα διαμαρτύρονταν για το outsourcing και ο πλούτος δεν ήταν πάντα ομοιόμορφα κατανεμημένος στις χώρες υποδοχής. Υπήρχε, ωστόσο, ένας κύκλος συμφερόντων. Δούλεψε για μεγάλο χρονικό διάστημα και μπορεί ακόμη να λειτουργήσει, αν η ομάδα του Τραμπ αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα και όχι μόνο τα μειονεκτήματα.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι οι εταιρείες επεδίωξαν την παραγωγή σε απομακρυσμένους προορισμούς ως μια συνειδητή στρατηγική. Η προσέγγιση αυτή είχε τις ρίζες της στη μεταπολεμική βιομηχανική κυριαρχία των ΗΠΑ, αλλά επιταχύνθηκε τη δεκαετία του 1990. Αυτό συχνά σήμαινε ότι για να κλείσεις μεγάλες συμφωνίες, ήταν καλύτερο να προσφέρεις κάτι στην εγχώρια αγορά. Μια κλασική μέθοδος ήταν να κατασκευάζεις εξαρτήματα στη χώρα με την οποία ήθελες να συνεργαστείς. Αυτό βοηθούσε την τοπική απασχόληση και παρείχε τα τεχνολογικά “τυράκια” που επιθυμούσαν οι κυβερνήσεις. Ποιος εξαπατήθηκε; Αν υπήρχε εκμετάλλευση, υπήρχε και πολύς πλούτος που μοιραζόταν. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με τη Νοτιοανατολική Ασία διευρύνθηκε με τα χρόνια, αλλά οι ευκαιρίες ήταν επίσης άφθονες.

Το περίγραμμα του μοντέλου μου είχε καθοριστεί στη Μαλαισία, όπου έκανα ρεπορτάζ για το Bloomberg στα μέσα και τέλη της δεκαετίας του 1990. Πριν η οικονομική κρίση εκτροχιάσει πολλά σχέδια, η Ασία θεωρούνταν χρυσωρυχείο για τους κατασκευαστές αεροσκαφών. Η Boeing και η Airbus ανταγωνίζονταν έντονα. Το 1996, η Boeing απέσπασε ένα τεράστιο συμβόλαιο με τη Malaysian Airline System για αεροσκάφη 777 και 747-400, νικώντας τον ευρωπαίο ανταγωνιστή της. Θυμάμαι τον Τατζουντίν Ράμλι, τον Μαλαισιανό μεγιστάνα που διοικούσε τη MAS, να επαινεί τον τότε CEO της Boeing Φιλ Κόντιτ, αποκαλώντας τον καλό του φίλο. Η τοπική παραγωγή ήταν πολύ δημοφιλής. Η κατασκευάστρια εταιρεία αεροσκαφών με έδρα το Άρλινγκτον της Βιρτζίνια συνεργάστηκε με τοπικές εταιρείες για την κατασκευή εξαρτημάτων, όπως μέρη των φτερών. Δεν πέρασε απαρατήρητο ότι η επιχείρηση θα διέθετε μια εγκατάσταση στη βόρεια πολιτεία Κεντάχ, τόπο καταγωγής τόσο του Μαχαθίρ Μοχάμαντ, πρωθυπουργού εκείνη την εποχή, όσο και του Τατζουντίν.

Η γειτονική πολιτεία Πενάνγκ προσφέρει ένα παράδειγμα για το πώς ρίζωσε μια ελαφρώς προγενέστερη εκδοχή αυτής της προσέγγισης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι αμερικανικές εταιρείες κατασκευής τσιπ υπολογιστών αναζητούσαν μέρη για επενδύσεις που όχι μόνο θα ήταν φθηνότερα, αλλά θα προσέφεραν επίσης περιορισμένες πιθανότητες για εργατικές αναταραχές. Για έθνη όπως η Μαλαισία και η γειτονική Σιγκαπούρη, η προσέλκυση επιχειρήσεων προσέφερε επίσης τη δελεαστική προοπτική της βιομηχανικής ανάπτυξης. Σε μια εποχή που οι διπλωματικοί εμπειρογνώμονες σε μεγάλα think tanks θρηνούσαν την απώλεια επιρροής που συνόδευε την αποχώρηση από το Βιετνάμ, οι ημιαγωγοί διατήρησαν τους δεσμούς με τις ΗΠΑ κομβικούς. “Αντί να πέφτουν σαν ντόμινο στον κομμουνισμό, οι σύμμαχοι της Αμερικής ήταν ακόμη πιο βαθιά ενσωματωμένοι με τις ΗΠΑ”, έγραψε ο Κρις Μίλερ στο βιβλίο του “Chip War: The Fight for the World’s Most Critical Technology”.

Η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων αποτελούσε βασικό οικονομικό στόχο των αξιωματούχων της Σιγκαπούρης. Για τον Φίλιπ Γεό, πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικής Ανάπτυξης, η αποστολή αυτή σήμαινε κάτι περισσότερο από το να ταξιδεύει πολύ και να εργάζεται στους διαδρόμους των εταιρικών κολοσσών. Έβλεπε το ρόλο του ως παρόμοιο με αυτόν ενός θυρωρού. Η Σιγκαπούρη θα παρείχε τις υποδομές, ένα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό – και φορολογικά κίνητρα. Τα οφέλη για την πόλη-κράτος ήταν πραγματικά: Θέσεις εργασίας, χρήματα που ξοδεύονται στην τοπική οικονομία, υγιής αγορά ακινήτων και εισοδήματα. Ο Γεο πίεσε τον διευθυντή της Αμερικανικής Σχολής της Σιγκαπούρης να βρει μια θέση για το παιδί του εκτελεστικού στελέχους της Western Digital Corp. που διορίστηκε να διευθύνει την τοπική της επιχείρηση. Τα παιδιά του κορυφαίου στελέχους της Levi Strauss & Co. είχαν στεναχωρηθεί με την καραντίνα στην οποία υποβλήθηκε ο σκύλος της οικογένειας και ο Γεο ανέλαβε να βρει μια λύση. “Ακόμη και ένας σκύλος έγινε πρόβλημά μου”, αφηγήθηκε σε συνέντευξή του για τη βιογραφία του, “Neither Civil Nor Servant”, του Πε Σινγκ Χουέι. “Χρειαζόμασταν την επένδυση, οπότε δεν πειράζει. Θα έκανα τα πάντα για να κλείσω τη συμφωνία”.

Εκμεταλλεύονταν τους Αμερικανούς, όπως επιμένει ο Τραμπ; Δύσκολα. Θα ήταν καλύτερα αν η Airbus θριάμβευε εις βάρος της Boeing ή αν οι μέτοχοι προτιμούσαν λιγότερο φιλικές τοποθεσίες από τη Σιγκαπούρη, μια χώρα που απολαμβάνει στενούς οικονομικούς και στρατηγικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ; Φυσικά και όχι. Αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα όπου οι συνδετικοί ιστοί του εμπορίου και του κεφαλαίου, παρά τις ατέλειές τους, έφεραν απτά πλεονεκτήματα.

Αν ο Τραμπ θέσει σε εφαρμογή αντιδράσεις που μειώνουν την αποτελεσματικότητα αυτού του μοντέλου, θα υπάρξουν πολλοί χαμένοι. Είναι αμφίβολο αν κάποιος θα κερδίσει πραγματικά το δικαίωμα να αποκαλείται νικητής.

Bloomberg Opinion