Ανάμεσα σε όλα τα θορυβώδη πρωτοσέλιδα της Ουάσινγκτον, υπάρχει μια είδηση που λαμβάνει πολύ λίγη προσοχή: Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πορεία δημοσιονομικού breakdown. Αυτό είναι το ξεκάθαρο μήνυμα από τις πρόσφατα επικαιροποιημένες μακροπρόθεσμες προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO). Αν το Κογκρέσο δεν αλλάξει κατεύθυνση, ο απολογισμός πρόκειται να είναι ζοφερός.

Όπως περιγράφει λεπτομερώς το CBO, οι ελλειμματικές δαπάνες είναι πιο ανεξέλεγκτες από ποτέ. Και τα δύο κόμματα μοιράζονται την ευθύνη, όπως και τα δύο άκρα της Pennsylvania Avenue (σσ. από το Καπιτώλιο στον Λευκό Οίκο). Και όλοι θα πρέπει να θυμούνται ότι η όρεξη των επενδυτών για το χρέος των ΗΠΑ δεν είναι απεριόριστη.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπανά σήμερα περίπου 7 τρισεκατομμύρια δολάρια και εισπράττει μόνο 5 τρισεκατομμύρια δολάρια σε φόρους ετησίως. Το προκύπτον έλλειμμα είναι λίγο πάνω από το 6% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, ένας ανησυχητικά υψηλός αριθμός για μια οικονομία που βρίσκεται σχεδόν σε πλήρη απασχόληση.

Το CBO αναμένει ότι ο δημόσιος δανεισμός θα παραμείνει σε αυτό το αυξημένο επίπεδο ή και υψηλότερα για δεκαετίες. Υποθέτοντας ότι δεν θα υπάρξουν υφέσεις, το δημόσιο χρέος θα ανέλθει στο 100% του ΑΕΠ φέτος και στο 118% του ΑΕΠ μέχρι το 2035 – και από εκεί και πέρα θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Ένα υπεύθυνο Κογκρέσο θα καθιστούσε τη μείωση του ελλείμματος ύψιστη προτεραιότητα. Αντ’ αυτού, οι Ρεπουμπλικάνοι συζητούν τρόπους για να δανειστούν περισσότερο – και όχι απλώς λίγο παραπάνω. Εξετάζονται νέες περικοπές φόρων. Και πολλοί θέλουν να παρατείνουν τις διατάξεις του νόμου για τις Φορολογικές Περικοπές και τις Θέσεις Εργασίας (Tax Cuts and Jobs Act) του 2017, οι οποίες διαφορετικά θα έληγαν στο τέλος του τρέχοντος έτους.

Η πλήρης παράταση του νόμου θα αύξανε το εθνικό χρέος κατά περίπου 5 τρισεκατομμύρια δολάρια την επόμενη δεκαετία και κατά 40 τρισεκατομμύρια δολάρια σε ορίζοντα 30ετίας. Ο λόγος του χρέους σε 30 χρόνια θα εκτοξευόταν σε ποσοστό άνω του 200% του ΑΕΠ.

Τα υψηλότερα έσοδα από τους δασμούς δεν πρόκειται να φέρουν – ούτε καν να πλησιάσουν – μια εξισορρόπηση των δημοσιονομικών. Στην πραγματικότητα, ο αντίκτυπος στα συνολικά έσοδα είναι πιθανό να είναι αρνητικός, καθώς οι δασμοί συμπιέζουν την εμπορική δραστηριότητα και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Η εξοικονόμηση πόρων από τη μείωση του ομοσπονδιακού μισθολογίου δεν θα έχει επίσης αξιόλογη επίδραση. Παρ’ όλη την προσοχή που δίνουν τα ΜΜΕ στις περικοπές σε προσωπικό και προγράμματα – και ορισμένες από αυτές είναι δικαιολογημένες – δεν έχουν σχεδόν καμία επίπτωση στη συγκράτηση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Σαν να μην έφτανε αυτό, οι μαζικές απολύσεις και οι περικοπές προγραμμάτων γίνονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παροχή δημόσιων υπηρεσιών από τις οποίες εξαρτώνται οι ψηφοφόροι. Όταν θα δουν ότι τα δημόσια πάρκα κλείνουν, η υγειονομική περίθαλψη μειώνεται και οι θάνατοι από μολυσματικές ασθένειες γίνονται πιο συχνοί, θα θυμώσουν.

Οι Ρεπουμπλικανοί μπορεί να πληρώσουν ένα βαρύ τίμημα στις ενδιάμεσες εκλογές το επόμενο έτος, αλλά ανεξάρτητα από αυτό: Η τρέχουσα προσέγγιση της διακυβέρνησης δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Κάποια στιγμή, πολύ πριν το χρέος φτάσει σε “στρατοσφαιρικά” ύψη, οι χρηματοπιστωτικές αγορές – αν όχι οι ψηφοφόροι – θα πουν “ως εδώ”. Οι τιμές των ομολόγων θα καταρρεύσουν, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια θα εκτοξευθούν και η κυβέρνηση θα χρεοκοπήσει – είτε ρητά είτε υπό τον μανδύα του ραγδαίου πληθωρισμού.

Η αποκατάσταση του δημοσιονομικού ελέγχου θα πρέπει να είναι στην κορυφή της ατζέντας των εργασιών αυτού του Κογκρέσου. Η μόνη λογική προσέγγιση είναι να συνδυαστούν μετριοπαθείς αυξήσεις φόρων και συνετές περικοπές δαπανών. Ο καταμερισμός του βάρους θα επιτρέψει οι αλλαγές να είναι πιο εύκολες και σταδιακές, αν αναληφθούν σύντομα.

Ορισμένα στοιχεία του νόμου για τις φορολογικές περικοπές και την απασχόληση αξίζει να διατηρηθούν: Η μεγαλύτερη τυπική έκπτωση στον φόρο εισοδήματος και τα ισχυρότερα επενδυτικά κίνητρα, για παράδειγμα, είναι μέτρα φιλικά προς την ανάπτυξη. Ωστόσο, όλες αυτές οι παρατάσεις, καθώς και οποιαδήποτε άλλα νέα μέτρα, θα πρέπει να συνδυαστούν με χαμηλότερες δαπάνες και υψηλότερους φόρους συνολικά, ώστε να επιτευχθεί ουσιαστική καθαρή μείωση των προβλεπόμενων ελλειμμάτων.

Το Κογκρέσο έχει ήδη καθυστερήσει πάρα πολύ, αλλά το κόστος της περαιτέρω καθυστέρησης – και ακόμη χειρότερα, η επιδείνωση του προβλήματος με πρόσθετες δαπάνες για το έλλειμμα – θα έχει καταστροφικές οικονομικές συνέπειες.

Στην Ουάσιγκτον, τα μεγαλύτερα σκάνδαλα συχνά κρύβονται σε κοινή θέα. Αν το Κογκρέσο και η κυβέρνηση δεν ασχοληθούν σοβαρά με τη μείωση του ελλείμματος, οι Αμερικανοί θα δουν σύντομα τα κόστη να συσσωρεύονται γύρω τους.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion