Δεν πρέπει να αποσπάται η προσοχή μας από την όποια “συμφωνία για τα ορυκτά” που ενδέχεται, ή και όχι, να συνάψουν οι ΗΠΑ και η Ουκρανία τις επόμενες εβδομάδες, καθώς αυτή δεν θα αντιμετωπίσει το κύριο εμπόδιο για την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θέλει τόσο πολύ να πετύχει. Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πώς μπορούν τρίτοι εγγυητές να εγγυηθούν αξιόπιστα την ασφάλεια της Ουκρανίας μετά από μια εκεχειρία;

Αξιοπιστία: Όλα τα “αγκάθια” κρύβονται σε αυτή τη λέξη. Η έννοια είναι τόσο θολή που απασχολεί τους στρατηγικούς αναλυτές τουλάχιστον από τότε που ο Αμερικανός μελετητής Τόμας Σέλινγκ (ο οποίος αργότερα κέρδισε βραβείο Νόμπελ για το έργο του στη θεωρία παιγνίων) ανέλυσε τους τύπους αποτροπής κατά την αρχική φάση του Ψυχρού Πολέμου. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από τον Σέλινγκ να εκφέρει γνώμη για την Ουκρανία σήμερα (πέθανε το 2016). Αλλά να τι έγραψε για τα αμερικανικά στρατεύματα – και εμμέσως και για τους Βρετανούς και Γάλλους εταίρους τους – που στάθμευαν στο Δυτικό Βερολίνο εκείνη την εποχή.

“Τι μπορούν να κάνουν 7.000 Αμερικανοί στρατιώτες ή 12.000 συμμαχικοί στρατιώτες;”, ρώτησε. “Για να το θέσω ωμά, μπορούν να πεθάνουν. Μπορούν να πεθάνουν ηρωικά, δραματικά και με τρόπο που εγγυάται ότι η δράση δεν μπορεί να σταματήσει εκεί. Αντιπροσωπεύουν την υπερηφάνεια, την τιμή και τη φήμη της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και των ενόπλων δυνάμεών τους – και μπορούν προφανώς να κρατήσουν ολόκληρο τον Κόκκινο Στρατό σε απόσταση”. 

Αυτό που περιέγραφε ο Σέλινγκ είναι μια δύναμη συναγερμού (“tripwire”). Στην κυριολεκτική της χρήση, η λέξη αυτή – tripwire – σημαίνει το σύρμα, το νήμα, που, όταν ένας εισβολέας σκοντάψει πάνω του, ενεργοποιεί έναν συναγερμό ή μια έκρηξη ή κάποια άλλη συνέπεια που ο εισβολέας έχει λόγο να φοβάται. Μεταφορικά, το tripwire είναι μια σχετικά μέτρια ανάπτυξη στρατευμάτων που δεν θα μπορούσε ποτέ να σταματήσει έναν στρατό εισβολής, αλλά που, αν εξουδετερωθεί από τον εχθρό, θα ανάγκαζε τη χώρα του να ζητήσει εκδίκηση και να εμπλακεί έτσι στον πόλεμο.

Η αποτροπή θεωρείται ισχυρή όταν πληρούνται δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, η χώρα (ή ο συνασπισμός) που απέστειλε τη δύναμη πρέπει να φαίνεται διατεθειμένη να εκδικηθεί τα στρατεύματά της εάν υποστούν ζημιά. Δεύτερον, η χώρα πρέπει επίσης να είναι ικανή να νικήσει τον επιτιθέμενο, ο οποίος στο ουκρανικό σενάριο είναι η Ρωσία υπό τον πρόεδρό της, Βλαντιμίρ Πούτιν. 

Οι συμμαχικές δυνάμεις tripwire στο Δυτικό Βερολίνο και τη Δυτική Γερμανία ήταν ένα παράδειγμα επιτυχημένης αποτροπής: ο Ψυχρός Πόλεμος, παρά τις διάφορες τρομακτικές κρίσεις, δεν έγινε ποτέ μια “θερμή” σύγκρουση. Πέραν αυτής της περίπτωσης, όμως, δεν έχουν υπάρξει στο παρελθόν αρκετές αξιόπιστες στρατηγικές τύπου tripwire, όπως έχουν δείξει ο Νταν Ρέιτερ στο Πανεπιστήμιο Emory και ο Πολ Ποστ στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο.  

Το 1949, για παράδειγμα, οι Αμερικανοί διατήρησαν αρκετές δυνάμεις στην Ανατολική Ασία για να αποτρέψουν μια βορειοκορεατική επίθεση στη Νότια Κορέα, αλλά μέχρι το 1950 η αμερικανική παρουσία είχε συρρικνωθεί, η δύναμη αυτή έχασε την αξιοπιστία της και ο Βορράς κήρυξε πόλεμο. Η στάση των ΗΠΑ στο Νότο από το 1953 και μετά κέρδισε και πάλι σε αξιοπιστία, αλλά αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι θα παραμείνει έτσι. Σε άλλα μέρη -όπως στη Βηρυτό το 1983 και στο Μογκαντίσου το 1993 – οι Αμερικανοί ειρηνευτές δέχθηκαν επιθέσεις, αλλά οι ΗΠΑ, αντί να επέμβουν δυναμικά, τελικά αποσύρθηκαν.

Όταν οι ΗΠΑ παρέχουν τους ειρηνευτές, το ερώτημα δεν αφορά τη θεωρητική ικανότητα – ο αμερικανικός στρατός θα μπορούσε να κερδίσει οποιαδήποτε μάχη επιλέξει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν τα στρατεύματα στέλνονται από άλλους. Το 1995 οι Ολλανδοί στρατιώτες, που αναπτύχθηκαν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τους Σέρβους της Βοσνίας από το να σφαγιάσουν μουσουλμάνους στη Σρεμπρένιτσα, και η Ολλανδία δεν είναι πολλές επιλογές στη συνέχεια. 

Στο σημερινό ουκρανικό πλαίσιο, επίσης, δεν είναι σίγουρο αν, ας πούμε, μια γαλλοβρετανική δύναμη χωρίς αμερικανική υποστήριξη θα είναι ικανή ή αξιόπιστη για να αποτρέψει τον Πούτιν από το να εισβάλει ξανά. Ο αντιπρόεδρος του Τραμπ, ο Τζέι Ντι Βανς, εξέφρασε – κάπως αδέξια – τη γνώμη του επί του θέματος όταν χλεύασε την ιδέα των εγγυήσεων που θα υποστηρίζονταν από “20.000 στρατιώτες από κάποια τυχαία χώρα που δεν έχει κάνει πόλεμο εδώ και 30 ή 40 χρόνια”.

Σκεφτείτε τώρα γιατί ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι τόσο αποκαρδιωμένος από όλα όσα είπαν και έκαναν ο Τραμπ και ο Βανς τον τελευταίο μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου υιοθέτησαν το παράλογο αφήγημα του Κρεμλίνου ότι η Ουκρανία (και όχι η Ρωσία) είναι ο επιτιθέμενος και ο Ζελένσκι (και όχι ο Πούτιν) ο δικτάτορας. Κατά τη διάρκεια της καταστροφικής σύγκρουσης μεταξύ Ζελένσκι, Τραμπ και Βανς στο Οβάλ Γραφείο την περασμένη εβδομάδα, αυτό που προσπαθούσε (και απέτυχε) να αποδείξει ο Ουκρανός πρόεδρος ήταν ακριβώς αυτή η ανάγκη για αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας, που σημαίνει να υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ.

Οι Ουκρανοί έχουν μια ιδιαίτερα τραυματική ιστορία. Το 1994, εγκατέλειψαν τα πυρηνικά όπλα της σοβιετικής εποχής με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας (χωρίς δυνάμεις ασφαλείας για την επιβολή τους) από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Ρωσία. Αυτές ήταν προφανώς άχρηστες. Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τον Πούτιν και τη διείσδυση στο Ντονμπάς το 2014, οι Ουκρανοί έλαβαν νέες εγγυήσεις σε δύο άλλες συμφωνίες, που ονομάστηκαν Μινσκ Ι και ΙΙ και με τη μεσολάβηση της Γερμανίας και της Γαλλίας. Αυτές τώρα φαίνονται κούφιες. 

Η εγγύηση ασφαλείας που θέλει ο Ζελένσκι και φοβάται ο Πούτιν είναι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Για λόγο ανεξήγητο, ειδικά για κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του διαπραγματευτή, ο Τραμπ έχει ήδη αφαιρέσει αυτό το χαρτί από το τραπέζι πριν καν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Η επόμενη καλύτερη επιλογή είναι η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος. Ο Τραμπ το έχει αποκλείσει και αυτό. 

Έτσι, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και άλλες δυτικές χώρες συζητούν τώρα την τοποθέτηση μιας δύναμης tripwire χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Αλλά αυτό προσκρούει στο ενοχλητικό διττό ζήτημα της ικανότητας και της αξιοπιστίας – η συνεπαγόμενη συνέπεια, άλλωστε, είναι η ετοιμότητα να εισέλθουν σε πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Ανεξάρτητα από αυτά που προτείνουν ο Τραμπ και άλλοι, δεν μπορεί να παρακαμφθεί το ακόλουθο πρόβλημα: οι ειλικρινείς συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός δεν μπορούν να ξεκινήσουν χωρίς την προοπτική αξιόπιστων εγγυήσεων ασφαλείας – καμία εγγύηση δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες – αλλά οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ απομακρύνονται από μια τέτοια δέσμευση. 

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Αμερικανοί πρόεδροι έβλεπαν το διακύβευμα σε περιοχές όπως το Δυτικό Βερολίνο ως τίποτα λιγότερο από αυτό που ο Σέλινγκ αποκαλούσε “την υπερηφάνεια, την τιμή και τη φήμη των Ηνωμένων Πολιτειών”. Ο Τραμπ και ο Βανς είναι απολύτως σαφές ότι ορίζουν το διακύβευμα στην Ουκρανία – η οποία αγωνίζεται για την επιβίωσή της ως έθνος – ως τίποτα παραπάνω από τις σπάνιες γαίες στο έδαφός της. “Δεν ανησυχώ για την ασφάλεια”, είπε ο Τραμπ στον Ζελένσκι στο Οβάλ Γραφείο. “Ανησυχώ για το αν θα γίνει η συμφωνία”. Όσο ο Τραμπ το επαναλαμβάνει, τόσο ο Ζελένσκι θα δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, και άρα να συμμετάσχει στις συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου. 

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion