Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν τερμάτισε τον ρωσικό πόλεμο κατά της Ουκρανίας μέσα σε 24 ώρες, όπως είχε υποσχεθεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας. Από την άλλη, ως συνήθως, μάλλον δεν έπρεπε να το πάρουμε κυριολεκτικά (ή μήπως σοβαρολογούσε;). Τώρα, όμως, φαίνεται ότι ετοιμάζεται να κλείσει το ζήτημα. Αλλά πρόκειται να πέσει πάνω σε μια αντίφαση που ο ίδιος δημιούργησε. Πρόκειται για ένα δίλημμα που μπορεί να καταδικάσει τις προσπάθειές του.

Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν αυτή την εβδομάδα, ο Τραμπ και ο Ρώσος ομόλογός του, Βλαντιμίρ Πούτιν, συμφώνησαν να ξεκινήσουν συνομιλίες για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Αυτό ακολούθησε την απελευθέρωση από τη Ρωσία ενός Αμερικανού που κρατούνταν αδίκως από τη Ρωσία, γεγονός που ώθησε τον Τραμπ να σχολιάσει ότι “υπάρχει καλή θέληση, όσον αφορά τον πόλεμο”.

Ο πρόεδρος έστειλε επίσης μια ομάδα με επικεφαλής τον αντιπρόεδρό του στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια αυτό το Σαββατοκύριακο. Ο υπεύθυνος του Τραμπ για τη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση, Κιθ Κέλογκ, θα συγκεντρώσει εκεί πληροφορίες για να παρουσιάσει στον Τραμπ διαπραγματευτικές επιλογές. Θα είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία.

Οι συνομιλίες για τη μετατροπή της αιματοχυσίας σε εκεχειρία είναι πάντα δύσκολες και οδυνηρές – οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου της Κορέας (που κατέληξαν σε ανακωχή και όχι σε συνθήκη ειρήνης) διήρκεσαν πολύ περισσότερο από έναν χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου οι θάνατοι συνεχίστηκαν. Στη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση ο κατάλογος των επίμαχων σημείων μοιάζει ατελείωτος.

Ξεκινά με τη σύγκρουση ασυμβίβαστων αφηγημάτων: Οι Ρώσοι συνεχίζουν να υποστηρίζουν τον παραμύθι του Πούτιν ότι οι Ουκρανοί είναι στην πραγματικότητα Ρώσοι που, παραπλανημένοι από τους “ναζιστές” ηγέτες τους, ξέχασαν πού ανήκουν κανονικά. Οι Ουκρανοί, υποστηριζόμενοι από το διεθνές δίκαιο και την παγκόσμια κοινή γνώμη, επισημαίνουν ότι είναι ένα κυρίαρχο έθνος στο οποίο η Ρωσία εισέβαλε και το οποίο κακοποίησε βάναυσα και απρόκλητα.

Πρέπει η Ρωσία να κρατήσει τη γη που κατέκτησε; Να ανταλλάξει κάποια από αυτά με αντάλλαγμα τα ρωσικά εδάφη που κατέχει σήμερα η Ουκρανία; Και τι γίνεται με τα πολλά παιδιά της Ουκρανίας που οι Ρώσοι έχουν απαγάγει (ένα έγκλημα για το οποίο το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο θέλει τη σύλληψη του Πούτιν). Κυρίως, πρέπει να υπάρξει κάποιος απολογισμός για τις ρωσικές θηριωδίες που διαπράχθηκαν από το 2022 και μετά.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο σε μια συμφωνία, όμως, είναι η μεταπολεμική γεωπολιτική ταυτότητα της Ουκρανίας. Η χώρα μπορεί επισήμως να βρίσκεται σε τροχιά ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια μέρα- αυτό το πεπρωμένο προσφέρει πολιτιστικά και οικονομικά οφέλη, αλλά λίγα στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Όσον αφορά στην ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση Τραμπ, μαζί με αρκετούς άλλους συμμάχους, έχει προς το παρόν αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο.

Αυτό αφήνει αναπάντητο ένα μεγαλύτερο ερώτημα: Ποια εγγύηση ασφαλείας, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ, μπορεί να δώσει η Δύση στην Ουκρανία για να αποτρέψει τον Πούτιν από το να επιτεθεί ξανά λίγα χρόνια αργότερα; Πρέπει να είναι αξιόπιστη, όχι μόνο για να κρατήσει το Κρεμλίνο σε απόσταση, αλλά και για να καθησυχάσει τους Ουκρανούς, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι τραυματισμένοι από τις κούφιες διαβεβαιώσεις που δόθηκαν το 1994 από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Ρωσία, σε αντάλλαγμα για τις οποίες η Ουκρανία παραιτήθηκε από τα πυρηνικά της σοβιετικής εποχής.

Σε αυτό το σημείο, ο Τραμπ έχει ο ίδιος στριμώξει τον εαυτό του. Ολόκληρο το pitch της εξωτερικής του πολιτικής, εκτός από μια ασαφή διεκδίκηση “δύναμης”, είναι ότι θα τερματίσει ή θα αποτρέψει τους ξένους πολέμους και θα φέρει τα αμερικανικά στρατεύματα και δολάρια στην πατρίδα αντί να στείλει ακόμη περισσότερα στο εξωτερικό. Αλλά χωρίς να στείλει αμερικανικές “αρβύλες στο έδαφος”, ή τουλάχιστον χωρίς να παράσχει τη δύναμη πυρός και τα υπερσύγχρονα πυρομαχικά που διαθέτει η Αμερική και στερούνται οι σύμμαχοί της, καμία εγγύηση ασφάλειας δεν θα είναι πιστευτή.

Ακολουθούν ορισμένες επιλογές που θα απέκλειαν την αποστολή Αμερικανών στρατιωτών, από τη λιγότερο ως την πιο πειστική. Η Δυτική Ευρώπη θα μπορούσε να τοποθετήσει ελαφρώς οπλισμένα “ειρηνευτικά” στρατεύματα στην Ουκρανία, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, ας πούμε. Αυτό θα διασκέδαζε τον Πούτιν, έναν άνθρωπο που δεν σκέφτεται καθόλου πριν απειλήσει με την πυρηνική του σπάθη. (Μια παρόμοια προσπάθεια υπό την αιγίδα του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, μεταξύ της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 και της εισβολής του 2022, δεν του έκανε καμία απολύτως εντύπωση).

Εναλλακτικά, οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε μια πιο “εμπόλεμη” προσέγγιση, αναπτύσσοντας χιλιάδες στρατιώτες από διάφορες χώρες και κάποιο υλικό. Η ιδέα πίσω από αυτή τη στρατηγική “παγίδευσης” είναι ότι οι Ρώσοι θα μπορούσαν να επιτεθούν και να εξουδετερώσουν αυτές τις δυνάμεις, αλλά στη συνέχεια θα προκαλούσαν “τιμωρία” από τις χώρες των οποίων οι στρατιώτες επλήγησαν.

Αυτή είναι εδώ και καιρό η προσέγγιση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά κράτη μέλη του, και κυρίως στις χώρες της Βαλτικής, όπου η Συμμαχία στάθμευσε κάποια στρατεύματα, αλλά όχι αρκετά για να αποκρούσει μια ολοκληρωτική ρωσική επίθεση. Το κατά πόσον η απειλή της τιμωρίας είναι αξιόπιστη ήταν πάντα κάτι το αμφισβητήσιμο. Σε κάθε περίπτωση, η στρατηγική προϋποθέτει ότι, ας πούμε, η Εσθονία στην περίπτωση του ΝΑΤΟ, ή η Ουκρανία σε ένα μελλοντικό σενάριο, πρώτα θα κατακτηθεί, και θα διασωθεί μόνο αργότερα, αν διασωθεί. Το Κίεβο δεν θα το δεχτεί.

Αυτό αφήνει μια τρίτη επιλογή, η οποία ονομάζεται αποτροπή μέσω “άρνησης” (deterrence by denial). Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρχουν αρκετά στρατεύματα και όπλα στα σύνορα ή κοντά σε αυτά για να αποκρούσουν μια ρωσική επίθεση από την πρώτη κιόλας σφαίρα. Το ΝΑΤΟ προσπαθεί τώρα να υιοθετήσει αυτή τη στρατηγική για τα κράτη μέλη του, αναβαθμίζοντας τις μαχητικές του δυνάμεις από τη Φινλανδία μέχρι τη Βουλγαρία. Είναι επίσης αυτό που θέλει ο Ζελένσκι για την Ουκρανία, επειδή αυτό και μόνο θα κρατούσε τον Πούτιν μακριά για πάντα, ώστε η Ουκρανία να μπορέσει να ανοικοδομηθεί.

Το πρόβλημα με μια αμιγώς ευρωπαϊκή δύναμη αποτροπής είναι τόσο ποσοτικό όσο και ποιοτικό. Ο Ζελένσκι ζήτησε περίπου 200.000 στρατιώτες (οι οποίοι θα πρέπει να εναλλάσσονται, απαιτώντας ακόμη περισσότερους σε ετοιμότητα). Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ δεν μπορούν ούτε κατά διάνοια να στείλουν έναν τέτοιο αριθμό στρατιωτών χωρίς να πλήξουν την εσωτερική τους άμυνα. Επίσης, οι ευρωπαϊκοί στρατοί δεν διαθέτουν τις τρομερές δυνατότητες επιτήρησης, την αεροπορική και πυροβολική ισχύ της Αμερικής. Η αξιόπιστη αποτροπή μέσω άρνησης χωρίς τις ΗΠΑ είναι αδύνατη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Πολωνία, για παράδειγμα, δήλωσε ότι δεν θα στείλει στρατεύματα στην Ουκρανία χωρίς αμερικανική υποστήριξη.

Εξ ου και το δίλημμα του Τραμπ. Θα μπορούσε πιθανώς να φέρει ειρήνη στη σύγκρουση, αλλά αυτό θα συνεπαγόταν μια τεράστια αμερικανική δέσμευση και τη φανερή ετοιμότητα να εμπλακεί σε έναν ακόμη πόλεμο, το αντίθετο δηλαδή από αυτό που έχει υποσχεθεί στους Αμερικανούς. Ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του MAGA θα επαναστατούσαν.

Ή θα μπορούσε να εξαναγκάσει τους Ευρωπαίους να κάνουν ειρήνη, κάτι που θα στερούνταν αξιοπιστίας. Η Ουκρανία θα συναντούσε εμπόδια στην ανοικοδόμηση, ο πόλεμος θα μπορούσε να ξεσπάσει ξανά και περισσότεροι άνθρωποι θα πέθαιναν και θα υπέφεραν. Το Νόμπελ Ειρήνης που επιθυμεί απεγνωσμένα ο Τραμπ θα απομακρυνόταν.

Είναι καλό που οι διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν επιτέλους. Αλλά οι συνομιλίες είναι απλά συνομιλίες. Η μεγαλύτερη ανησυχία παραμένει ο Πούτιν. Αλλά η δεύτερη μεγαλύτερη είναι ο Τραμπ, ο οποίος μπορεί να μην έχει καταλάβει το δίλημμα που αντιμετωπίζει. Ακόμα χειρότερα, μπορεί να μπει στον πειρασμό, για χάρη μιας “νίκης” στη διαπραγμάτευση, να ξεπουλήσει την Ουκρανία. Όπως είπε μόλις αυτή την εβδομάδα, οι Ουκρανοί “μπορεί να γίνουν Ρώσοι μια μέρα, ή μπορεί να μην γίνουν Ρώσοι μια μέρα”. Αυτό είναι κάτι που δεν θέλω να σκέφτεται, πολύ περισσότερο να εκφράζει, ένας Αμερικανός πρόεδρος όταν πρόκειται να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο όπως ο Πούτιν.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion